Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιδιωτικοποιήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιδιωτικοποιήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Φεβρουαρίου 2014

Η τρίτη αξιολόγηση

Συνέντευξη στον Γιώργο Φράγκο, Φιλελεύθερος



Πως αξιολογείτε τη νέα αξιολόγηση της Τρόικας;

Η αξιολόγηση είναι θετική για την Κύπρο, και αυτό είναι ασφαλώς κάτι που πρέπει να μας ικανοποιεί. Η οικονομία επιδεικνύει μεγαλύτερες αντοχές από ότι περιμέναμε και η ύφεση το 2013 περιορίστηκε πολύ πιο κάτω από ότι περίμενε η Τρόικα αλλά και οι περισσότεροι αναλυτές. Μοναδική ίσως εξαίρεση ήταν η πρόβλεψη του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου, που από το περασμένο καλοκαίρι τοποθετούσε την ύφεση περίπου στα επίπεδα που κατέληξε. Μικρότερη ύφεση από την αναμενόμενη σημαίνει και καλύτερες επιδόσεις στα δημοσιονομικά. Έτσι σε αυτή τη διάσταση έχουμε ξεπεράσει τους στόχους, κάτι που μας δίνει κάποια περιθώρια ευελιξίας στο μέλλον.

Βέβαια δεν ξεχνούμε ότι παρόλο που η ύφεση είναι μικρότερη της αναμενόμενης, δεν παύει να είναι μια ύφεση της τάξης του 6%, με την ανεργία να κινείται στο 17-18%. Ειδικά η ανεργία δημιουργεί μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, ιδίως όταν γίνεται χρόνια. Μόνο η ανάπτυξη μπορεί να λύσει οριστικά το πρόβλημα, και αυτός πρέπει να είναι ο στόχος.

Στα διαρθρωτικά ζητήματα παρατηρούνται μικρές καθυστερήσεις. Η Τρόικα τις έχει επισημάνει αλλά φαίνεται να δείχνει κατανόηση μέχρι στιγμής γιατί αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για δύσκολα εγχειρήματα για τα οποία απαιτείται σωστός προγραμματισμός και ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε κωλυσιεργία. Όμως τα περιθώρια στενεύουν και την επόμενη φορά θα πρέπει να δείξουμε έργο. 


Το νέο επικαιροποιημένο μνημόνιο κρίνεται επαχθέστερο ή ηπιότερο για μας;

Δεν έχω δει ακόμα το πλήρες επικαιροποιημένο μνημόνιο, αλλά εξ όσων έχουμε ακούσει δεν υπάρχουν σημαντικές αλλαγές. Αυτό είναι και το αναμενόμενο, αφού επικαιροποίηση δεν σημαίνει νέο μνημόνιο αλλά καταγραφή των νέων δεδομένων και της προόδου που έχει επιτευχθεί. Νέο μνημόνιο θα χρειαστεί μόνο αν στο τέλος της τριετίας η Κύπρος δεν είναι ακόμα σε θέση να δανειστεί από τις αγορές και θα χρειαστεί νέο δανεισμό από την Τρόικα. Αν τα πράγματα συνεχίσουν να οδεύουν θετικά, λογικά δεν θα χρειαστεί κάτι τέτοιο. Πρέπει όμως να είμαστε σε εγρήγορση και να δείξουμε αποφασιστικότητα στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Ποιος είναι ο νέος οικονομικός Γολγοθάς ο οποίος ορθώνεται μπροστά μας και τον οποίο οφείλουμε ν’ ανεβούμε;

Η Κυπριακή οικονομία περνά από μια φάση διόρθωσης. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης είχαν δημιουργηθεί μεγάλες ανισορροπίες. Η οικονομία βρισκόταν σε μια πορεία μη βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία στηριζόταν σε δανεικά και σε πρόσκαιρη υπερ-δραστηριότητα στις κατασκευές και τα ακίνητα. Η διόρθωση ήταν αναπόφευκτη. Δυστυχώς το μέγεθος της προσαρμογής (το ύψος του Γολγοθά αν θέλετε) έγινε πολύ μεγαλύτερο από ότι θα μπορούσε να ήταν λόγω μιας σειράς από λάθη πολιτικής, τόσο δικά μας όσο και άλλων. 

Τελικά για τους ημικρατικούς ισχύει το ρητό το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο;

Δεν είναι θέμα πεπρωμένου, είναι θέμα δημοσίου συμφέροντος. Να διευκρινίσω ότι όταν μιλούμε για ιδιωτικοποιήσεις ουσιαστικά μιλούμε για τη Cyta. Το επισημαίνω αυτό διότι η περισσότερη κριτική είτε κινείται σε κάποιο θεωρητικό/ιδεολογικό επίπεδο στο οποίο είναι αδύνατο να γίνει συζήτηση με επιχειρήματα, είτε επικαλείται παραδείγματα ιδιωτικοποιήσεων που παρουσίασαν προβλήματα όπως οι σιδηρόδρομοι στη Βρετανία ή η ηλεκτροπαραγωγή στη Βουλγαρία. Στην Κύπρο δεν θα ιδιωτικοποιήσουμε τους σιδηροδρόμους μας (ευτυχώς δεν έχουμε), και την ιδιωτικοποίηση της ΑΗΚ την έχουμε μεταθέσει χρονικά γιατί ακριβώς θέλουμε να την προγραμματίσουμε σωστά για να αποφύγουμε προβλήματα που έχουν παρατηρηθεί σε άλλες χώρες. Αρθρογραφώ για το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων εδώ και πολλά χρόνια και πάντα τόνιζα την ανάγκη διαφάνειας και σωστού σχεδιασμού, ειδικά στον τομέα της ενέργειας.

Στην περίπτωση της Cyta τα πράγματα είναι αρκετά πιο απλά. Οι τηλεπικοινωνίες είναι ένας τομέας όπου οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν πετυχημένες σε όλο τον κόσμο και παρουσίασαν πολύ λίγα προβλήματα. Στην Κυπριακή αγορά υπάρχει ήδη ανταγωνισμός καθώς και μια ρυθμιστική αρχή με δέκα χρόνια εμπειρίας που έχει δώσει μέχρι τώρα καλά δείγματα γραφής. Αυτά τα δεδομένα περιορίζουν στο ελάχιστο τις όποιες ανησυχίες για δημιουργία ιδιωτικού μονοπωλίου.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ιδιωτικοποίηση δεν είναι μόνο θέμα εσόδων. Τα έσοδα είναι βέβαια σημαντικός παράγοντας, διότι αν δεν εισπραχθεί αυτό το ποσό από τις ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να εισπραχθεί από κάπου αλλού ή να φορτωθεί στο χρέος και να επιβαρύνει τους πολίτες. Ας σημειωθεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι ο μόνος τρόπος μείωσης του χρέους που δεν αφαιρεί ρευστότητα από την οικονομία, νοουμένου ότι οι αγοραστές θα είναι ξένοι.

Επιπλέον όμως, θα υπάρξουν και άλλα οφέλη. Είναι γνωστό – και έχει επιβεβαιωθεί και από τα πρόσφατα γεγονότα – ότι οι ημικρατικοί οργανισμοί αποτελούν πεδίο δράσης διαφόρων κομματικών, συνδικαλιστικών και άλλων συμφερόντων. Οι ιδιωτικοποιήσεις θα ελαχιστοποιήσουν αυτά τα φαινόμενα και θα περιορίσουν σημαντικά την πελατειακή σχέση κομμάτων-ψηφοφόρων. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι επίσης ένας τρόπος προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, κάτι που η οικονομία μας έχει μεγάλη ανάγκη ειδικά αυτή την περίοδο. Τέλος, οι ιδιωτικοποιήσεις θα αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των οργανισμών και θα τους κάνουν καλύτερους. Ακόμα και οι ίδιοι οι υπάλληλοι των οργανισμών θα ωφεληθούν από μια μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς όπου οι προσλήψεις και οι προαγωγές δεν θα γίνονται στη βάση κομματικών ή προσωπικών κριτηρίων αλλά με βάση την αξία και την επίδοση του καθενός. 


Σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα εκτιμάτε ότι μπορούν ή πρέπει να υπάρξουν σύντομα ουσιαστικές εξελίξεις τόσο για τα προβληματικά δάνεια όσο και για τα περιοριστικά μέτρα;

Ο τραπεζικός τομέας είναι το μεγάλο αγκάθι. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει μια σειρά από θετικές κινήσεις που δίνουν ελπίδες για σταθεροποίηση του τομέα και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Όμως τα προβληματικά δάνεια είναι σε πολύ ψηλά επίπεδα και η διευθέτησή τους θα πάρει πολύ χρόνο. Μέχρι να γίνει αυτό, οι τράπεζες δεν θα είναι σε θέση να προσφέρουν το δανεισμό που χρειάζεται η οικονομία. Η περιορισμένη ρευστότητα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η οικονομία μας μεσοπρόθεσμα.

Πέραν την προσφοράς, πρόβλημα υπάρχει και στην πλευρά της ζήτησης. Οι Κυπριακές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα και βρίσκονται σε μια φάση απομόχλευσης. Η δυνατότητά τους να δανειστούν για να προβούν σε επενδύσεις είναι περιορισμένη, ακόμα και αν υπάρχουν επενδυτικές ευκαιρίες και τραπεζικά κεφάλαια. Αυτό θα καθυστερήσει την επάνοδο της οικονομίας σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, εκτός και αν μπορέσουμε να προσελκύσουμε επενδύσεις από το εξωτερικό. Αυτή πρέπει να είναι και μια από τις κύριες προτεραιότητες της κυβέρνησης.

14 Νοεμβρίου 2010

Ιδεολογία και οικονομική πολιτική

Στα οικονομικά συνηθίζεται να γίνεται μία διάκριση μεταξύ της θετικής και της δεοντολογικής ανάλυσης. Η θετική ανάλυση επικεντρώνεται στις καθαρά τεχνοκρατικές πτυχές της οικονομικής πολιτικής. Αν για παράδειγμα η κυβέρνηση πρέπει να επιβάλει μια νέα φορολογία και εξετάζει δύο επιλογές, η θετική ανάλυση θα εκτιμήσει τις επιπτώσεις της κάθε φορολογίας στα κρατικά έσοδα, την κατανομή του φορολογικού βάρους, τη συμπεριφορά πολιτών και επιχειρήσεων και την οικονομική δραστηριότητα. Η δεοντολογική ανάλυση θα προχωρήσει ένα βήμα πάρα πέρα προβαίνοντας σε συγκεκριμένες εισηγήσεις ως το προς το ποια φορολογία είναι η πιο κατάλληλη. Στην επιλογή αυτή αναπόφευκτα υπεισέρχεται και το στοιχείο της υποκειμενικής κρίσης. Η μια φορολογία μπορεί να ευνοεί (ή να ζημιώνει λιγότερο) μια ομάδα πολιτών, ενώ η άλλη να ευνοεί μια διαφορετική ομάδα. Επιλέγοντας μια από τις δύο πολιτικές ουσιαστικά επιλέγουμε ποια από τις δύο ομάδες θα ευνοήσουμε, κάτι που είναι θέμα προσωπικής προτίμησης και ιδεολογίας.

Είναι απόλυτα φυσιολογικό και θεμιτό η ιδεολογία να διαδραματίζει ρόλο στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής στο πλαίσιο που μόλις αναφέραμε. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι στο όνομα της ιδεολογίας κάποιες επιλογές να αποκλείονται εκ προοιμίου και να μην λαμβάνονται υπόψιν τα δεδομένα και η τεχνοκρατική ανάλυση. Στον τόπο μας αυτό το φαινόμενο παρουσιάζεται συχνά, όπως φαίνεται από τρία παραδείγματα από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.

Το πρώτο παράδειγμα είναι οι αερομεταφορές. Από οικονομικής και επιχειρηματικής άποψης, η λύση είναι ξεκάθαρη και ονομάζεται ιδιωτικοποίηση. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για το κράτος να είναι ιδιοκτήτης αεροπορικών εταιρειών, για αυτό και όλες σχεδόν οι σύγχρονες οικονομίες έχουν εγκαταλείψει αυτό το ρόλο. Στην Κύπρο η λύση αυτή είναι εκτός συζήτησης για καθαρά ιδεολογικούς λόγους. Τα αποτελέσματα είναι ενώπιόν μας.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την ΑΤΑ. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι το σύστημα όπως εφαρμόζεται σήμερα αποζημιώνει υπερβολικά τους υψηλόμισθους και ανεπαρκώς τους χαμηλόμισθους. Στην πρόταξη αυτού του δεδομένου (και άλλων στρεβλώσεων) αντιτάσσεται το θεολογικό "η ΑΤΑ είναι ευλογία" ή το ηρωικό "η ΑΤΑ κερδήθηκε μέσα από αγώνες και θυσίες" και η συζήτηση τελειώνει πριν καν αρχίσει.

Τέλος, έχουμε το παράδειγμα του ορίου συνταξιοδότησης. Όλοι οι τεχνοκράτες συμφωνούν ότι η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών σχεδίων. Η καθυστέρηση στην επέκτασή του μεταφέρει όλο και μεγαλύτερο βάρος στις επόμενες γενιές. Όμως και αυτό το μέτρο αυτό είναι εκτός συζήτησης για καθαρά ιδεολογικούς λόγους.

Η διαχείριση της οικονομίας είναι πρωτίστως τεχνοκρατική υπόθεση. Οι δογματικές προσεγγίσεις και η προσκόλληση σε ιδεολογικές θέσεις εις βάρος των πραγματικοτήτων επί του εδάφους δυσχεραίνουν την επίλυση μεγάλων προβλημάτων και οδηγούν σε μια επικίνδυνη αποτελμάτωση.

Πολίτης, 14/11/2010

24 Ιανουαρίου 2010

Ημικρατικοί: προσαρμογή ή παρακμή

Σε ένα κόσμο που αλλάζει με γοργούς ρυθμούς, ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένας οργανισμός είναι η δυνατότητα να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα και να μετεξελίσσεται όταν αυτό είναι αναγκαίο. Αυτό το χαρακτηριστικό λείπει συνήθως από δημόσιους οργανισμούς, ειδικά αυτοί λειτουργούν με μονοπωλιακό καθεστώς και δεν αντιμετωπίζουν την πίεση της αγοράς. Οι ιδιωτικοί οργανισμοί που δεν προσαρμόζονται φθίνουν σταδιακά και τελικά κλείνουν. Οι δημόσιοι οργανισμοί πολύ δύκολα κλείνουν, ακόμα και όταν οι συνθήκες οι οποίες κατέστησαν τη δημιουργία τους αναγκαία έχουν προ πολλού ξεπεραστεί. Όπως εύστοχα διερωτήθηκε πριν μερικές μέρες η Γενική Ελέγκτρια, ποιος είναι ο ρόλος στη σύγχρονη εποχή του Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων, του Συμβουλίου Σιτηρών και του Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης; Θα μπορούσε επίσης κάποιος εύλογα να διερωτηθεί ποια είναι η αποστολή σήμερα του ΡΙΚ, του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων και του ΚΟΤ, καθώς και σε ποιο βαθμό οι οργανισμοί αυτοί φέρνουν εις πέρας την αποστολή τους.

Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται οργανισμοί όπως η ΣΥΤΑ και η ΑΗΚ οι οποίοι παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες και ασφαλώς δεν πρόκειται να κλείσουν. Εδώ και πολλά χρόνια όμως γίνεται λόγος για την ανάγκη εκσυγχρονισμού του τρόπου λειτουργίας τους ώστε να μπορούν να λειτουργούν πιο αποτελεσματικά στο σύγχρονο περιβάλλον. Η ανάγκη αυτή είναι ιδιαίτερα επιτακτική για τη ΣΥΤΑ, η οποία αντιμετωπίζει πλέον ανταγωνισμό στις περισσότερες αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται. Όμως καμιά απόφαση δεν έχει παρθεί, με αρνητικές επιπτώσεις στη δυνατότητα του οργανισμού να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Η προσέλκυση ενός στρατηγικού επενδυτή θα μπορούσε να δώσει στη ΣΥΤΑ άμεση πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες και σύγχρονες μεθόδους διοίκησης και θα της έδινε την δυνατότητα να αναπτυχθεί και να επεκταθεί, προς όφελος όλων.

Το ενδεχόμενο ιδιωτικοποίησης δημοσίων οργανισμών εγείρεται συχνά σε περιόδους δημοσιονομικής στενότητας και παρουσιάζεται ως ένας εύκολος τρόπος να γεμίσουν τα δημόσια ταμεία. Αυτό είναι ατυχές. Η πώληση περιουσιακών στοιχείων απλώς για να συντηρείται μια σπάταλη και υδροκέφαλη κρατική μηχανή δεν είναι σοφή ενέργεια. Αλλά ούτε και η δογματική αντίθεση σε πώληση δημόσιας περιουσίας είναι σοφή. Σοφό θα ήταν τα όποια έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις να διατεθούν για μεγάλες επενδύσεις που θα αναβαθμίσουν τις δημόσιες υποδομές, θα ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα και θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των πολιτών. Για παράδειγμα, με τη διάθεση ενός ποσοστού της τάξης του 30% της ΣΥΤΑ σε στρατηγικό επενδυτή το κράτος μπορεί να εισπράξει μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ τα οποία θα μπορούσαν να επενδυθούν για τη δημιουργία δημόσιων συγκοινωνιών στις μεγάλες πόλεις. Με αυτό τον τρόπο και η ΣΥΤΑ ενδυναμώνεται, και η δημόσια υποδομή αναβαθμίζεται.

Πολίτης, 24/1/2010

8 Φεβρουαρίου 2004

Οι αποκρατικοποιήσεις και οι ξένοι γίγαντες

Είναι γνωστό ότι το προεκλογικό πρόγραμμα του πρόεδρου Παπαδόπουλου απέκλειε την αποκρατικοποίηση δημοσίων και ημικρατικών οργανισμών. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στο προενταξιακό οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης το περασμένο φθινόπωρο. Τελευταία όμως, ορισμένοι κύκλοι της συμπολίτευσης είχαν αρχίσει να δίνουν ένα διαφορετικό στίγμα, είτε παίρνοντας σαφή θέση υπέρ των αποκρατικοποιήσεων (ΕΔΕΚ), είτε τηρώντας μια στάση λιγότερο απόλυτη από αυτή που μας είχαν συνηθίσει (ορισμένα στελέχη του ΔΗΚΟ). Οι εξελίξεις αυτές ώθησαν τον πρόεδρο Παπαδόπουλο να προβεί την περασμένη Τετάρτη σε μια δήλωση στην οποία επανέλαβε εμφαντικά την θέση της κυβέρνησης εναντίον των αποκρατικοποιήσεων, επιθυμώντας προφανώς να θέσει τέρμα σε κάθε συζήτηση για αυτό το θέμα.

Η θέση αυτή του προέδρου δεν ήταν έκπληξη, όμως ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα από τον έντονο τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκε και από την αιτιολόγηση που δόθηκε. Διερωτήθηκε συγκεκριμένα ο πρόεδρος, "ποιοι θα αποκτήσουν τις μετοχές αν πωληθούν, ο λαός ή οι μεγάλοι γίγαντες της βιομηχανίας από το εξωτερικό;" Η αναφορά σε γίγαντες του εξωτερικού μου θυμίζει τριτοκοσμικούς ηγέτες ψυχροπολεμικών εποχών οι οποίοι με παρόμοιες νοοτροπίες οδήγησαν τις χώρες τους στην οικονομική εξαθλίωση. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων αποτελεί θεμελιώδες συστατικό μιας οικονομικής πολιτικής που στοχεύει την ανάπτυξη και την ευημερία. Οι ξένοι γίγαντες που πραγματοποιούν επενδύσεις σε αναπτυσσόμενες χώρες δημιουργούν θέσεις εργασίες και φέρνουν μαζί τους τεχνογνωσία από την οποία επωφελείται και η τοπική βιομηχανία. Για αυτό και όλες οι χώρες που επιθυμούν να ευδοκιμήσουν μέσα στο διεθνές οικονομικό σύστημα προσπαθούν να δελεάσουν τους ξένους επενδυτές, και όχι να τους δαιμονοποιούν. Εμείς τελικά θέλουμε να λειτουργήσουμε μέσα σε αυτό το σύστημα ή όχι;

Είπε ακόμα ο πρόεδρος ότι "τα δημοσιονομικά ελλείμματα δεν είναι δυνατό να μειωθούν με την πώληση μετοχών ημικρατικών οργανισμών." Το επιχείρημα διατυπώνεται συχνά, όμως είναι ορθό μόνο αν το δημοσιονομικό έλλειμμα χρηματοδοτεί την κατανάλωση και όχι την επένδυση. Για παράδειγμα, δεν θα ήταν καθόλου καλή ιδέα να πουλήσουμε κρατική περιουσία για να χρηματοδοτήσουμε ενός μήνα διακοπές για όλους τους Κύπριους. Γιατί όμως να μην το πράξουμε αν με τα έσοδα που θα έχουμε θα μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε παραγωγικές επενδύσεις; Γιατί αποκλείουμε την αποκρατικοποίηση αν υπάρχει καλύτερος τρόπος επένδυσης αυτών των κεφαλαίων;

Για να γίνω πιο σαφής, ας πάρουμε ως παράδειγμα τις τηλεπικοινωνίες. Η Κυπριακή πολιτεία έχει επενδύσει πολλά για τη δημιουργία ενός καλού τηλεπικοινωνιακού δικτύου. Το κράτος ανάλαβε το ίδιο την πραγματοποίηση αυτών των επενδύσεων μέσω της ΑΤΗΚ γιατί ο ιδιωτικός τομέας δεν ήταν σε θέση να το πράξει από μόνος του. Σήμερα έχουμε φτάσει σε μια εποχή που οι διεθνείς τηλεπικοινωνίες βρίσκονται σε άνθηση και ο ιδιωτικός τομέας έχει αναλάβει τα ηνία αυτής της αγοράς. Η κρατική παρέμβαση δεν χρειάζεται πλέον. Η συμμετοχή σε κάποια αγορά δεν είναι αυτοσκοπός. Τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός για την Κυπριακή πολιτεία να εξαργυρώσει την επένδυση που έκανε μεταβιβάζοντας την ΑΤΗΚ στον ιδιωτικό τομέα και διοχετεύοντας τα έσοδα σε άλλες παραγωγικές επενδύσεις ή σε νέους τομείς που χρειάζονται κρατική στήριξη για να σταθούν στα πόδια τους.

Πολίτης, 8/2/2004

26 Οκτωβρίου 2003

Περί ιδιωτικοποιήσεων

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τις θέσεις του κ. Βάσου Γεωργίου για τις ιδιωτικοποιήσεις ("Π", 28/9 και 5/10). Ο περιορισμένος χώρος αυτής της στήλης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ σε έκταση σε όλα τα θέματα που ήγειρε ο κ. Γεωργίου, για αυτό θα περιοριστώ σε ορισμένα σύντομα σχόλια επί των πιο σημαντικών σημείων.

  1. Το γεγονός ότι η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ είναι πιο υγιείς οργανισμοί από τις Κυπριακές Αερογραμμές δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στο διαφορετικό νομικό τους καθεστώς. Η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες με σταθερή και προβλέψιμη ζήτηση, σε αντίθεση με τις ΚΑ που παρέχουν μια υπηρεσία πολυτελείας που επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες όπως είναι οι πόλεμοι, η τρομοκρατία και το διεθνές οικονομικό κλίμα. Δεν υπεραμύνομαι της καταστροφικής κρατικής διαχείρισης των ΚΑ, όμως το στοιχείο αυτό πρέπει να αναγνωριστεί.
  2. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι το ισχύον νομικό καθεστώς των ΑΤΗΚ και ΑΗΚ ήταν το καταλληλότερο μέχρι σήμερα, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό θα εξακολουθήσει να ισχύει και στο μέλλον. Πολύ σύντομα οι οργανισμοί αυτοί θα αναγκαστούν να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουν συνηθίσει. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιο ιδιοκτησιακό καθεστώς θα εξυπηρετήσει καλύτερα τους πολίτες όταν έλθει επιτέλους ο ανταγωνισμός;
  3. Είναι γεγονός ότι ορισμένες προσπάθειες ιδιωτικοποίησης δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το δίδαγμα για μας είναι ότι οι ιδιωτικοποιήσεις πρέπει να σχεδιάζονται σωστά, όχι ότι δεν πρέπει να γίνονται. Διότι για κάθε περίπτωση προβληματικής ιδιωτικοποίησης υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα ιδιωτικοποιήσεων που είχαν ευεργετικά αποτελέσματα.
  4. Ο κ. Γεωργίου ισχυρίζεται ότι "σε Οργανισμούς που δεν υπάρχει κοινοβουλευτικός, κυβερνητικός και κυρίως δικαστικός έλεγχος, ανθεί η αυθαιρεσία, ενώ οι πολιτικές παρεμβάσεις είναι μεγαλύτερες." Η θέση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα οργανισμών όπου ο άμεσος κρατικός έλεγχος έχει αποτύχει παταγωδώς. Αναφέρω ενδεικτικά το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, την Αρχή Λιμένων, τα Κυπριακά Ταχυδρομεία.
  5. Αφήνεται συχνά να νοηθεί ότι μετά από μια ιδιωτικοποίηση η αγορά μένει ξέφραγο αμπέλι. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το κράτος έχει και δικαίωμα και υποχρέωση να παρακολουθεί τις αγορές και να παρεμβαίνει όποτε αυτές υπολειτουργούν. Για αυτό και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει την ενίσχυση των εποπτικών αρχών και τη δημιουργία εξειδικευμένων ρυθμιστικών οργάνων για τις πιο σημαντικές αγορές όπως είναι η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες.

Η σύγχρονη τάση, την οποία ακολουθούν και οι εταίροι μας στην ΕΕ, θέλει το κράτος να αποσύρεται από την άμεση εμπλοκή στις αγορές και να αναλαμβάνει ρόλο εποπτικό και ρυθμιστικό. Δυστυχώς εδώ στην Κύπρο έχουμε μείνει στάσιμοι, και σε ορισμένες περιπτώσεις οπισθοδρομούμε, παγιδευμένοι καθώς είμαστε άλλοι από ιδεολογικές εμμονές, άλλοι από τη μακαριότητα μιας βολεμένης ύπαρξης και άλλοι από ατολμία να έρθουν σε ρήξη με τους βολεμένους.

Πολίτης, 26/10/2003