10 Οκτωβρίου 2010
Ποιοι επωμίστηκαν το κόστος της κρίσης;
27 Ιουνίου 2010
Κακή πολιτική το πάγωμα των προσλήψεων
Η παρούσα κυβέρνηση δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ομολογουμένως εντυπωσιακή η συχνότητα με την οποία ενημερωνόμαστε για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων: μείωση κατά 490 από την αρχή του έτους μέχρι τέλος Απριλίου, μείωση κατά 530 μέχρι τέλος Μαϊου. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κάτι τέτοιο παρατηρείται για πρώτη φορά στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν πράγματι διαθέτει στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό, είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα ήθελαν να τα δούν.
Το πρόβλημα με το πάγωμα των προσλήψεων είναι ότι αποτελεί προσωρινό μέτρο το οποίο δεν λύνει το διαρθρωτικό πρόβλημα της διόγκωσης του κρατικού μισθολογίου. Εξ όσων γνωρίζουμε καμιά θέση στο δημόσιο δεν έχει καταργηθεί και κανένα κυβερνητικό τμήμα δεν έχει κλείσει. Το πάγωμα των προσλήψεων απλώς μεταθέτει τις ανάγκες για μικρό χρονικό διάστημα και μόλις τα δημόσια ταμεία ανασάνουν γίνονται σωρηδόν νέες προσλήψεις και το πρόβλημα διαιωνίζεται. Αυτό τον κύκλο τον έχουμε διαγράψει αρκετές φορές. Η προεδρία Παπαδόπουλου είχε ξεκινήσει με πάγωμα προσλήψεων, και μόλις έξι χρόνια αργότερα βρισκόμαστε πάλι στο ίδιο σημείο.
Πέραν του ότι δεν προσφέρει μόνιμες λύσεις, το πάγωμα των προσλήψεων δημουργεί και επιπρόσθετα προβλήματα. Η δημόσια υπηρεσία έχει μεγάλη ανάγκη από εκσυγχρονισμό. Χρειάζεται νέους ανθρώπους με νέες ιδέες και σύγχρονες αντιλήψεις, ανθρώπους που να είναι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες. Το πάγωμα των προσλήψεων καθυστερεί την ανανέωση της δημόσιας υπηρεσίας και αδικεί τους νέους. Σε μια περίοδο που η ανεργία των νέων βρίσκεται στο 18%, το κράτος κλείνει μια σημαντική προοπτική εργοδότησης, κυρίως για τους πτυχιούχους νέους.
Το πρόβλημα της συνεχούς διόγκωσης του κρατικού μισθολογίου δεν μπορεί να λυθεί με προσωρινά μέτρα. Αν υπάρχει υπερβολικός αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, ας γίνουν οι απαραίτητες μελέτες και να καταργηθούν οι θέσεις που δεν χρειάζονται. Όμως υποψιάζομαι ότι τα περιθώρια κατάργησης θέσεων είναι μικρά. Οι μόνες μόνιμες λύσεις είναι η κατάργηση των αυτόματων αυξήσεων στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και η μείωση των κλιμάκων εισδοχής για τους νεοπροσληφθέντες. Είμαι βέβαιος ότι οι χιλιάδες νέοι που προσδοκούν σε εργοδότηση στο δημόσιο θα προτιμούσαν μια θέση με 15% χαμηλότερες απολαβές από τον εφιάλτη της ανεργίας.
Πολίτης, 27/6/2010
1 Νοεμβρίου 2009
Το "σωστό" επίπεδο μισθών
27 Σεπτεμβρίου 2009
Το κρατικό μισθολόγιο
- Το 2008 το κρατικό μισθολόγιο αντιστοιχούσε στο 14.3% του Κυπριακού ΑΕΠ. Ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 10.5%.
- Το 32.5% των δαπανών του Κυπριακού κράτους την ίδια χρονιά πήγε σε μισθούς. Ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 22.4%.
- Την περίοδο 1998-2008 το κρατικό μισθολόγιο αυξήθηκε κατά μέσο όρο με ρυθμό 7.7% ετησίως ενώ το εθνικό εισόδημα κατά 7.1% (σε ονομαστικούς όρους).
- Μελέτες δείχνουν ότι ένας δημόσιος υπάλληλος απολαμβάνει μισθολογικό πλεονέκτημα της τάξης του 30-40% σε σχέση με ένα άτομο με τα ίδια προσόντα που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν τα επιπρόσθετα οφελήματα του δημόσιου τομέα (ωράριο, συντάξεις, άδειες, κ.λπ.)
17 Μαρτίου 2002
Εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων
Είναι γνωστό ότι η δημόσια υπηρεσία πάσχει από χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας. Αυτό είναι μέχρι ενός σημείου αναπόφευκτο αφού όταν ένας οργανισμός τέτοιου μεγέθους λειτουργεί χωρίς την πίεση του ανταγωνισμού μοιραία θα επαναπαυθεί και θα καταστεί αναποτελεσματικός. Οι δημόσιες υπηρεσίες ανά το παγκόσμιο δεν διεκδικούν κατά κανόνα δάφνες παραγωγικότητας.
Το πρόβλημα με την Κυπριακή δημόσια υπηρεσία δεν είναι τόσο η χαμηλή παραγωγικότητα από μόνη της αλλά η χαμηλή παραγωγικότητα σε συνδυασμό με τους σαφώς καλύτερους όρους εργασίας που παρέχει σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα. Οι σχετικά ψηλές απολαβές, το βολικό ωράριο, τα γενναιόδωρα ωφελήματα και η εξασφαλισμένη διά βίου εργοδότηση καθιστούν τη δημόσια υπηρεσία πόλο έλξης των Κύπριων νέων, πολλοί εκ των οποίων ονειρεύονται την αποκατάσταση με μια δουλειά - οποιαδήποτε δουλειά - στη δημόσια υπηρεσία.
Σαν αποτέλεσμα έχουμε σήμερα μια δημόσια υπηρεσία στελεχωμένη από αξιόλογα άτομα που όμως υποαπασχολούνται. Εργάζονται σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν μπορούν να αποδώσουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους αφού δεν παρέχεται κανένα κίνητρο για πρωτοβουλία και δημιουργική εργασία. Από την άλλη, ο ιδιωτικός τομέας αντιμετωπίζει μια χρόνια έλλειψη ικανών στελεχών, κάτι που δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα στην ανάπτυξή του και κατ' επέκταση στην ανάπτυξη της οικονομίας γενικότερα. Έχουμε δηλαδή μια τεράστια σπατάλη σημαντικού μέρους του ανθρώπινου δυναμικού της οικονομίας μας που διοχετεύεται στον μη παραγωγικό δημόσιο τομέα.
Και η σπατάλη δεν σταματά εκεί. Το κυνήγι μιας θέσης στο δημόσιο είναι μια χρονοβόρα δραστηριότητα. Απαιτεί μια τεράστια επένδυση χρόνου και ενέργειας που θα μπορούσαν να διοχετευθούν πολύ πιο δημιουργικά αλλού. Στη διαδικασία αυτή εμπλέκεται συνήθως και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον των υποψηφίων και επιστρατεύονται κάθε λογής γνωριμίες και μέσα. Ως εκ τούτου οι προνομιακές θέσεις εργασίας στο δημόσιο συντηρούν το ρουσφέτι και αποτελούν σημαντικό εργαλείο στα χέρια διεφθαρμένων πολιτικών και κομματικών στελεχών.
Το χάσμα μεταξύ των όρων εργασίας στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα είναι κοινωνικά άδικο γιατί χωρίζει τους πολίτες σε δύο κατηγορίες: τους "τυχερούς" που καταφέρνουν να μπουν στη δημόσια υπηρεσία κατι τους "άτυχους" που μένουν έξω. Γιατί, διερωτούνται πολλοί, δεν λύνουμε το πρόβλημα αυξάνοντας τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα αντί να μειώσουμε τους μισθούς στο δημόσιο τομέα; Μια τέτοια λύση θα ήταν ιδανική, αν ήταν βέβαια εφικτή. Όμως ο ιδιωτικός τομέας αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό και δεν έχει περιθώρια αύξησης των δαπανών του αν θέλει να επιζήσει. ’λλωστε, αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, σίγουρο θα έπρεπε να είχε γίνει μέχρι τώρα αφού η ανισότητα υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.
Η μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα δεν είναι εύκολη απόφαση. Είναι όμως η μόνη ενδεδειγμένη λύση που θα συμβάλει ταυτόχρονα στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος, την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα, την αποκατάσταση της δικαιοσύνης στην αγορά εργασίας και την καταπολέμηση του ρουσφετιού.
Πολίτης, 17/3/2002