Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Απριλίου 2011

Ένα καλύτερο σύστημα διορισμού εκπαιδευτικών

Το σύστημα διορισμού εκπαιδευτικών από καταλόγους διοριστέων αποτελεί καρκίνωμα για την εκπαίδευση αλλά και για την ευρύτερη κοινωνία. Γίνονται διορισμοί χωρίς καμία απολύτως διαδικασία αξιολόγησης, κάτι που αδικεί τόσο τους μαθητές στα δημόσια σχολεία όσο και τους άριστους απόφοιτους που πρέπει να περιμένουν χρόνια για να πάρουν σειρά. Το σύστημα ενθαρρύνει την απόκτηση πτυχίων που δεν έχουν καμία χρησιμότητα στην αγορά εργασίας εκτός του ότι δίνουν τη δυνατότητα ένταξης σε μια λίστα αναμονής η οποία θα εξαργυρωθεί κάποτε με τον πολυπόθητο διορισμό. Το αποτέλεσμα είναι μια τεράστια σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού, κάτι στο οποίο έχω αναφερθεί πιο εκτενώς στο παρελθόν.

Πριν λίγο καιρό το Υπουργείο Παιδείας κατέθεσε πρόταση για διαφοροποίηση του συστήματος διορισμού. Η σημαντικότερη διαφορά είναι η εισαγωγή γραπτής εξέτασης η οποία θα έχει βαρύτητα 30% στην αξιολόγηση του κάθε υποψήφιου.

Από μια άποψη η αλλαγή αυτή δεν είναι αρκετά ριζοσπαστική γιατί μη ποιοτικά κριτήρια όπως το έτος αποφοίτησης θα εξακολουθήσουν να έχουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή εκπαιδευτικών. Όμως η προτεινόμενη αλλαγή κάνει μια σημαντική υπέρβαση την οποία θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε. Η υπέρβαση αυτή αντικατοπτρίζεται σε μια μικρή αλλά ουσιαστική αλλαγή ορολογίας: τη μετάβαση από τους "διοριστέους" στους "διορίσιμους".

Μόνο δυο γράμματα αλλάζουν αλλά οι προεκτάσεις είναι σημαντικές. Η έννοια του διοριστέου υποδηλοί κάποιο δικαίωμα. Ο διοριστέος πρέπει να διοριστεί. Η έννοια του διορίσιμου δεν υποδηλοί δικαίωμα αλλά δυνατότητα. Ο διορίσιμος μπορεί να διοριστεί αν και όταν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Η αλλαγή αυτή είναι σημαντική γιατί καταργεί την αυτόματη σύνδεση πτυχίου-εργοδότησης. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται μόνο στο χώρο της εκπαίδευσης και είναι ένας από τους κύριους λόγους που ο τομέας προσελκύει τόσους νέους.

Προβάλλονται διάφορα επιχειρήματα εναντίον της εισαγωγής εξέτασης. Ένα επιχείρημα είναι ότι όσοι απέκτησαν πτυχίο έχουν ήδη περάσει από διαδικασία αξιολόγησης και έχουν κριθεί άξιοι. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι έτσι είναι τα πράγματα (που πολύ το αμφιβάλλω), είναι φανερό ότι δεν είναι όλοι εξίσου άξιοι. Δεν θέλουμε να επιλέγουμε τους καλύτερους για τα σχολεία μας; Πρέπει να ισοπεδώσουμε όλες τις επιδόσεις και όλα τα πανεπιστήμια;

Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι η εξέταση δεν μπορεί να μετρήσει τη μεταδοτικότητα του εκπαιδευτικού και τη δυνατότητά του να επιβληθεί στην τάξη. Αυτό είναι ασφαλώς σωστό. Θα ήταν ευχής έργο αν μπορούσε να δημιουργηθεί ένα σύστημα που να αξιολογεί την παρουσία του εκπαιδευτικού στην τάξη. Όμως κάτι τέτοιο απαιτεί υποκειμενικές κρίσεις και αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ποτέ σε μια χώρα όπου κανένας δεν εμπιστεύεται κανένα. Η γραπτή εξέταση, με όλα της τα μειονεκτήματα, είναι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος που έχουμε για να διαφοροποιήσουμε ποιοτικά τους υποψήφιους και να σπάσουμε επιτέλους τη σύνδεση πτυχίου-εργοδότησης. Ας ελπίσουμε ότι η σημαντική αυτή αλλαγή θα προχωρήσει.

Πολίτης, 17/4/2011

25 Απριλίου 2010

Ο νόμος πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση

Συζητείται αυτό τον καιρό ο νόμος πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση που φιλοδοξεί να εκσυγχρονίσει και να ενοποιήσει της υπάρχουσες νομοθεσίες που διέπουν τη λειτουργία δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ο προτεινόμενος νόμος περιέχει πολλά σημεία που προσφέρονται για συζήτηση. Θα περιορίσω τις παρατηρήσεις μου σε τέσσερα σημεία που άπτονται της γενικής φιλοσοφίας του κειμένου.

1. Ο νόμος αποτελεί πλαίσιο μόνο κατ' όνομα. Η λογική της δημιουργίας ενός κοινού πλαισίου είναι ότι θα περιέχει πρόνοιες που θα ισχύουν για όλους. Παραδόξως, ο προτεινόμενος νόμος περιέχει σωρεία προνοιών οι οποίες διαφοροποιούνται για τα δημόσια και τα ιδιωτικά ιδρύματα. Το πρόβλημα δημιουργείται γιατί ο νόμος δεν περιορίζεται στον καθορισμό γενικών αρχών αλλά μπαίνει σε μια λογική μικροδιαχείρισης των πανεπιστημίων σε τόσο έντονο βαθμό που σε μερικά σημεία πραγματικά προκαλεί κατάπληξη. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί σε συγκρούσεις με υφιστάμενες νομοθεσίες ή με αποδεκτές πρακτικές και δημιουργεί την ανάγκη διαφοροποιήσεων που δεν έχουν θέση σε ένα νόμο πλαίσιο.

2. Ο νόμος προσπαθεί να επιβάλει το πλαίσιο λειτουργίας των δημόσιων πανεπιστημίων στα ιδιωτικά. Το πλαίσιο αυτό δεν είναι κακό, αντίθετα έχει εξυπηρετήσει αρκετά καλά το Πανεπιστήμιο Κύπρου στα είκοσι χρόνια λειτουργίας του. Ούτε όμως είναι το μόνο ορθό πλαίσιο, και κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι το πιο κατάλληλο για μικρά ιδιωτικά πανεπιστήμια με πολύ διαφορετικούς στόχους και κουλτούρα από τα δημόσια. Γιατί να μην αφεθούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια να επιλέξουν το δικό τους τρόπο λειτουργίας, μέσα βέβαια στα διεθνώς αποδεκτά πλαίσια; Αυτό απαιτεί η ευελιξία που επαγγέλλεται το Υπουργείο Παιδείας.

3. Πέρα από κάποιες γενικόλογες αναφορές σε πρότυπα ποιότητας, δεν υπάρχει καμιά συγκεκριμένη πρόταση για υιοθέτηση μηχανισμών ελέγχου ποιότητας μέσω μετρήσιμων και αντικειμενικών κριτηρίων. Κανένα πλαίσιο λειτουργίας δεν μπορεί να αποδώσει αν δεν γίνεται σωστή αξιολόγηση με επιστημονικά κριτήρια στη βάση διεθνών πρακτικών. (Μια περιγραφή των συστημάτων αξιολόγησης των πανεπιστημίων διαφόρων Ευρωπαϊκών χωρών βρίσκεται στην πρόσφατη έκδοση της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας της ΕΕ "Assessing Europe’s University-Based Research".)

4. Ο νόμος εισηγείται τη δημιουργία Συμβουλίου Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης το οποίο θα συμβουλεύει την κυβέρνηση σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής. Στο Συμβούλιο θα συμμετέχουν οι Πρυτάνεις όλων των πανεπιστημίων, δημόσιων και ιδιωτικών. Η εξ οφίκιο συμμετοχή των Πρυτάνεων - και κυρίως αυτών των ιδιωτικών ιδρυμάτων - σε αυτό το σώμα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Δεν ξέρω αν υπάρχει προγούμενο όπου ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι ο επίσημος σύμβουλος της κυβέρνησης σε θέματα που τις αφορούν. Θα ήταν σοφότερο το εν λόγω Συμβούλιο να αποτελείται από επιστήμονες εγνωσμένου κύρους οι οποίοι θα συμμετέχουν υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

Εν ολίγοις, χρειάζεται μια νομοθεσία που θα δίνει στα εκπαιδευτικά ιδρύματα την ελευθερία να αναπτυχθούν και να καινοτομήσουν και ταυτόχρονα θα απαιτεί την παραγωγή ποιοτικού εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου.

Πολίτης, 25/4/2010

14 Μαρτίου 2010

Η ανάγκη για εκπαιδευτική αξιολόγηση

Η κόρη μου φοιτά φέτος σε δημόσιο δημοτικό σχολείο στα περίχωρα του Σικάγο. Τη βδομάδα που πέρασε όλοι οι μαθητές της πολιτείας του Ιλλινόι (από την τρίτη δημοτικού μέχρι το γυμνάσιο) παρακάθησαν σε διαγνωστικές εξετάσεις σε βασικές δεξιότητες. Σκοπός των εξετάσεων είναι να δοθεί στους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τις πολιτειακές αρχές μια ένδειξη της προόδου των μαθητών και της απόδοσης του εκπαιδευτικού συστήματος. Παρόμοιες εξετάσεις υπάρχουν σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ αλλά και σε πολλές άλλες χώρες.

Πολλοί στο χώρο της εκπαίδευσης βλέπουν με πολύ σκεπτικισμό την ιδέα της αξιολόγησης των μαθητών στη βάση εθνικών προτύπων. Υπάρχει η άποψη ότι οι εξετάσεις υποβάλλουν τους μαθητές σε υπερβολική πίεση, ότι δίνεται δυσανάλογη έμφαση στα υπό εξέταση γνωστικά αντικείμενα, ότι σπαταλείται πολύτιμος διδακτικός χρόνος. Σίγουρα το κάθε ένα από αυτά τα επιχειρήματα έχει κάποια βάση, όμως οι όποιες αρνητικές επιπτώσεις μπορούν να περιοριστούν με ένα σωστό σχεδιασμό. Τα δε οφέλη από τη συλλογή πληροφοριών είναι τεράστια.

Κατ' αρχάς, οι γονείς δικαιούνται να γνωρίζουν σε ποιο επίπεδο βρίσκεται το παιδί τους, ποια είναι τα δυνατά του σημεία και ποιες οι αδυναμίες του. Η προφορική ενημέρωση από τους εκπαιδευτικούς είναι χρήσιμη αλλά ανεπαρκής. Είναι απαράδεκτο ο μαθητής να αποφοιτά από το δημοτικό και ο γονιός να μην έχει μια αντικειμενική αξιολόγηση των ικανοτήτων του παιδιού του.

Η μέτρηση των επιδόσεων των μαθητών είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και για το ίδιο το σχολείο και τις εκπαιδευτικές αρχές. Τους δίνει τη δυνατότητα αξιολόγησης τόσο του συνολικού εκπαιδευτικού έργου όσο και διαφόρων εκπαιδευτικών μεθόδων και πολιτικών που εφαρμόζονται κατά καιρούς. Είναι ένα πραγματικό μυστήριο πώς το Υπουργείο Παιδείας παίρνει αποφάσεις για υιοθέτηση της άλβα ή βήτα εκπαιδευτικής πολιτικής χωρίς να έχει στα χέρια του αντικειμενικές μετρήσεις των επιπτώσεών τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο θεσμός του ενιαίου ολοήμερου σχολείου, ο οποίος λειτουργεί πιλοτικά εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια. Το πρόγραμμα και η φιλοσοφία του ενιαίου ολοήμερου διαφέρουν σημαντικά από το συμβατικό δημοτικό σχολείο, και για το λόγο αυτό ο θεσμός συνάντησε αρκετές αντιστάσεις από τους γονείς οι οποίοι ανησυχούν μήπως τα παιδιά τους δεν θα είναι στο ίδιο επίπεδο με τα άλλα σχολεία. Λογικά αναμένει κανείς ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει κάποια διαδικασία αξιολόγησης η οποία θα διαπιστώσει κατά πόσον ο θεσμός λειτουργεί σωστά ή αν χρειάζεται βελτίωση. Πώς όμως θα γίνει η αξιολόγηση χωρίς να υπάρχουν δεδομένα, χωρίς απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας;

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου είναι ακόμα μια αναγκαιότητα η οποία - όπως και το σύστημα διορισμού στο οποίο αναφερθήκαμε την περασμένη βδομάδα - δεν είναι δυστυχώς στις προτεραιότητες του Υπουργείου Παιδείας. Αν δεν αγγίξουμε αυτά τα μεγάλα ζητήματα, καλύτερα να μη μιλάμε για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Πολίτης, 14/3/2010

7 Μαρτίου 2010

Το καρκίνωμα της παιδείας

Πολλοί είναι αυτοί που συμφωνούν ότι το σύστημα διορισμού εκπαιδευτικών με καταλόγους διοριστέων (την "επετηρίδα", όπως είναι γνωστή στην Ελλάδα) είναι ένα αναξιοκρατικό σύστημα που πρέπει να καταργηθεί. Λίγοι όμως πιστεύω αντιλαμβάνονται το εύρος της ζημιάς που το σύστημα αυτό προκαλεί όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά στην ευρύτερη Κυπριακή κοινωνία.

Οι αρνητικές επιπτώσεις στην εκπαίδευση είναι προφανείς. Έχουμε ένα σύστημα το οποίο δίνει στον κάθε πτυχιούχο δικαίωμα πρόσληψης στη δημόσια εκπαίδευση. Στο όνομα της ίσης μεταχείρισης έχουμε ισοπεδώσει τα πάντα, βάζοντας εκπαιδευτικούς στα σχολεία χωρίς κανένα ουσιαστικά ποιοτικό έλεγχο, χωρίς καμία διαδικασία αξιολόγησης. Το πρόγραμμα προϋπηρεσιακής κατάρτισης τείνει να εκφυλιστεί σε μια τυπική διαδικασία εξασφάλισης πιστοποιητικού καταλληλότητας το οποίο όλοι θα παίρνουν ανεξαρτήτως επίδοσης.

Οι επιπτώσεις στην ευρύτερη κοινωνία και οικονομία είναι λιγότερο ευδιάκριτες αλλά ακόμα πιο επιζήμιες. Η εξασφαλισμένη εργοδότηση με πολύ καλούς όρους εργασίας οδηγεί πάρα πολλούς νέους στην επιλογή κλάδων σπουδών για τους οποίους η μόνη προοπτική απασχόλησης είναι η εκπαίδευση. Δημιουργούνται έτσι στρατιές "αδιόριστων καθηγητών" οι οποίοι υποαπασχολούνται για χρόνια ολόκληρα μέχρι να έρθει ο πολυπόθητος διορισμός. Πολλοί από αυτούς καταφεύγουν στα φροντιστήρια για εξασφάλιση κάποιου εισοδήματος. Το πρόβλημα της παραπαιδείας οφείλεται (μεταξύ άλλων) και στην υπερπροσφορά που προέρχεται από τους αδιόριστους καθηγητές. Σε ένα πιο ορθολογικό και αξιοκρατικό σύστημα αυτές οι χιλιάδες άνθρωποι θα έκαναν διαφορετικές επιλογές και θα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε άλλους τομείς της οικονομίας. Η σπατάλη πολύτιμου ανθρώπινου δυναμικού που προκαλείται από αυτό το σύστημα είναι πραγματικά τρομακτική.

Η συνήθης γραμμή υπεράσπισης αυτού του συστήματος είναι ότι είναι δίκαιο γιατί αποκλείει το μέσο. Είναι όμως δίκαιο ένας απόφοιτος του 9,5 να θεωρείται ισάξιος ενός αποφοίτου του 5,5; Αυτά είναι τα μηνύματα που θέλουμε να δίνουμε στους νέους μας, να φροντίσουν να κουτσοπεράσουν και θα βολευτούν; Αν ο διορισμός με τη σειρά είναι τόσο εξαιρετική ιδέα, γιατί να μην τον εφαρμόσουμε παντού; Μπορούμε εύκολα να φτιάξουμε καταλόγους χημικών, πολεοδόμων, λογιστών, οικονομολόγων, μηχανικών, και όποτε ανοίγει μια θέση στο δημόσιο να παίρνουμε τον πρώτο στη σειρά. Δεν φαντάζομαι να υπάρξει κανείς που θα βγει ανοικτά και να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Γιατί τότε είναι αποδεκτό για τους εκπαιδευτικούς; Πώς μπορεί μια κοινωνία που ισχυρίζεται ότι γνοιάζεται για το μέλλον των παιδιών της να αποδέχεται τέτοιου είδους πρακτικές;

Ο διορισμός από καταλόγους και επετηρίδες προάγει τη μετριότητα και καλλιεργεί νοοτροπίες βολέματος. Έρχεται σε αντίθεση με τους διακηρυγμένους στόχους της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης: την ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων, την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και της επιχειρηματικότητας. Ενόσω το σύστημα αμείβει τη μετριότητα, οι υψηλοί αυτοί στόχοι θα είναι για τους μαθητές έπεα πτερόεντα.

Πολίτης, 7/3/2010

28 Φεβρουαρίου 2010

Αναποτελεσματική φοιτητική χορηγία

Το κράτος επιδοτεί πολλές δραστηριότητες τις οποίες για διάφορους λόγους θέλει να ενθαρρύνει. Τέτοιες είναι η αγορά υβριδικού αυτοκινήτου, η απόσυρση πεπαλαιωμένων οχημάτων, η εγκατάσταση συστημάτων εξοικονόμησης νερού, η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, και πολλές άλλες. Η αποτελεσματικότητα μιας επιδότησης κρίνεται κυρίως από το βαθμό στον οποίο η επιδοτούμενη δραστηριότητα επεκτείνεται σε σχέση με αυτό που θα ίσχυε χωρίς την επιδότηση. Για παράδειγμα, η επιδότηση για αγορά υβριδικού αυτοκινήτου είναι αποτελεσματική μόνο αν οδηγήσει σε αύξηση των πωλήσεων υβριδικών αυτοκινήτων. Διαφορετικά, είναι απλώς μια καθαρή μεταβίβαση προς όσους ούτως ή άλλως θα αγόραζαν τέτοια οχήματα.

Μέσα από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δούμε και το θέμα της φοιτητικής χορηγίας. Το κράτος επιδοτεί την τριτοβάθμια εκπαίδευση γιατί προφανώς πιστεύει ότι όσο το δυνατόν περισσότεροι νέοι θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να σπουδάσουν. Η επιδότηση γίνεται με δύο κυρίως τρόπους. Ο ένας είναι μέσω των δημόσιων πανεπιστημίων, όπου η φοίτηση είναι δωρεάν. Ο δεύτερος είναι μέσω της φοιτητικής χορηγίας, την οποία λαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι φοιτητές. Το 2008 το κράτος δαπάνησε συνολικά €92 εκ. ως χορηγία σε 36 χιλιάδες φοιτητές. Για σκοπούς σύγκρισης, η χορηγία του κράτους προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου το 2010 θα είναι €78,8 εκ.

Πόσοι άραγε από αυτούς τους 36 χιλιάδες φοιτητές δεν θα σπούδαζαν αν δεν υπήρχε η χορηγία; Δεν μπορούμε να ξέρουμε την ακριβή απάντηση σε αυτό το ερώτημα, όμως είναι μάλλον βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία θα σπούδαζε ακόμα και αν η χορηγία δεν υπήρχε. Η επιλογή κατά πόσον κάποιος να πάει ή όχι για σπουδές εξαρτάται ασφαλώς από τα οικονομικά δεδομένα, εξαρτάται όμως και από πολλούς παράγοντες. Το συνολικό κόστος των σπουδών είναι αρκετά μεγάλο ώστε οι €6-7 χιλιάδες της χορηγίας να μην κάνουν πολύ μεγάλη διαφορά.

Με αυτή τη λογική γίνεται αντιληπτό ότι η φοιτητική χορηγία είναι μια πολύ αναποτελεσματική πολιτική. Ένα τεράστιο κονδύλι δαπανείται κάθε χρόνο το οποίο όμως έχει πολύ μικρό αντίκτυπο στην κοινωνία. Μια πιο στοχευμένη πολιτική θα μπορούσε να πετύχει καλύτερα αποτελέσματα με πολύ χαμηλότερο κόστος. Σωστά η κυβέρνηση περιέλαβε τη φοιτητική χορηγία στις κοινωνικές παροχές για τις οποίες έπρεπε να γίνει στόχευση. (Κατάργησή της και δέσμευση μέρους του ποσού για υποτροφίες και δάνεια θα ήταν ακόμα καλύτερη.) Δυστυχώς οι έντονες αντιδράσεις από βουλευτές (της... δεξιάς!) και από τις φοιτητικές οργανώσεις σκότωσαν αυτή την πρόθεση εν τη γενέσει της, πριν προλάβει καν να συζητηθεί. Τουλάχιστον μπορούμε να χαιρόμαστε γιατί υπάρχουν ακόμα ιδανικά για τα οποία οι φοιτητές μας είναι διατεθειμένοι να βγουν στους δρόμους.

Πολίτης, 28/2/2010

30 Νοεμβρίου 2009

Κρατική "σφραγίδα ποιότητας"

Ο Υπουργός Παιδείας προκάλεσε αντιδράσεις πριν μερικές βδομάδες όταν αναφέρθηκε στην προοπτική καθιέρωσης της Κύπρου ως περιφερειακού κέντρου εκπαίδευσης ως φαντασίωση. Στο τελευταίο τεύχος του ενημερωτικού δελτίου του ΥΠΠ ο Υπουργός καταθέτει τις σκέψεις του για το θέμα. Εξηγεί ότι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να καταστεί μια χώρα εκπαιδευτικό κέντρο δεν ικανοποιούνται στην Κύπρο και διατυπώνει κάποιες εισηγήσεις για το τι δέον γενέσθαι.

Το κύριο πρόβλημα που εντοπίζει ο Υπουργός είναι ότι η Κύπρος δεν διαθέτει εκπαιδευτική παράδοση ούτε και ιδρύματα πολύ υψηλού γοήτρου που θα προσελκύσουν ξένους φοιτητές. Τα δημόσια πανεπιστήμια αδυνατούν λόγω γλώσσας ενώ τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν έχουν ακόμα το απαιτούμενο κύρος και αναγνώριση. Ο κος Δημητρίου προτείνει τη δημιουργία ενός νέου κρατικού ιδρύματος που να αξιοποιεί τις υποδομές και προσωπικό όλων των υπαρχόντων ιδρυμάτων και να προσφέρει προγράμματα σπουδών στην αγγλική γλώσσα.

Το όλο σκεπτικό του Υπουργού στηρίζεται στην πεποίθησή του ότι τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν "τη σφραγίδα ποιότητας και αναγνώρισης που προσφέρει η κρατική τους υπόσταση". Όμως η κρατική υπόσταση από μόνη της δεν εξασφαλίζει την ποιότητα. Ο πλανήτης είναι γεμάτος με κρατικά πανεπιστήμια που ούτε κύρος διαθέτουν, ούτε αναγνώριση. Απεναντίας, όλα τα πανεπιστήμια που ο Υπουργός παρέθεσε ως παραδείγματα ιδρυμάτων πολύ υψηλού γοήτρου (Οξφόρδη, Cambridge, Harvard, Yale, Stanford) είτε είναι ιδιωτικά (τα Αμερικανικά) είτε λειτουργούν ως τέτοια (τα Βρετανικά). Τα ιδρύματα αυτά δεν έχουν ανάγκη από κάποια σφραγίδα ποιότητας από την Αμερικανική ή τη Βρετανική κυβέρνηση για να θεωρούνται ως τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου.

Το κύρος δεν αποδίδεται μέσα από άνωθεν ντιρεκτίβες και γραφειοκρατικές διαδικασίες. Το κύρος κερδίζεται με τη παραγωγή έργου που τυγχάνει αναγνώρισης τόσο από την επιστημονική κοινότητα όσο και από την ευρύτερη κοινωνία. Ένα καινούριο ίδρυμα πρέπει να δουλέψει σκληρά και συστηματικά για πολλά χρόνια για να πετύχει την αναγνώριση. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου έχει κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Οι απόφοιτοί του γίνονται δεκτοί για μεταπτυχιακές σπουδές σε ξένα πανεπιστήμια, όχι επειδή το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι κρατικό αλλά επειδή οι απόφοιτοί του έχουν το απαιτούμενο επίπεδο.

Όμως η αναγνώριση που τόσο δύσκολα κερδίζεται, πολύ πιο εύκολα χάνεται. Αν τα δημόσια πανεπιστήμια της Κύπρου επαναπαυθούν στη "σφραγίδα ποιότητας και αναγνώρισης που προσφέρει η κρατική τους υπόσταση", η πορεία τους δεν θα είναι διαφορετική από αυτήν της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αν όμως παραμείνουν προσηλωμένα στο στόχο της διεθνούς καταξίωσης, και αν το κράτος τους δώσει την ελευθερία κινήσεων για να ξανοιχτούν προς τα έξω, τότε μπορούν να πετύχουν πολλά.

Πολίτης, 29/11/2009

16 Νοεμβρίου 2009

Παραπαιδεία

Οι συζητήσεις που γίνονται κάθε τόσο για το ζήτημα της παραπαιδείας δείχνουν ένα μεγάλο χάσμα απόψεων. Από τη μια βρίσκεται η πλειοψηφία της πολιτικής ηγεσίας και των εμπλεκόμενων στο χώρο της παιδείας, οι οποίοι κατηγορούν τους ιδιώτες φροντιστές για εκμετάλλευση των γονιών και των μαθητών. Από την άλλη είναι η ευρύτερη κοινωνία, η οποία προσφεύγει μαζικά στα φροντιστήρια, θεωρώντας προφανώς ότι εξασφαλίζουν κάτι που το δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να δώσει.

Η ύπαρξη της παραπαιδείας είναι μια καθόλα φυσιολογική αντίδραση της κοινωνίας σε μια σειρά λανθασμένων κρατικών πολιτικών. Οι πολιτικές αυτές δημιουργούν τόσο την ανάγκη για φροντιστηριακές υπηρεσίες όσο και τις στρατιές των εκπαιδευτικών που είναι πρόθυμοι να τις προσφέρουν. Η ανάγκη προκύπτει από το γεγονός ότι η πολιτεία έχει καταστήσει τις εισαγωγικές εξετάσεις ως το μοναδικό κριτήριο εισδοχής στα δημόσια πανεπιστήμια. Η κοινωνία μας δίνει μεγάλη αξία στο πανεπιστημιακό πτυχίο γιατί το θεωρεί κλειδί για την επαγγελματική αποκατάσταση. Φυσιολογικά λοιπόν γονείς και μαθητές έχουν θέσει την επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις ως τον απόλυτο στόχο, αφήνοντας το αναλυτικό πρόγραμμα του λυκείου σε δεύτερη μοίρα. Κανείς δεν θα πρέπει να ανέμενε οτιδήποτε διαφορετικό.

Η μεγάλη προσφορά φροντιστηριακών υπηρεσιών είναι κι αυτή προϊόν κακής κρατικής πολιτικής. Στο χώρο της εκπαίδευσης το πτυχίο δεν είναι απλώς κλειδί για την επαγγελματική αποκατάσταση· είναι εχέγγυο. Η προσδοκία της βέβαιης θέσης στο δημόσιο προσελκύει πολλούς νέους στο χώρο της εκπαίδευσης. Όλοι αυτοί κάπως θα πρέπει να απασχολούνται κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της αποφοίτησής τους και του πολυπόθητου διορισμού. Τα φροντιστήρια είναι μια φυσιολογική επιλογή, όπου εκτός των άλλων αποκτούν και εμπειρίες που θα τους είναι ιδιαίτερα χρήσιμες όταν τελικά διοριστούν.

Η ύπαρξη της παραπαιδείας ενοχλεί πολλούς γιατί αντακατοπτρίζει το μέγεθος της αποτυχίας της εκπαιδευτικής μας πολιτικής. Όμως η παραπαιδεία είναι το σύμπτωμα, δεν είναι η ασθένεια. Η ασθένεια είναι η καθοδική πορεία του δημόσιου σχολείου. Οι λόγοι για αυτή την κατάσταση είναι πολλοί, αλλά ένας από τους κυριότερους είναι η παντελής έλλειψη μηχανισμών αξιολόγησης στη δημόσια εκπαίδευση. Το δημόσιο λύκειο αδυνατεί να αξιολογήσει τους μαθητές του και να τους δώσει ένα αξιόπιστο απολυτήριο. Το Υπουργείο Παιδείας αδυνατεί να αξιολογήσει τους υποψήφιους εκπαιδευτικούς (τους προσλαμβάνει όλους με τη σειρά), τους εν ενεργεία εκπαιδευτικούς, τη σχολική μονάδα, και γενικά το εκπαιδευτικό έργο που επιτελούν τα σχολεία μας. Όσο η δημόσια παιδεία νοσεί, τόσο η ιδιωτική παιδεία (πρωινή και απογευματινή) θα εξαπλώνεται για να αναπληρώσει το κενό, προσφέροντας στην κοινωνία αυτό που η πολιτεία δεν μπορεί να προσφέρει.

Πολίτης, 15/11/2009

8 Νοεμβρίου 2009

Η πλάνη της ελεύθερης πρόσβασης

Ο Υπουργός Παιδείας δήλωσε πριν μερικές μέρες ότι η ελεύθερη πρόσβαση στα δημόσια πανεπιστήμια αποτελεί πολιτική της κυβέρνησης. Η πολιτική αυτή έχει πολλούς υποστηρικτές, πολλοί εκ των οποίων τη θεωρούν ως κοινωνικό μέτρο που θα εξαλείψει την παραπαιδεία και θα δώσει σε όλους την ευκαιρία να διεκδικήσουν την απόκτηση πτυχίου επί ίσοις όροις.

Το πρόβλημα με αυτή τη λογική είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψιν τις μακροπρόθεσμες συνέπειες από την υιοθέτηση μιας τέτοιας πολιτικής. Η ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια θα εξαλείψει μεν την παραπαιδεία, ταυτόχρονα όμως θα πλήξει ανεπανόρθωτα τη δημόσια παιδεία σε όλα της τα επίπεδα. Χωρίς καμιά πρακτική χρησιμότητα, το δημόσιο λύκειο θα καταντήσει πάρεργο για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Οι μαθητές θα αποφοιτούν και θα μπαίνουν στα δημόσια πανεπιστήμια χωρίς να έχουν τα απαραίτητα εφόδια. Τα πανεπιστήμια θα αναγκαστούν να διδάσκουν την ύλη των λυκείων, υποβαθμίζοντας το γενικό επίπεδο σπουδών. Οι γονείς που έχουν την οικονομική δυνατότητα θα εγκαταλείψουν το υποβαθμισμένο δημόσιο σχολείο και θα στραφούν προς τα ιδιωτικά σχολεία και τα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Τα παιδιά τους θα επιστρέψουν στην Κύπρο με καλύτερα προσόντα και θα έχουν πλεονέκτημα στην αγορά εργασίας έναντι αυτών που μένουν στη δημόσια παιδεία. Η ελεύθερη πρόσβαση θα έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από ότι οραματίζονται όσοι τη θεωρούν ως κοινωνικό μέτρο.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τα πράγματα έχουν πάρει αυτή την καταστροφική πορεία εδώ και πολύ καιρό. Τα φροντιστήρια έχουν υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό το δημόσιο σχολείο, ειδικά για όσους ενδιαφέρονται για σπουδές, και τα ιδιωτικά σχολεία αυξάνονται και επεκτείνονται συνεχώς. Το απολυτήριο του λυκείου έχει ελάχιστη αξιοπιστία στην αγορά. Πολλά πανεπιστήμια της Αγγλίας αποδέχονται τα απολυτήρια άλλων χωρών ως κριτήρια εισδοχής αλλά από τους Κύπριους ζητούν και GCE. Και γιατί να αποδεχτούν οι ξένοι το Κυπριακό απολυτήριο, τη στιγμή που το ίδιο το Κυπριακό κράτος δεν το αποδέχεται και θέλει να το παραμερίσει;

Αυτό που θα σώσει το δημόσιο σχολείο δεν είναι η εξασφάλιση θέσεων στα δημόσια πανεπιστήμια για όλους τους αποφοίτους του. Το δημόσιο σχολείο θα σωθεί όταν μπορέσει να εκπαιδεύει μαθητές τους οποίους τα πανεπιστήμια - ιδιωτικά και δημόσια, Κυπριακά και ξένα - θα θέλουν να έχουν. Το δημόσιο σχολείο θα αποκτήσει κύρος όταν μπορέσει να παραδίδει στους αποφοίτους του ένα απολυτήριο το οποίο θα έχει αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας και στο διεθνή πανεπιστημιακό χώρο. Η ελεύθερη πρόσβαση για όλους είναι ένα εύηχο σύνθημα και μια εύκολη λύση που θα απαλλάξει πολλούς από τις ευθύνες τους, θα έχει όμως καταστροφικές συνέπειες για τη δημόσια εκπαίδευση.

Πολίτης, 8/11/2009

11 Νοεμβρίου 2004

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η οικονομία της αγοράς

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον την έκθεση της επιτροπής για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά χρήσιμο και ενημερωτικό κείμενο από την μελέτη του οποίου θεωρώ ότι έγινα σοφότερος, ειδικά όσον αφορά στη φιλοσοφική θεώρηση της παιδείας. Στο πρακτικό της μέρος η έκθεση επισημαίνει ορθά τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κυπριακή παιδεία - αναφέρω ειδικά τον εθνοκεντρισμό, τον συγκεντρωτισμό και τον γνωσιοκεντρισμό - και εισηγείται σειρά μέτρων για την αντιμετώπισή τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μέτρα αυτά θα οδηγήσουν, αν υιοθετηθούν, σε βελτιωτικές αλλαγές στην Κυπριακή παιδεία.

Ταυτόχρονα, όμως, η έκθεση θα μπορούσε να ήταν πολύ πιο ριζοσπαστική αν αντιμετώπιζε με λιγότερη προκατάληψη τις σύγχρονες τάσεις στο χώρο τόσο της παιδείας όσο και γενικότερα της οικονομίας. Το όλο κείμενο διαπνέεται από μια φιλοσοφία δαιμονοποίησης της οικονομίας της αγοράς και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Από τη μια επικρίνει το συγκεντρωτισμό, ενώ από την άλλη υιοθετεί μια πατερναλιστική, κρατικιστική άποψη της παιδείας και απορρίπτει χωρίς πολλή συζήτηση κάθε ιδέα που μπορεί να θεωρηθεί "νεοφιλελεύθερη". Πιστεύω ότι αυτή η προσέγγιση είναι αχρείαστα δογματική και αποκλείει πολλές καλές ιδέες, περιορίζοντας έτσι σημαντικά το οπλοστάσιο του σχεδιαστή ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος.

Μια σημαντική ιδέα που λείπει από την έκθεση είναι η δυνατότητα επιλογής. Αναφέρομαι στη δυνατότητα του γονιού να επιλέξει το σχολείο των παιδιών του, τη δυνατότητα του σχολείου να επιλέξει τους εκπαιδευτικούς που θα διδάσκουν σε αυτό, την δυνατότητα των εκπαιδευτικών να επιλέξουν το σχολείο στο οποίο θα υπηρετήσουν. Η μόνη αναφορά στη δυνατότητα επιλογής που μπόρεσα να εντοπίσω στην έκθεση την παρουσιάζει με αρνητικό τρόπο ως νεοφιλελεύθερη επινόηση που οδηγεί στην "εμπορευματοποίηση της γνώσης". Μια διαφορετική άποψη είναι ότι η δυνατότητα του γονιού να επιλέξει το σχολείο του παιδιού του δεν είναι νεοφιλελεύθερη ιδιοτροπία αλλά θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα.

Επιπρόσθετα, το δικαίωμα επιλογής μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για αποτελεσματικότερη λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των σχολείων για την προσέλκυση των καλύτερων μαθητών και εκπαιδευτικών είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να διασφαλιστεί η ποιότητα του δημόσιου σχολείου. Εξίσου σημαντικός για αυτό το σκοπό είναι και ο ρόλος της ιδιωτικής εκπαίδευσης, η οποία προσφέρεται ως εναλλακτική λύση στην περίπτωση που τα δημόσια σχολεία δεν εκπληρώνουν την αποστολή τους. Η ιδιωτική παιδεία μπορεί να λειτουργήσει ως βαρόμετρο για την επιτυχία της δημόσιας παιδείας. Αυτό ισχύει τόσο για την δευτεροβάθμια όσο και για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ως μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου θεωρώ ότι η ανάπτυξη της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα επενεργήσει ευεργετικά στα αντίστοιχα κρατικά ιδρύματα.

Αντίθετα, η έκθεση διαπνέεται από μια έντονη καχυποψία έναντι της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όπως φαίνεται από τις αναφορές στην ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αφήνεται ουσιαστικά να νοηθεί ότι η επιτροπή δεν πιστεύει στην ιδιωτική εκπαίδευση και την αποδέχεται μόνο διότι η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να την προωθήσει. Όμως είναι ξεκάθαρο ότι η πολιτεία δεν έχει τις οικονομικές δυνατότητες να προσφέρει τριτοβάθμια εκπαίδευση σε όσους την επιζητούν (τουλάχιστον όχι δωρεάν). Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να συμπληρώσει αυτό το κενό.

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι εξαιρετικής σημασίας για τον τόπο και η έκθεση της επιτροπής αποτελεί ένα σημαντικό και χρήσιμο εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση. Εναπόκειται στους αρμόδιους να μελετήσουν προσεκτικά τις εισηγήσεις τόσο της επιτροπής όσο και άλλων ειδικών και να προχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση στο σχεδιασμό ενός εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής μας.

Πολίτης, 11/11/2004

28 Δεκεμβρίου 2003

Μεταπτυχιακά δίδακτρα: ένα θετικό "όχι" της Βουλής

Η υπερψήφιση από τη Βουλή του νομοσχεδίου για το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου επεφύλασσε και μια έκπληξη που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η Βουλή απέρριψε κατά πλειοψηφία την εισήγηση της κυβέρνησης για τη μη επιβολή διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα του νέου πανεπιστημίου. Το εντυπωσιακό είναι ότι την κυβερνητική πρόταση καταψήφισαν δύο από τα τρία κόμματα της συμπολίτευσης (ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ).

Η φιλοσοφία της δωρεάν παιδείας στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η μόρφωση είναι ένα κοινωνικό αγαθό και πρέπει να επιδοτείται. Από οικονομικής σκοπιάς, η επιδότηση κάποιας δραστηριότητας δικαιολογείται όταν αυτή έχει επιπτώσεις που δεν περιορίζονται στα συναλλασσόμενα μέρη αλλά επεκτείνονται στην ευρύτερη κοινωνία. Η παιδεία θεωρείται ότι είναι μια τέτοια δραστηριότητα: όταν ένα άτομο αυξάνει το μορφωτικό του επίπεδο επωφελείται μεν το ίδιο αλλά ταυτόχρονα επηρεάζει θετικά και το περιβάλλον του.

Όμως αυτό δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για τη μόρφωση οποιασδήποτε μορφής και επιπέδου. Οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι το κοινωνικό όφελος από την παιδεία είναι σημαντικό σε χαμηλά επίπεδα μόρφωσης, εκμηδενίζεται όμως σταδιακά όσο ανεβαίνουμε σε ψηλότερα επίπεδα. Με άλλα λόγια, ενδείκνυται η επιδότηση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και πιθανότατα της δευτεροβάθμιας, όχι όμως κατ' ανάγκην και της τριτοβάθμιας - ή τουλάχιστον όχι για όλους τους κλάδους. Σε πολλούς τομείς η αγορά παρέχει ικανοποιητική ανταμοιβή για απόκτηση επιπρόσθετης μόρφωσης υπό μορφή περισσότερων ευκαιριών απασχόλησης και αυξημένων απολαβών. Αυτό ισχύει κυρίως για σπουδές με σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό (π.χ. διοίκηση επιχειρήσεων, νομικά, λογιστικά, ιατρική, κ.λπ.) αλλά ακόμα περισσότερο για μεταπτυχιακές σπουδές. Πιστεύει κανείς πραγματικά ότι το κράτος πρέπει να επιδοτεί όσους παρακολουθούν προγράμματα ΜΒΑ;

Πολλές Ευρωπαϊκές χώρες με μακρά παράδοση στη δωρεάν φοίτηση προβληματίζονται γιατί το κόστος έχει καταστεί δυσβάστακτο και μελετούν τρόπους να μεταφέρουν μέρος του κόστους στους ενδιαφερόμενους. Σε μια εποχή που τα δημόσια ταμεία είναι άδεια, είναι μυστήριο πώς η δική μας κυβέρνηση έκρινε ότι θα μπορούσε να κινηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Είναι ενθαρρυντικό ότι η Βουλή εκτίμησε σωστά την κατάσταση και έβαλε φρένο σε αυτή την πρόταση.

Πολίτης, 28/12/2003

13 Ιουλίου 2003

Αδιόριστοι δάσκαλοι και αποκέντρωση της Παιδείας

Η ανεργία μπαίνει σιγά-σιγά στη ζωή και των δασκάλων. Φέτος για πρώτη φορά ο αριθμός νέων πτυχιούχων στην δημοτική εκπαίδευση θα είναι σημαντικά μεγαλύτερος του αριθμού νέων θέσεων στα σχολεία. Παρά τις δυσκολίες που θα προκαλέσει στους νέους απόφοιτους, η εμφάνιση της ανεργίας σε αυτό τον τομέα είναι υγιές φαινόμενο. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η δημοτική εκπαίδευση πρέπει να καταστεί λιγότερη ελκυστική και να σταματήσει να απορροφά τους ικανότερους νέους μας.

Όμως η εμφάνιση της ανεργίας δημιουργεί και ένα πονοκέφαλο. Ποιοι από τους απόφοιτους θα διοριστούν φέτος και ποιοι θα αναγκαστούν να περιμένουν; Υπάρχουν δύο επιλογές. Η μια είναι να ακολουθήσουμε την πεπατημένη και να βασιστούμε στους κατάλογους διοριστέων. Η λύση αυτή είναι μεν καταστροφική, όπως όλοι παραδέχονται, είναι όμως εύκολη. Η άλλη επιλογή είναι να φτιάξουμε ένα σύστημα αξιολόγησης και πρόσληψης εκπαιδευτικών που να βασίζεται στις ικανότητες των υποψηφίων και όχι στην ημερομηνία απόκτησης του πτυχίου τους. Αυτή η επιλογή είναι δύσκολη και χρειάζεται δημιουργικότητα και φαντασία. Πάνω από όλα, όμως, χρειάζεται τόλμη ενάντια στις βέβαιες αντιδράσεις όσων βολεύονται από το υφιστάμενο σύστημα και όσων ασπάζονται την νοοτροπία του εφησυχασμού.

Χρειάζεται να βρεθεί ένας τρόπος αξιολόγησης των υποψηφίων με αξιοκρατικά κριτήρια. Πώς θα γίνει αυτή η αξιολόγηση; Ποιος θα αποφασίσει κατά πόσον ο τάδε υποψήφιος με το Α πτυχίο είναι καλύτερος από το δείνα υποψήφιο με το Β πτυχίο; Μια λύση, σχετικά εύκολη κι αυτή, είναι οι γραπτές εξετάσεις. Όμως οι εξετάσεις αξιολογούν μόνο τις γνώσεις των υποψηφίων και όχι όλα τα άλλα προσόντα που χρειάζεται να έχει ένας καλός εκπαιδευτικός. Χρειάζεται κάτι παραπάνω.

Η δύσκολη αλλά και αποτελεσματική λύση είναι η αποκέντρωση της παιδείας. Να δοθεί στο κάθε σχολείο (ή σχολική εφορεία) η εξουσία για πρόσληψη νέων δασκάλων. Οι υποψήφιοι να αξιολογούνται από επιτροπή η οποία να απαρτίζεται από τη διεύθυνση του σχολείου και εκπροσώπους του διδακτικού προσωπικού, των γονέων και του Υπουργείου. Οι δάσκαλοι και οι γονείς είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και έχουν κάθε λόγο να θέλουν την πρόσληψη ικανών εκπαιδευτικών. Πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο. Ο κίνδυνος παρατυπιών και ευνοιοκρατικών προσλήψεων πάντα υπάρχει, όπως η εμπλοκή όλων αυτών των μερών στη διαδικασία θα περιορίσει αυτό τον κίνδυνο στο ελάχιστο.

Η πιο πάνω εισήγηση αποτελεί ένα πρώτο βήμα για την αποκέντρωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Θα πρέπει να ακολουθήσουν κι άλλα, όπως η δημιουργία μηχανισμών που να δίνουν κίνητρα και να ανταμείβουν αυτούς που προσφέρουν. Η ανελαστική διαχείριση από το Υπουργείο Παιδείας πνίγει κάθε διάθεση για ανάληψη προσωπικής πρωτοβουλίας. Έχει καταντήσει κοινοτοπία να λέμε ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα νοσεί. Η περίπτωση των δασκάλων προσφέρει στη κυβέρνηση μια μοναδική ευκαιρία να πρωτοπορήσει υιοθετώντας νέες και τολμηρές πρακτικές.

Πολίτης, 13/7/2003

24 Ιουνίου 2002

Πώς η φοιτητική ψήφος θα υπονομεύσει το Πανεπιστήμιο

Ξεκίνησα αυτό το άρθρο με σκοπό να εξηγήσω τους λόγους που οι φοιτητές δεν πρέπει να έχουν ουσιαστική συμμετοχή στα σώματα του Πανεπιστημίου και για να επισημάνω τις μικροκομματικές σκοπιμότητες που οδήγησαν τη Βουλή στη ψήφιση του επίμαχου νομοσχεδίου. Μετά όμως από κάποια σκέψη συνειδητοποίησα ότι ένα τέτοιο άρθρο ήταν εντελώς αχρείαστο. Αφ' ενός γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος με στοιχειώδη κριτική ικανότητα που να πιστεύει ότι 20χρονοι φοιτητές θα πρέπει να αποφασίζουν για το μέλλον του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος του τόπου. Και αφ' ετέρου διότι κάθε Κύπριος γνωρίζει ότι τα κόμματα ψήφισαν αυτό το νόμο για να αποκτήσουν μέσω των φοιτητικών παρατάξεων λόγο στο μέχρι τούδε απρόσιτο σε αυτούς Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Παρόλα αυτά η έκπληξη που προκάλεσε η έντονη αντίδραση του Πανεπιστημίου δείχνει ότι πολλοί δεν έχουν αντιληφθεί πόσο καταστροφική μπορεί να είναι η πρόσφατη εξέλιξη. Κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί, τι κι αν οι φοιτητές έχουν το 25% του συνόλου των ψήφων, οι πανεπιστημιακοί έχουν το υπόλοιπο 75% και άρα κάνουν ότι θέλουν. Όμως η λογική αυτή παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι φοιτητές δεν ενεργούν σαν ανεξάρτητα άτομα αλλά σαν συνδικαλιστικά όργανα που ακολουθούν τη γραμμή που καθορίζεται από τις παρατάξεις τους. Αντίθετα οι καθηγητές δεν έχουν ενιαία φωνή και ενεργούν ο καθένας ανεξάρτητα. Το αποτέλεσμα είναι οι φοιτητές να διαθέτουν ουσιαστικά τη νικώσα ψήφο σε όποιο θέμα δεν υπάρχει ισχυρή πλειοψηφία μεταξύ των καθηγητών.

Το πρόβλημα αυτό θα είναι ιδιαίτερα έντονο σε περιόδους εκλογών, όπως είναι οι πρυτανικές εκλογές που θα έχουμε στους επόμενους λίγους μήνες. Αν υπάρχουν πέραν του ενός υποψηφίου τότε οι φοιτητές με το ποσοστό ψήφων που διαθέτουν θα έχουν ρυθμιστικό ρόλο. Με ένα απλό υπολογισμό μπορεί κάποιος να δεί ότι είναι δυνατόν ένας υποψήφιος που υποστηρίζεται από το 70% των καθηγητών να χάσει τις εκλογές αν οι φοιτητές αποφασίσουν να υποστηρίξουν τον ανθυποψήφιό του. Οδηγούμαστε ουσιαστικά σε μια κατάσταση όπου οι φοιτητές θα επιλέγουν όλους τους αιρετούς αξιωματούχους του Πανεπιστήμιου, περιλαμβανομένου και του πρύτανη!

Μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα είναι αναπόφευκτο ότι θα ευδοκιμήσουν οι πελατειακές σχέσεις. Οι φοιτητές θα επιζητήσουν ανταλλάγματα για τη ψήφο τους και θα βρεθούν υποψήφιοι που θα τους τα υποσχεθούν. Το αποτέλεσμα θα είναι η διολίσθηση του Πανεπιστημίου Κύπρου σε μια πορεία αυτοκαταστροφής. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι το πιο πάνω σενάριο δεν κάνει κανένα διαχωρισμό μεταξύ "κακών" φοιτητών και "καλών" καθηγητών. Αντίθετα, είναι σαφές ότι για να παιχτεί το παιγνίδι χρειάζεται συμμετοχή και από τις δύο πλευρές. Και δεν πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία ότι από τη στιγμή που το σύστημα δημιουργήσει αυτά τα κίνητρα, οι παίχτες θα βρεθούν. Η κατάσταση που επικρατεί στα Ελληνικά πανεπιστήμια είναι μια τραγική ένδειξη του τι μας περιμένει.

Και ας μην μας αντιτάξουν το επιχείρημα ότι "εδώ δεν είναι Ελλάδα". Αυτή είναι η προσφιλής αντίδραση των φοιτητών (και των πολιτικών και δημοσιογράφων που τους καλοπιάνουν) όποτε χρησιμοποιήσει κάποιος τα Ελληνικά πανεπιστήμια ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Η αντίδραση αυτή είναι μια αλαζονική έκφραση της νοοτροπίας ότι εμείς είμαστε πιο έξυπνοι από τους άλλους και άρα δεν θα τα θαλασσώσουμε όπως αυτοί. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο μύθο πίσω από τον οποίο κρύβονται συχνά αυτοί που δεν έχουν τα κότσια να πάρουν τις σωστές αποφάσεις. Τα Ελληνικά πανεπιστήμια έφτασαν στο σημείο που έφτασαν γιατί το σύστημα πάνω στο οποίο βασίστηκε η λειτουργία τους είχε θεμελιώδη προβλήματα. Να είστε βέβαιοι ότι αν υιοθετήσουμε το ίδιο σύστημα θα καταλήξουμε κι εμείς στο ίδιο ακριβώς σημείο.

Το θέμα θα πρέπει να επανατοποθετηθεί στην ορθή του βάση. Οι φοιτητές πρέπει να εκπροσωπούνται στα όργανα του Πανεπιστημίου για να παραθέτουν τις απόψεις τους και να ενημερώνονται για τις αποφάσεις που λαμβάνονται. Αυτό επιτυγχάνεται με τη συμμετοχή δύο εκπροσώπων, όπως ίσχυε μέχρι τώρα. Η αρχή της αναλογικής εκπροσώπησης δεν υπήρχε στους αρχικούς κανονισμούς λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Επιβλήθηκε για πρώτη φορά από τα κόμματα πριν μερικά χρόνια όταν δόθηκε στους φοιτητές ψήφος στις Πρυτανικές εκλογές. Με το τελευταίο νομοθέτημα της Βουλής το ατόπημα διερύνεται με περαιτέρω αύξηση των ποσοστών και επέκταση του και στα τμήματα. Πρόκειται για μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του Πανεπιστημίου. Τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να αναλογιστούν τις ευθύνες τους και να αντιστρέψουν αυτή την επικίνδυνη πορεία προτού είναι πολύ αργά.

Πολίτης, 24/6/2002

31 Μαρτίου 2002

Προεισαγωγικές και παραπαιδεία

Η επίδοση στις πανεθνικές προεισαγωγικές εξετάσεις αποτελεί το μοναδικό κριτήριο εισδοχής φοιτητών στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Κύπρου και της Ελλάδας. Το σύστημα αυτό έχει το σημαντικό πλεονέκτημα της αντικειμενικότητας (δεδομένου βέβαια ότι διασφαλίζεται το αδιάβλητο των εξετάσεων). Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό μια και η κυριαρχία του μέσου στη δημόσια ζωή έχει καλλιεργήσει μια δυσπιστία στο μέσο Κύπριο έναντι στους θεσμούς του κράτους. Η αντικειμενική αξιολόγηση που διασφαλίζει το σύστημα των εξετάσεων έχει συντείνει ώστε να γίνει ευρέως αποδεχτό από την κοινωνία.

Δυστυχώς όμως η καθολική αυτή αποδοχή αποκρύβει τα πολλά προβλήματα που δημιουργεί το σύστημα αυτό. Η αποκλειστική εξάρτηση στις εξετάσεις είναι ο κύριος υπαίτιος για τη γνωσιοκεντρική κατεύθυνση που έχει πάρει η παιδεία μας. Οι εξετάσεις ενθαρρύνουν την παπαγαλία και τη στεγνή απομνημόνευση γνώσεων που πολύ σύντομα θα ξεχαστούν. Αντίθετα, αρετές με διαχρονική αξία όπως η δημιουργικότητα, η πρωτοβουλία, το ανοιχτό μυαλό και η κριτική ικανότητα δεν αμείβονται και μοιραία υποβαθμίζονται.

Συνεπακόλουθο αυτού του γνωσιοκεντρισμού είναι και η ανεξέλεγκτη εξάπλωση της παραπαιδείας, η οποία αποτελεί τραγική ένδειξη της αποτυχίας του Κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος. Ο έντονος ανταγωνισμός για τις θέσεις στα καλά πανεπιστήμια ωθεί τους μαθητές να νυχτοξημερώνονται στα φροντιστήρια πολεμώντας για μερικά επιπρόσθετα μόρια που θα τους εξασφαλίσουν θέση στο πανεπιστήμιο της προτίμησής τους. Πέραν του ότι είναι αντιπαιδαγωγικός, ο ανταγωνισμός αυτός θέτει σε μειονεκτική θέση τους μαθητές που για οικονομικούς, οικογενειακούς ή άλλους λόγους δεν έχουν την ευχέρεια να παρακολουθούν φροντιστήρια.

Τα προβλήματα αυτά μπορούν να απαμβλυνθούν με την εισαγωγή ενός νέου συστήματος όπου η αξιολόγηση των υποψηφίων θα βασίζεται σε μια σειρά από κριτήρια. Η επίδοση σε εξετάσεις θα μπορεί να είναι ένα από τα κριτήρια αυτά. Η βαθμολογία απολυτηρίου θα μπορούσε να αποτελέσει ένα άλλο κριτήριο, πιθανότατα σταθμισμένη με κάποιο τρόπο ώστε να αποφευχθεί ο λεγόμενος "πληθωρισμός βαθμών", η τάση δηλαδή να παίρνουν όλοι 20ρια. Μπορεί επίσης να λαμβάνεται υπ' όψιν η επίδοση σε τεστ ικανότητας (ανάλογα των Αμερικανικών SAT), καθώς και η συμμετοχή στα κοινά ή σε αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.

Τα πιο πάνω είναι ορισμένες εισηγήσεις και δεν αποτελούν μαγική συνταγή. Το σημαντικό είναι να αρχίσει ένας δημόσιος διάλογος για την εκ βάθρων αναθεώρηση του συστήματος. Υπάρχουν ειδικοί επί του θέματος που θα μπορούσαν να εισηγηθούν διάφορα κριτήρια, καθώς και οι εμπειρίες άλλων χωρών τις οποίες μπορούμε να μελετήσουμε. Χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς ακολουθούν ένα πολύ διαφορετικό μοντέλο όπου οι μόνες εξετάσεις που απαιτούνται είναι γενικές εξετάσεις ικανότητας και όχι παράθεσης γνώσεων. Επίσης, ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες (όπως η Ισπανία) έχουν αρχίσει να επανεξετάζουν τα δικά τους συστήματα επιλογής για τα πανεπιστήμια. Ας μη μείνουμε ουραγοί σε αυτό το σημαντικό θέμα.

Πολίτης, 31/3/2002

17 Φεβρουαρίου 2002

Nα πας δασκάλα, κόρη μου

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες οι τελειόφοιτοι των λυκείων μας δηλώνουν τις προτιμήσεις τους ανάμεσα στα διάφορα πανεπιστήμια και κλάδους σπουδών. Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος οι περισσότεροι από αυτούς θα ακούσουν δεκάδες φορές από γονείς, συγγενείς και φίλους παραινέσεις όπως την πιο πάνω. Και όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος οι περισσότεροι θα ακολουθήσουν αυτές τις συμβουλές.

Και ποιος τους αδικεί, αφού το επάγγελμα του δασκάλου προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα: ψηλές απολαβές, ζηλευτό ωράριο, άμεση και εξασφαλισμένη διά βίου εργοδότηση. Φυσιολογικά η δημοτική εκπαίδευση απορροφά πολλούς από τους πιο αξιόλογους νέους μας. Δύο είναι τα ερωτήματα που τίθενται. Πρώτον, είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος επιλογής εκπαιδευτικών για τα σχολεία μας; Και δεύτερον, είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού της οικονομίας μας;

Η παιδεία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την κοινωνία και την οικονομία και η σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας απαιτεί ικανούς και αφοσιωμένους δασκάλους. Η κοινωνία μας κατέστησε το επάγγελμα του δασκάλου πολύ ελκυστικό προσδοκώντας να προσελκύσει τους καλύτερους νέους στο επάγγελμα. Και χωρίς αμφιβολία τα κατάφερε. Οι δάσκαλοι που παράγει το υφιστάμενο σύστημα είναι χωρίς αμφιβολία ικανότατοι αφού είναι οι καλύτεροι μαθητές των λυκείων μας.

Όμως κάπου μας διέφυγε μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια: ότι οι καλύτεροι μαθητές δεν γίνονται κατ' ανάγκην οι καλύτεροι δάσκαλοι. Οι καλύτεροι δάσκαλοι είναι αυτοί που επιλέγουν το επάγγελμα γιατί έχουν μεράκι και διάθεση να δουλέψουν με τα παιδιά. Αντί αυτού το σύστημα ωθεί στη δημοτική εκπαίδευση πολλούς νέους και, κυρίως, νέες οι οποίοι παρασυρόμενοι από κοινωνικές και οικογενειακές πιέσεις απλά επιζητούν την εξασφάλιση. Πολλοί από αυτούς καταλήγουν να φθίνουν σε ένα χώρο που δεν τους γεμίζει, ενώ θα μπορούσαν να είχαν διαπρέψει σαν επιστήμονες, ερευνητές, ή επιχειρηματίες. Από την άλλη, νέοι που θα μπορούσαν να γίνουν εξαίρετοι παιδαγωγοί αποκλείονται από το επάγγελμα διότι δεν είναι ατσίδες στα μαθηματικά ή διότι δεν μπορούσαν να πληρώνουν φροντιστήριο για να τους προετοιμάσει για τις προεισαγωγικές.

Θεωρώ την κατάσταση αυτή ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τόπος μας σήμερα. Ένα πρόβλημα που περνά ουσιαστικά απαρατήρητο, ίσως γιατί ο αντίκτυπος δεν είναι άμεσος. Όμως οι μακροχρόνιες προεκτάσεις είναι ανυπολόγιστες. Ας αναλογιστούμε μόνο ότι κάθε νέος που επιλέγει σήμερα τη δημοτική εκπαίδευση για να εξασφαλιστεί, αποστερεί τον τόπο από την προσφορά του σε άλλους τομείς για τα επόμενα 30 με 40 χρόνια.

Το θετικό είναι ότι η κατάσταση μπορεί εύκολα να ανατραπεί, εφόσον βέβαια υπάρχει η πολιτική βούληση. Το πρώτο βήμα είναι να τεθεί τέρμα στην εξασφαλισμένη εργοδότηση. Οι θέσεις εργασίας στη δημοτική εκπαίδευση πρέπει να ανοιχτούν στον ανταγωνισμό όπως συμβαίνει με όλους τους άλλους τομείς της οικονομίας. Ταυτόχρονα θα πρέπει να ξεκινήσει μια διαδικασία ευθυγράμμισης των όρων εργασίας στη δημοτική εκπαίδευση με αυτούς που επικρατούν σε άλλους τομείς της οικονομίας. Με τα μέτρα αυτά θα αποκατασταθεί η ισορροπία στα παρεχόμενα κίνητρα και ο κάθε νέος θα επιλέγει την καριέρα της προτίμησής του με κριτήριο την κλίση και τις ικανότητες του και όχι αποκλειστικά την επαγγελματική εξασφάλιση.

Πολίτης, 17/2/2002