Στα οικονομικά συνηθίζεται να γίνεται μία διάκριση μεταξύ της θετικής και της δεοντολογικής ανάλυσης. Η θετική ανάλυση επικεντρώνεται στις καθαρά τεχνοκρατικές πτυχές της οικονομικής πολιτικής. Αν για παράδειγμα η κυβέρνηση πρέπει να επιβάλει μια νέα φορολογία και εξετάζει δύο επιλογές, η θετική ανάλυση θα εκτιμήσει τις επιπτώσεις της κάθε φορολογίας στα κρατικά έσοδα, την κατανομή του φορολογικού βάρους, τη συμπεριφορά πολιτών και επιχειρήσεων και την οικονομική δραστηριότητα. Η δεοντολογική ανάλυση θα προχωρήσει ένα βήμα πάρα πέρα προβαίνοντας σε συγκεκριμένες εισηγήσεις ως το προς το ποια φορολογία είναι η πιο κατάλληλη. Στην επιλογή αυτή αναπόφευκτα υπεισέρχεται και το στοιχείο της υποκειμενικής κρίσης. Η μια φορολογία μπορεί να ευνοεί (ή να ζημιώνει λιγότερο) μια ομάδα πολιτών, ενώ η άλλη να ευνοεί μια διαφορετική ομάδα. Επιλέγοντας μια από τις δύο πολιτικές ουσιαστικά επιλέγουμε ποια από τις δύο ομάδες θα ευνοήσουμε, κάτι που είναι θέμα προσωπικής προτίμησης και ιδεολογίας.
Είναι απόλυτα φυσιολογικό και θεμιτό η ιδεολογία να διαδραματίζει ρόλο στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής στο πλαίσιο που μόλις αναφέραμε. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι στο όνομα της ιδεολογίας κάποιες επιλογές να αποκλείονται εκ προοιμίου και να μην λαμβάνονται υπόψιν τα δεδομένα και η τεχνοκρατική ανάλυση. Στον τόπο μας αυτό το φαινόμενο παρουσιάζεται συχνά, όπως φαίνεται από τρία παραδείγματα από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.
Το πρώτο παράδειγμα είναι οι αερομεταφορές. Από οικονομικής και επιχειρηματικής άποψης, η λύση είναι ξεκάθαρη και ονομάζεται ιδιωτικοποίηση. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για το κράτος να είναι ιδιοκτήτης αεροπορικών εταιρειών, για αυτό και όλες σχεδόν οι σύγχρονες οικονομίες έχουν εγκαταλείψει αυτό το ρόλο. Στην Κύπρο η λύση αυτή είναι εκτός συζήτησης για καθαρά ιδεολογικούς λόγους. Τα αποτελέσματα είναι ενώπιόν μας.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την ΑΤΑ. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι το σύστημα όπως εφαρμόζεται σήμερα αποζημιώνει υπερβολικά τους υψηλόμισθους και ανεπαρκώς τους χαμηλόμισθους. Στην πρόταξη αυτού του δεδομένου (και άλλων στρεβλώσεων) αντιτάσσεται το θεολογικό "η ΑΤΑ είναι ευλογία" ή το ηρωικό "η ΑΤΑ κερδήθηκε μέσα από αγώνες και θυσίες" και η συζήτηση τελειώνει πριν καν αρχίσει.
Τέλος, έχουμε το παράδειγμα του ορίου συνταξιοδότησης. Όλοι οι τεχνοκράτες συμφωνούν ότι η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών σχεδίων. Η καθυστέρηση στην επέκτασή του μεταφέρει όλο και μεγαλύτερο βάρος στις επόμενες γενιές. Όμως και αυτό το μέτρο αυτό είναι εκτός συζήτησης για καθαρά ιδεολογικούς λόγους.
Η διαχείριση της οικονομίας είναι πρωτίστως τεχνοκρατική υπόθεση. Οι δογματικές προσεγγίσεις και η προσκόλληση σε ιδεολογικές θέσεις εις βάρος των πραγματικοτήτων επί του εδάφους δυσχεραίνουν την επίλυση μεγάλων προβλημάτων και οδηγούν σε μια επικίνδυνη αποτελμάτωση.
Πολίτης, 14/11/2010
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
14 Νοεμβρίου 2010
6 Δεκεμβρίου 2009
Και ξαφνικά, ΑΤΑ
Μιλώντας στη Βουλή πριν μερικές μέρες ο εκπρόσωπος τύπου του ΑΚΕΛ Σταύρος Ευαγόρου άνοιξε για πρώτη φορά εκ μέρους του κόμματός του την πόρτα στο διάλογο με σκοπό "τη βελτίωση της λειτουργίας του θεσμού" της ΑΤΑ. Ο κος Ευαγόρου αναφέρθηκε σε βελτίωση που να προσφέρει δικαιότερη αποζημίωση για τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Πράγματι, τη δεκαετία 1997-2007 οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών που καταναλώνεται από το φτωχότερο 20% του πληθυσμού αυξήθηκαν κατά 45%, σε σύγκριση με 29% για τα προϊόντα που καταναλώνονται από το πλουσιότερο 20%.* Αυτό σημαίνει ότι τα χαμηλότερα στρώματα δεν αποζημιώνονται πλήρως για τη διάβρωση της αγοραστικής τους δύναμης ενώ τα πλουσιότερα στρώματα αποζημιώνονται υπέρ του δέοντος.
Ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει ένα διάλογο για την ΑΤΑ - αν ποτέ ξεκινήσει - είναι το πόσους και ποιους ακριβώς προστατεύει. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, επίσημα στοιχεία δεν φαίνεται να υπάρχουν για αυτό το τόσο σημαντικό ερώτημα. Κάποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από τις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών, όπου οι εργαζόμενοι καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα αν εισπράττουν τιμαριθμικό επίδομα. Το 2003 μόνο 43.5% των ερωτηθέντων απάντησαν θετικά, ενώ για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα το ποσοστό ήταν μόλις 30.5%. Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι για το φτωχότερο 10% των εργαζομένων το ποσοστό κάλυψης από την ΑΤΑ είναι μόλις 6%. Το ποσοστό κάλυψης αυξάνεται προοδευτικά με το εισόδημα για να ξεπεράσει το 70% για τα άτομα που ανήκουν στο ψηλότερο 10%.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η ΑΤΑ έχει ξεπεραστεί από την εξέλιξη της οικονομίας και βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία. Γιατί λοιπόν τόση φασαρία για ένα θεσμό που σταδιακά διαβρώνεται και αυτοκαταργείται;
Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την ΑΤΑ σήμερα είναι ότι αποτελεί την κύρια αιτία πίσω από την ανεξέλεγκτη αύξηση του κρατικού μισθολογίου. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπει μια τάξη στα δημοσιονομικά του κράτους όταν το κρατικό μισθολόγιο αυξάνεται με ρυθμό 7-8% ετησίως. Η κατάργηση ή δραστική αναπροσαρμογή της ΑΤΑ στο δημόσιο είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος συγκράτησης του κρατικού μισθολογίου σε πιο λογικούς ρυθμούς αύξησης. Άλλα μέτρα όπως η πάταξη της φοροδιαφυγής είναι επίσης απαραίτητα αλλά αυτά θα χρειαστούν χρόνο για να αποδώσουν. Το κράτος βρίσκεται σε δυσχερή δημοσιονομική κατάσταση σε μια περίοδο που η οικονομία χρειάζεται στήριξη. Έργα υποδομής που θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη αναστέλλονται λόγω οικονομικής στενότητας. Η κατάσταση απαιτεί άμεσες και τολμηρές λύσεις.
* "Μερικές αλήθειες για την ΑΤΑ," Σχόλιο Οικονομικής Πολιτικής Τεύχος 16, Κέντρο Οικονομικών Ερευνών Πανεπιστημίου Κύπρου, Ιούνιος 2008.
Πολίτης, 6/12/2009
Ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει ένα διάλογο για την ΑΤΑ - αν ποτέ ξεκινήσει - είναι το πόσους και ποιους ακριβώς προστατεύει. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, επίσημα στοιχεία δεν φαίνεται να υπάρχουν για αυτό το τόσο σημαντικό ερώτημα. Κάποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από τις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών, όπου οι εργαζόμενοι καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα αν εισπράττουν τιμαριθμικό επίδομα. Το 2003 μόνο 43.5% των ερωτηθέντων απάντησαν θετικά, ενώ για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα το ποσοστό ήταν μόλις 30.5%. Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι για το φτωχότερο 10% των εργαζομένων το ποσοστό κάλυψης από την ΑΤΑ είναι μόλις 6%. Το ποσοστό κάλυψης αυξάνεται προοδευτικά με το εισόδημα για να ξεπεράσει το 70% για τα άτομα που ανήκουν στο ψηλότερο 10%.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η ΑΤΑ έχει ξεπεραστεί από την εξέλιξη της οικονομίας και βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία. Γιατί λοιπόν τόση φασαρία για ένα θεσμό που σταδιακά διαβρώνεται και αυτοκαταργείται;
Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την ΑΤΑ σήμερα είναι ότι αποτελεί την κύρια αιτία πίσω από την ανεξέλεγκτη αύξηση του κρατικού μισθολογίου. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπει μια τάξη στα δημοσιονομικά του κράτους όταν το κρατικό μισθολόγιο αυξάνεται με ρυθμό 7-8% ετησίως. Η κατάργηση ή δραστική αναπροσαρμογή της ΑΤΑ στο δημόσιο είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος συγκράτησης του κρατικού μισθολογίου σε πιο λογικούς ρυθμούς αύξησης. Άλλα μέτρα όπως η πάταξη της φοροδιαφυγής είναι επίσης απαραίτητα αλλά αυτά θα χρειαστούν χρόνο για να αποδώσουν. Το κράτος βρίσκεται σε δυσχερή δημοσιονομική κατάσταση σε μια περίοδο που η οικονομία χρειάζεται στήριξη. Έργα υποδομής που θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη αναστέλλονται λόγω οικονομικής στενότητας. Η κατάσταση απαιτεί άμεσες και τολμηρές λύσεις.
* "Μερικές αλήθειες για την ΑΤΑ," Σχόλιο Οικονομικής Πολιτικής Τεύχος 16, Κέντρο Οικονομικών Ερευνών Πανεπιστημίου Κύπρου, Ιούνιος 2008.
Πολίτης, 6/12/2009
22 Ιουνίου 2008
Καιρός για μια ψύχραιμη συζήτηση για την ΑΤΑ
Στην κοινωνία μας υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που θεωρούνται ιερές αγελάδες. Μια τέτοια ιερή αγελάδα είναι ο θεσμός της ΑΤΑ, ο οποίος έχει καθιερωθεί στη λαϊκή συνείδηση ως ασπίδα προστασίας των εργαζομένων. Οποιαδήποτε εισήγηση για επανεξέταση του θεσμού λογίζεται αυτόματα ως επίθεση κατά της εργατικής τάξης, ανεξαρτήτως των επιχειρημάτων που παρατίθενται. Το γεγονός ότι δεν μπορούμε να συζητήσουμε ψύχραιμα και με επιχειρήματα καθαρά τεχνοκρατικά ζητήματα αποτελεί απογοητευτική αντανάκλαση της ποιότητας του δημόσιου διαλόγου αλλά και της δημοκρατίας μας.
Η ΑΤΑ μπορεί να πιστωθεί με την προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και τη διατήρηση της εργατικής ειρήνης. Έχει όμως και αρνητικές επιπτώσεις. Σε μακροοικονομικό επίπεδο ενισχύει τις όποιες ήδη υπάρχουσες πληθωριστικές πιέσεις, κάτι που είναι εμφανές την περίοδο που διανύουμε. Σε μικροοικονομικό επίπεδο η υποχρέωση εφαρμογής της ΑΤΑ σε τομείς της οικονομίας που βρίσκονται σε στασιμότητα ή ύφεση επιβαρύνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις σε αυτούς τους τομείς και επιταχύνει τη φθίνουσα πορεία τους. Θέτει επίσης σε μειονεκτική θέση επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν έντονο διεθνή ανταγωνισμό. Σημαντικές είναι και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις αφού το κράτος είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης του τόπου και η ΑΤΑ συντείνει σημαντικά στη συνεχή διόγκωση του κρατικού μισθολογίου.
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι όλα αυτά είναι θεωρητικά και ότι εν πάσει περιπτώσει αντισταθμίζονται και με το παραπάνω από την ευεργετική επίδραση της ΑΤΑ στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Όμως ποιους ακριβώς είναι που προστατεύει η ΑΤΑ; Πέραν από ένα σχετικά μικρό και συνεχώς μειούμενο αριθμό εργαζομένων σε κλάδους όπου ισχύουν συλλογικές συμβάσεις, η ΑΤΑ προστατεύει κυρίως τους εργαζόμενους στο δημόσιο, ημιδημόσιο και τραπεζικό τομέα, τομείς στους οποίους δεν θα βρει κανείς τα πιο χαμηλά οικονομικά στρώματα. Είναι επίσης γνωστό ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή στον οποίο βασίζεται η ΑΤΑ μετρά το κόστος ζωής για το μέσο νοικοκυριό. Τα χαμηλά αμειβόμενα νοικοκυριά ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε είδη πρώτης ανάγκης και έχουν μικρότερη δυνατότητα υποκατάστασης με άλλα προϊόντα. Αυτό σημαίνει ότι η ΑΤΑ προστατεύει δυσανάλογα τους προνομιούχους και υψηλά αμειβόμενους, κυρίως σε περιόδους όπως την τωρινή κατά τις οποίες ο πληθωρισμός εμφανίζεται σε είδη πρώτης ανάγκης.*
Αν στόχος μας είναι να προστατέψουμε τους χαμηλά αμειβόμενους, θα πρέπει λοιπόν να διερωτηθούμε: είναι η ΑΤΑ ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να το πετύχουμε; Μήπως υπάρχουν τρόποι να προσφέρουμε την ίδια ή και περισσότερη στήριξη στους χαμηλά αμειβόμενους με μικρότερο κόστος για την οικονομία και τα δημόσια ταμεία; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να βρεθεί μόνο αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με ανοιχτό μυαλό και στη βάση επιστημονικής ανάλυσης, χωρίς προκατάληψη και αρνητική προδιάθεση.
* Σχετική ανάλυση δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2006 από το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Σύγχρονη Άποψη, Ιούνιος 2008
Η ΑΤΑ μπορεί να πιστωθεί με την προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και τη διατήρηση της εργατικής ειρήνης. Έχει όμως και αρνητικές επιπτώσεις. Σε μακροοικονομικό επίπεδο ενισχύει τις όποιες ήδη υπάρχουσες πληθωριστικές πιέσεις, κάτι που είναι εμφανές την περίοδο που διανύουμε. Σε μικροοικονομικό επίπεδο η υποχρέωση εφαρμογής της ΑΤΑ σε τομείς της οικονομίας που βρίσκονται σε στασιμότητα ή ύφεση επιβαρύνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις σε αυτούς τους τομείς και επιταχύνει τη φθίνουσα πορεία τους. Θέτει επίσης σε μειονεκτική θέση επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν έντονο διεθνή ανταγωνισμό. Σημαντικές είναι και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις αφού το κράτος είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης του τόπου και η ΑΤΑ συντείνει σημαντικά στη συνεχή διόγκωση του κρατικού μισθολογίου.
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι όλα αυτά είναι θεωρητικά και ότι εν πάσει περιπτώσει αντισταθμίζονται και με το παραπάνω από την ευεργετική επίδραση της ΑΤΑ στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Όμως ποιους ακριβώς είναι που προστατεύει η ΑΤΑ; Πέραν από ένα σχετικά μικρό και συνεχώς μειούμενο αριθμό εργαζομένων σε κλάδους όπου ισχύουν συλλογικές συμβάσεις, η ΑΤΑ προστατεύει κυρίως τους εργαζόμενους στο δημόσιο, ημιδημόσιο και τραπεζικό τομέα, τομείς στους οποίους δεν θα βρει κανείς τα πιο χαμηλά οικονομικά στρώματα. Είναι επίσης γνωστό ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή στον οποίο βασίζεται η ΑΤΑ μετρά το κόστος ζωής για το μέσο νοικοκυριό. Τα χαμηλά αμειβόμενα νοικοκυριά ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε είδη πρώτης ανάγκης και έχουν μικρότερη δυνατότητα υποκατάστασης με άλλα προϊόντα. Αυτό σημαίνει ότι η ΑΤΑ προστατεύει δυσανάλογα τους προνομιούχους και υψηλά αμειβόμενους, κυρίως σε περιόδους όπως την τωρινή κατά τις οποίες ο πληθωρισμός εμφανίζεται σε είδη πρώτης ανάγκης.*
Αν στόχος μας είναι να προστατέψουμε τους χαμηλά αμειβόμενους, θα πρέπει λοιπόν να διερωτηθούμε: είναι η ΑΤΑ ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να το πετύχουμε; Μήπως υπάρχουν τρόποι να προσφέρουμε την ίδια ή και περισσότερη στήριξη στους χαμηλά αμειβόμενους με μικρότερο κόστος για την οικονομία και τα δημόσια ταμεία; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να βρεθεί μόνο αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με ανοιχτό μυαλό και στη βάση επιστημονικής ανάλυσης, χωρίς προκατάληψη και αρνητική προδιάθεση.
* Σχετική ανάλυση δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2006 από το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Σύγχρονη Άποψη, Ιούνιος 2008
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)