9 Μαΐου 2010
Οι αρνητικές πτυχές της συμφωνίας με Κατάρ
19 Σεπτεμβρίου 2004
Δεν πουλάμε εθνικό πλούτο (τζάμπα όμως τον δίνουμε)
Είναι γνωστή η θέση της κυβέρνησης ότι ο εθνικός πλούτος δεν είναι προς πώληση. Η θέση αυτή έχει επικριθεί από τους περισσότερους αρθρογράφους που καταπιάνονται με θέματα της οικονομίας. Η κυβέρνηση όμως επιμένει, και ο ίδιος ο πρόεδρος Παπαδόπουλος υπερασπίζεται με έντονο τρόπο αυτή την πολιτική του όποτε εγερθεί το θέμα. Σε μια περίπτωση ο πρόεδρος έκανε την περιβόητη αναφορά σε "ξένους γίγαντες", οι οποίοι εποφθαλμιούν προφανώς τον εθνικό μας πλούτο. Σε δύο τουλάχιστον άλλες περιπτώσεις παρομοίωσε την πώληση ημικρατικών οργανισμών με τον διαχωρισμό οικοπέδων. Αν είναι η κυβέρνηση να πουλά την περιουσία της, είπε, γιατί να μην χωρίζει και να πουλά οικόπεδα. Πιστεύει δηλαδή ο πρόεδρος ότι το ενδεχόμενο πώλησης οικοπέδων από την κυβέρνηση είναι παράλογο και εκτός συζήτησης, και ότι το ίδιο ισχύει και για τους ημικρατικούς.
Την ίδια περίοδο που ο πρόεδρος έκανε αυτές τις δηλώσεις έγινε γνωστή και η πρόταση του υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να δοθούν δέκα άδειες για γήπεδα γκολφ με δικαίωμα ανέγερσης 3,000 κλινών για το κάθε ένα. Επειδή ο αριθμός των 3,000 κλινών μου φάνηκε εξωπραγματικός, επιστράτευσα μερικούς φίλους για να με βοηθήσουν να υπολογίσω πόσα άτομα μπορούν να ψυχαγωγηθούν σε ένα γήπεδο γκολφ 18 οπών. Το συμπέρασμά μου είναι ότι στην καλύτερη περίπτωση ένα τέτοιο γήπεδο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από 350 άτομα ημερησίως. Λόγω του ότι από τα 350 άτομα μέχρι τις 3,000 κλίνες υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι όλες αυτές οι κλίνες δεν προορίζονται για παίχτες του γκολφ. Το γκολφ είναι ίσως μια πρόφαση για να κτιστούν επαύλεις πολυτελείας.
Το κατά πόσον αυτό είναι καλή τουριστική πολιτική ή όχι θα το κρίνουν οι ειδικοί. Διερωτούμαι όμως αν η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι η αύξηση συντελεστών δόμησης για σκοπούς τουριστικής ανάπτυξης δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκποίηση εθνικού πλούτου. Εθνικός πλούτος δεν είναι μόνο τα χειροπιαστά περιουσιακά στοιχεία όπως η γη ή οι δημόσιοι οργανισμοί. Εθνικός πλούτος είναι και τα διάφορα προνόμια του κράτους, όπως η δυνατότητα ελέγχου της δόμησης. Κάθε φορά που το κράτος αυξάνει τους συντελεστές δόμησης παραχωρεί εθνικό πλούτο στους ιδιοκτήτες της επηρεαζόμενης γης. Και μάλιστα παραχωρεί αυτό τον πλούτο άνευ αντιτίμου. Η αξία αυτής της γης θα αυξηθεί κατά πολλά εκατομμύρια, κι όμως οι ιδιοκτήτες της δεν θα πληρώσουν ούτε σεντ για αυτή την εξυπηρέτηση.
Για να γίνω πιο κατανοητός, φανταστείτε το εξής υποθετικό σενάριο. Η κυβέρνηση αγοράζει τη γη σε τιμές που αντικατοπτρίζουν την αξία της με βάση τους σημερινούς χαμηλούς συντελεστές δόμησης. Μετά αυξάνει τους συντελεστές δόμησης και πωλεί τη γη στους ενδιαφερόμενους για να κτίσουν επαύλεις. Το αποτέλεσμα όσον αφορά την τουριστική ανάπτυξη είναι το ίδιο όπως και στην πρόταση του υπουργείου, με τη διαφορά ότι τα εκατομμύρια εισρέουν στα δημόσια ταμεία και όχι στις τσέπες 5-10 προνομιούχων ιδιωτών.
Με άλλα λόγια, παρά να δίνουμε χάρισμα προνόμια σε διάφορους τυχερούς, καλύτερα να χωρίζουμε και να πουλάμε οικόπεδα.
Πολίτης, 19/9/2004
8 Ιουνίου 2003
Η περιουσία του δημοσίου
Tο προεκλογικό πρόγραμμα του πρόεδρου Παπαδόπουλου περιελάμβανε τη δέσμευση για μη εκχώρηση δημόσιας περιουσίας. Η δογματική αυτή τοποθέτηση βρίσκεται σε αντίθεση με το ιδεολογικό ρεύμα της εποχής. Σε όλες τις σύγχρονες οικονομίες οι κυβερνήσεις μειώνουν την άμεση εμπλοκή τους στην παραγωγική διαδικασία και αναλαμβάνουν ρόλο εποπτικό και ρυθμιστικό. Σε αυτό άλλωστε αποσκοπεί κατά κύριο λόγο το οικονομικό μέρος του Ευρωπαϊκού κεκτημένου το οποίο έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσουμε. Κι όμως, μια μεγάλη μερίδα της πολιτικής μας ηγεσίας έχει μείνει προσκολλημένη στο παρελθόν και αρνείται πεισματικά να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Ανεξάρτητα όμως από τις διεθνείς τάσεις, η τοποθέτηση αυτή για την περιουσία του κράτους προδίδει ατολμία και ιδεολογική σύγχιση. Έχει δικαίωμα ο καθένας να πιστεύει ότι το κράτος πρέπει να αναπτύσσει επιχειρηματική δραστηριότητα στην οικονομία. Όμως μια τέτοια θέση θα πρέπει να συνοδεύεται και από κάποια επιχειρηματολογία που να εξηγά σε ποιους τομείς θα πρέπει να δραστηριοποιείται το κράτος και σε ποιους όχι. Γιατί για παράδειγμα το κράτος να έχει άμεση εμπλοκή στις τηλεπικοινωνίες και όχι στον τραπεζικό τομέα; Είναι μήπως ο τραπεζικός τομέας λιγότερο σημαντικός από τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και τη δασική βιομηχανία; Η θέση ότι "δεν ξεπουλάμε περιουσία του κράτους" συνεπάγεται ότι η εμπλοκή του κράτους θα εξαρτάται από τις ιστορικές συγκυρίες και όχι από την οικονομική λογική.
Υιοθετώντας την ισοπεδωτική αυτή στάση η κυβέρνηση περιόρισε αχρείαστα τις επιλογές της, ειδικά όσον αφορά στη διαχείριση των ημικρατικών οργανισμών. Είμαστε όλοι μάρτυρες κωμικοτραγικών φαινομένων όπως είναι οι ατέρμονες συζητήσεις στη Βουλή για το κατά πόσον η ΑΤΗΚ θα πρέπει ή όχι να συμμετάσχει στην κοινοπραξία για τον δορυφόρο(ή να προβεί σε κάποια άλλη επένδυση). Όλοι γνωρίζουμε ότι πολύ λίγοι από τους βουλευτές μας έχουν έστω και ελάχιστες γνώσεις για αυτό το θέμα και είναι παράλογο και άδικο να περιμένουμε από αυτούς να αποφασίσουν για αυτό. Κι όμως η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να συζητήσει όχι μόνο την ιδιωτικοποίηση αλλά ακόμα και απλή μετοχοποίηση των οργανισμών αυτών. Αντί αυτού ακούμε διάφορες αναφορές για αναζήτηση εναλλακτικών μοντέλων ευέλικτης διαχείρισης. Με άλλα λόγια, αντί να εκμεταλλευτούμε την εμπειρία τόσων άλλων πιο προηγμένων χωρών, πειραματιζόμαστε με την περιουσία του Κύπριου πολίτη επιζητώντας εναλλακτικά και μη δοκιμασμένα μοντέλα.
Η κυβέρνηση έχει αυτοπαγιδευτεί με την προεκλογική της δέσμευση για μη εκχώρηση περιουσίας του δημοσίου και οδηγείται σε επικίνδυνους πειραματισμούς. Ας ελπίσουμε ότι θα επικρατήσουν σοφότερες σκέψεις και η κυβέρνηση θα αναθεωρήσει την πολιτική αυτή. Το όποιο πολιτικό κόστος θα είναι σίγουρα πολύ μικρότερο από το κόστος που θα επωμιστεί ο Κύπριος πολίτης στην αντίθετη περίπτωση.
Πολίτης, 8/6/2003