Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κράτος ή αγορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κράτος ή αγορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Φεβρουαρίου 2009

Μετά την κρίση: προς μια καλύτερη διαχείριση της οικονομίας της αγοράς

Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Η κρίση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι η χειρότερη που έχει αντιμετωπίσει ο πλανήτης από τη δεκαετία του 1930. Οι επιπτώσεις της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ΗΠΑ το 1929-30 ηχούν απίστευτες σε μας σήμερα. Στο χειρότερο σημείο της κρίσης το 1933 (τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξή της) η βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ είχε συρρικνωθεί κατά 46% και το ΑΕΠ κατά 30% σε σχέση με τα επίπεδα του 1929. Η ανεργία είχε ξεπεράσει το 25% και 11.000 από τις 25.000 τράπεζες της χώρας είχαν πτωχεύσει. Χρειάστηκε η πάροδος πέραν των δέκα ετών - και η συνδρομή της κινητοποίησης στα πλαίσια του Β' παγκοσμίου πολέμου - για να επιστρέψει η Αμερικανική οικονομία στα επίπεδα του 1929. Το πόσο οδυνηρή ήταν αυτή η κρίση γίνεται αντιληπτό όταν αναλογιστούμε ότι το πλήγμα στην Κυπριακή οικονομία (στο ΑΕΠ) από την Τουρκική εισβολή είχε αποκατασταθεί μέσα σε δύο χρόνια!

Το ενδεχόμενο να έχουμε επανάληψη αυτού του εφιαλτικού σεναρίου είναι απομακρυσμένο. Ο κύριος λόγος είναι ότι σήμερα είμαστε σοφότεροι: το πάθημα του 1930 έγινε μάθημα το 2008. Παρόλον ότι ο ακριβής συσχετισμός των διαφόρων αιτίων της κρίσης αποτελούν ακόμα αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στους ειδικούς, είναι γενικώς παραδεκτό ότι οι λανθασμένες πολιτικές (ή απουσία πολιτικών) των Αμερικανικών αρχών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μετατροπή μιας συνηθισμένης ύφεσης σε μια κρίση τρομακτικού βάθους και διάρκειας. Ιδιαίτερα καταστροφική θεωρείται η απόφαση των νομισματικών αρχών να αφήσουν χιλιάδες τράπεζες να κλείσουν και να επιτρέψουν τη συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος κατά το ένα τρίτο. Σήμερα υπάρχει σχεδόν πλήρης ομοφωνία ανάμεσα στους οικονομολόγους ότι σε περιπτώσεις τραπεζικών πανικών οι αρχές πρέπει να παρεμβαίνουν γρήγορα και αποφασιστικά για να στηρίξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία του. Αυτό ακριβώς έγινε στην τρέχουσα κρίση και - παρότι ο κίνδυνος δεν έχει ακόμα περάσει ολοκληρωτικά - φαίνεται ότι τα χειρότερα έχουν αποτραπεί και οδεύουμε προς μια σταθεροποίηση του συστήματος.

Αυτό που προκαλεί προβληματισμό είναι το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς μπορούν να αποτραπούν τέτοιες κρίσεις στο μέλλον. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην κρίση έχει αναλυθεί διεξοδικά: φτηνό χρήμα, αλόγιστος δανεισμός, τοξικά προϊόντα, ευφορία και υπεραισιοδοξία, συγκρουόμενα συμφέροντα, χαλαρή εποπτεία. Το τελευταίο είναι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία αφού όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν υπήρχε αποτελεσματική εποπτεία. Οι Αμερικανικές εποπτικές αρχές απέτυχαν για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, έδειξαν υπερβολική πίστη στη δυνατότητα αυτορύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα χρηματοπιστωτικών κρίσεων, όμως ο Άλαν Γκρίνσπαν φαίνεται να θεωρούσε ότι οι σύγχρονες αγορές είναι αρκετά ώριμες ώστε να αποφύγουν τις παγίδες. Ήταν ένας περιφανής θρίαμβος της ιδεολογίας επί της εμπειρικής γνώσης. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο χρηματοοικονομικός τομέας δημιούργησε περίπλοκα χρηματοδοτικά προϊόντα που διέσπειραν τον κίνδυνο με τρόπο που ήταν δύσκολο για τις εποπτικές αρχές να παρακολουθήσουν. Εκ των υστέρων βέβαια έχει διαφανεί ότι ακόμα και αυτοί που δημιουργούσαν αυτά τα προϊόντα δεν καταλάβαιναν καλά-καλά τι πουλούσαν.

Το κύριο λοιπόν δίδαγμα από την κρίση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια υπενθύμιση (για όσους το είχαν ξεχάσει) ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι επιρρεπής σε φούσκες και κρίσεις αξιοπιστίας και για αυτό πρέπει να εποπτεύεται αυστηρά για να αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται ανεξάρτητες εποπτικές αρχές, στελεχωμένες με ικανούς τεχνοκράτες, άριστους γνώστες της οικονομίας. Η εμπειρία δύο μικρών νησιωτικών κρατών, της Ισλανδίας και της Κύπρου, καταδεικνύουν τη σημασία της ύπαρξης τέτοιων ανεξάρτητων αρχών. Η Ισλανδία ουσιαστικά χρεωκόπησε λόγω της κρίσης και τεράστια ευθύνη για αυτό φέρει η Κεντρική Τράπεζα της χώρας, η οποία επέτρεψε στο τραπεζικό τομέα να αναπτυχθεί πέρα από τις δυνατότητες της χώρας. Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ισλανδίας είναι πολιτικό πρόσωπο, πρώην πρωθυπουργός. Αντίθετα η Κύπρος ευτύχησε να έχει μια σοβαρή Κεντρική Τράπεζα με διοικητή ένα εγνωσμένου κύρους οικονομολόγο. Η Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα αντιστάθηκε στις πολιτικές πιέσεις για την πώληση μέρους των αποθεμάτων χρυσού και επέβαλε μη δημοφιλείς περιορισμούς στη δραστηριότητα των τραπεζών, κάτι που επέτρεψε στην Κύπρο να διέλθει την κρίση χωρίς μεγάλα προβλήματα.

Αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι η διαχείριση της κρίσης - και γενικά της οικονομίας - να μη γίνεται στη βάση ιδεολογημάτων αλλά στη βάση ορθολογικής ανάλυσης. Οι πολιτικές πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα αποτελέσματά τους και όχι την ιδεολογική τους ταυτότητα. Έχουν γραφτεί δεκάδες κείμενα τον τελευταίο καιρό που κατακεραυνώνουν την οικονομία της αγοράς και καλούν σε αντιστροφή των "νεοφιλελεύθερων" πολιτικών. Όμως όταν ο ασθενής πονάει στο γόνατο δεν του κάνουμε μεταμόσχευση καρδίας. Οι πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου, της κατάργησης των κρατικών μονοπωλίων και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων έχουν επιφέρει τεράστια οφέλη στην παρκόσμια οικονομία. Πολλά εκατομμύρια άνθρωποι ξέφυγαν από τη φτώχεια τις τελευταίες δεκαετίες όταν οι χώρες τους αποφάσισαν να ενταχθούν στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Σαφώς και το σύστημα δεν είναι τέλειο. Όμως, αυτό που είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ για τη δημοκρατία ισχύει και για τον καπιταλισμό: είναι το χειρότερο σύστημα, αν εξαιρέσουμε όλα τα άλλα που έχουν κατά καιρούς δοκιμαστεί.

Ρεύμα, Τεύχος 2, Φεβρουάριος 2009

19 Σεπτεμβρίου 2004

Δεν πουλάμε εθνικό πλούτο (τζάμπα όμως τον δίνουμε)

Είναι γνωστή η θέση της κυβέρνησης ότι ο εθνικός πλούτος δεν είναι προς πώληση. Η θέση αυτή έχει επικριθεί από τους περισσότερους αρθρογράφους που καταπιάνονται με θέματα της οικονομίας. Η κυβέρνηση όμως επιμένει, και ο ίδιος ο πρόεδρος Παπαδόπουλος υπερασπίζεται με έντονο τρόπο αυτή την πολιτική του όποτε εγερθεί το θέμα. Σε μια περίπτωση ο πρόεδρος έκανε την περιβόητη αναφορά σε "ξένους γίγαντες", οι οποίοι εποφθαλμιούν προφανώς τον εθνικό μας πλούτο. Σε δύο τουλάχιστον άλλες περιπτώσεις παρομοίωσε την πώληση ημικρατικών οργανισμών με τον διαχωρισμό οικοπέδων. Αν είναι η κυβέρνηση να πουλά την περιουσία της, είπε, γιατί να μην χωρίζει και να πουλά οικόπεδα. Πιστεύει δηλαδή ο πρόεδρος ότι το ενδεχόμενο πώλησης οικοπέδων από την κυβέρνηση είναι παράλογο και εκτός συζήτησης, και ότι το ίδιο ισχύει και για τους ημικρατικούς.

Την ίδια περίοδο που ο πρόεδρος έκανε αυτές τις δηλώσεις έγινε γνωστή και η πρόταση του υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να δοθούν δέκα άδειες για γήπεδα γκολφ με δικαίωμα ανέγερσης 3,000 κλινών για το κάθε ένα. Επειδή ο αριθμός των 3,000 κλινών μου φάνηκε εξωπραγματικός, επιστράτευσα μερικούς φίλους για να με βοηθήσουν να υπολογίσω πόσα άτομα μπορούν να ψυχαγωγηθούν σε ένα γήπεδο γκολφ 18 οπών. Το συμπέρασμά μου είναι ότι στην καλύτερη περίπτωση ένα τέτοιο γήπεδο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από 350 άτομα ημερησίως. Λόγω του ότι από τα 350 άτομα μέχρι τις 3,000 κλίνες υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι όλες αυτές οι κλίνες δεν προορίζονται για παίχτες του γκολφ. Το γκολφ είναι ίσως μια πρόφαση για να κτιστούν επαύλεις πολυτελείας.

Το κατά πόσον αυτό είναι καλή τουριστική πολιτική ή όχι θα το κρίνουν οι ειδικοί. Διερωτούμαι όμως αν η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι η αύξηση συντελεστών δόμησης για σκοπούς τουριστικής ανάπτυξης δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκποίηση εθνικού πλούτου. Εθνικός πλούτος δεν είναι μόνο τα χειροπιαστά περιουσιακά στοιχεία όπως η γη ή οι δημόσιοι οργανισμοί. Εθνικός πλούτος είναι και τα διάφορα προνόμια του κράτους, όπως η δυνατότητα ελέγχου της δόμησης. Κάθε φορά που το κράτος αυξάνει τους συντελεστές δόμησης παραχωρεί εθνικό πλούτο στους ιδιοκτήτες της επηρεαζόμενης γης. Και μάλιστα παραχωρεί αυτό τον πλούτο άνευ αντιτίμου. Η αξία αυτής της γης θα αυξηθεί κατά πολλά εκατομμύρια, κι όμως οι ιδιοκτήτες της δεν θα πληρώσουν ούτε σεντ για αυτή την εξυπηρέτηση.

Για να γίνω πιο κατανοητός, φανταστείτε το εξής υποθετικό σενάριο. Η κυβέρνηση αγοράζει τη γη σε τιμές που αντικατοπτρίζουν την αξία της με βάση τους σημερινούς χαμηλούς συντελεστές δόμησης. Μετά αυξάνει τους συντελεστές δόμησης και πωλεί τη γη στους ενδιαφερόμενους για να κτίσουν επαύλεις. Το αποτέλεσμα όσον αφορά την τουριστική ανάπτυξη είναι το ίδιο όπως και στην πρόταση του υπουργείου, με τη διαφορά ότι τα εκατομμύρια εισρέουν στα δημόσια ταμεία και όχι στις τσέπες 5-10 προνομιούχων ιδιωτών.

Με άλλα λόγια, παρά να δίνουμε χάρισμα προνόμια σε διάφορους τυχερούς, καλύτερα να χωρίζουμε και να πουλάμε οικόπεδα.

Πολίτης, 19/9/2004

8 Φεβρουαρίου 2004

Οι αποκρατικοποιήσεις και οι ξένοι γίγαντες

Είναι γνωστό ότι το προεκλογικό πρόγραμμα του πρόεδρου Παπαδόπουλου απέκλειε την αποκρατικοποίηση δημοσίων και ημικρατικών οργανισμών. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στο προενταξιακό οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης το περασμένο φθινόπωρο. Τελευταία όμως, ορισμένοι κύκλοι της συμπολίτευσης είχαν αρχίσει να δίνουν ένα διαφορετικό στίγμα, είτε παίρνοντας σαφή θέση υπέρ των αποκρατικοποιήσεων (ΕΔΕΚ), είτε τηρώντας μια στάση λιγότερο απόλυτη από αυτή που μας είχαν συνηθίσει (ορισμένα στελέχη του ΔΗΚΟ). Οι εξελίξεις αυτές ώθησαν τον πρόεδρο Παπαδόπουλο να προβεί την περασμένη Τετάρτη σε μια δήλωση στην οποία επανέλαβε εμφαντικά την θέση της κυβέρνησης εναντίον των αποκρατικοποιήσεων, επιθυμώντας προφανώς να θέσει τέρμα σε κάθε συζήτηση για αυτό το θέμα.

Η θέση αυτή του προέδρου δεν ήταν έκπληξη, όμως ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα από τον έντονο τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκε και από την αιτιολόγηση που δόθηκε. Διερωτήθηκε συγκεκριμένα ο πρόεδρος, "ποιοι θα αποκτήσουν τις μετοχές αν πωληθούν, ο λαός ή οι μεγάλοι γίγαντες της βιομηχανίας από το εξωτερικό;" Η αναφορά σε γίγαντες του εξωτερικού μου θυμίζει τριτοκοσμικούς ηγέτες ψυχροπολεμικών εποχών οι οποίοι με παρόμοιες νοοτροπίες οδήγησαν τις χώρες τους στην οικονομική εξαθλίωση. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων αποτελεί θεμελιώδες συστατικό μιας οικονομικής πολιτικής που στοχεύει την ανάπτυξη και την ευημερία. Οι ξένοι γίγαντες που πραγματοποιούν επενδύσεις σε αναπτυσσόμενες χώρες δημιουργούν θέσεις εργασίες και φέρνουν μαζί τους τεχνογνωσία από την οποία επωφελείται και η τοπική βιομηχανία. Για αυτό και όλες οι χώρες που επιθυμούν να ευδοκιμήσουν μέσα στο διεθνές οικονομικό σύστημα προσπαθούν να δελεάσουν τους ξένους επενδυτές, και όχι να τους δαιμονοποιούν. Εμείς τελικά θέλουμε να λειτουργήσουμε μέσα σε αυτό το σύστημα ή όχι;

Είπε ακόμα ο πρόεδρος ότι "τα δημοσιονομικά ελλείμματα δεν είναι δυνατό να μειωθούν με την πώληση μετοχών ημικρατικών οργανισμών." Το επιχείρημα διατυπώνεται συχνά, όμως είναι ορθό μόνο αν το δημοσιονομικό έλλειμμα χρηματοδοτεί την κατανάλωση και όχι την επένδυση. Για παράδειγμα, δεν θα ήταν καθόλου καλή ιδέα να πουλήσουμε κρατική περιουσία για να χρηματοδοτήσουμε ενός μήνα διακοπές για όλους τους Κύπριους. Γιατί όμως να μην το πράξουμε αν με τα έσοδα που θα έχουμε θα μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε παραγωγικές επενδύσεις; Γιατί αποκλείουμε την αποκρατικοποίηση αν υπάρχει καλύτερος τρόπος επένδυσης αυτών των κεφαλαίων;

Για να γίνω πιο σαφής, ας πάρουμε ως παράδειγμα τις τηλεπικοινωνίες. Η Κυπριακή πολιτεία έχει επενδύσει πολλά για τη δημιουργία ενός καλού τηλεπικοινωνιακού δικτύου. Το κράτος ανάλαβε το ίδιο την πραγματοποίηση αυτών των επενδύσεων μέσω της ΑΤΗΚ γιατί ο ιδιωτικός τομέας δεν ήταν σε θέση να το πράξει από μόνος του. Σήμερα έχουμε φτάσει σε μια εποχή που οι διεθνείς τηλεπικοινωνίες βρίσκονται σε άνθηση και ο ιδιωτικός τομέας έχει αναλάβει τα ηνία αυτής της αγοράς. Η κρατική παρέμβαση δεν χρειάζεται πλέον. Η συμμετοχή σε κάποια αγορά δεν είναι αυτοσκοπός. Τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός για την Κυπριακή πολιτεία να εξαργυρώσει την επένδυση που έκανε μεταβιβάζοντας την ΑΤΗΚ στον ιδιωτικό τομέα και διοχετεύοντας τα έσοδα σε άλλες παραγωγικές επενδύσεις ή σε νέους τομείς που χρειάζονται κρατική στήριξη για να σταθούν στα πόδια τους.

Πολίτης, 8/2/2004

26 Οκτωβρίου 2003

Περί ιδιωτικοποιήσεων

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τις θέσεις του κ. Βάσου Γεωργίου για τις ιδιωτικοποιήσεις ("Π", 28/9 και 5/10). Ο περιορισμένος χώρος αυτής της στήλης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ σε έκταση σε όλα τα θέματα που ήγειρε ο κ. Γεωργίου, για αυτό θα περιοριστώ σε ορισμένα σύντομα σχόλια επί των πιο σημαντικών σημείων.

  1. Το γεγονός ότι η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ είναι πιο υγιείς οργανισμοί από τις Κυπριακές Αερογραμμές δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στο διαφορετικό νομικό τους καθεστώς. Η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες με σταθερή και προβλέψιμη ζήτηση, σε αντίθεση με τις ΚΑ που παρέχουν μια υπηρεσία πολυτελείας που επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες όπως είναι οι πόλεμοι, η τρομοκρατία και το διεθνές οικονομικό κλίμα. Δεν υπεραμύνομαι της καταστροφικής κρατικής διαχείρισης των ΚΑ, όμως το στοιχείο αυτό πρέπει να αναγνωριστεί.
  2. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι το ισχύον νομικό καθεστώς των ΑΤΗΚ και ΑΗΚ ήταν το καταλληλότερο μέχρι σήμερα, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό θα εξακολουθήσει να ισχύει και στο μέλλον. Πολύ σύντομα οι οργανισμοί αυτοί θα αναγκαστούν να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουν συνηθίσει. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιο ιδιοκτησιακό καθεστώς θα εξυπηρετήσει καλύτερα τους πολίτες όταν έλθει επιτέλους ο ανταγωνισμός;
  3. Είναι γεγονός ότι ορισμένες προσπάθειες ιδιωτικοποίησης δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το δίδαγμα για μας είναι ότι οι ιδιωτικοποιήσεις πρέπει να σχεδιάζονται σωστά, όχι ότι δεν πρέπει να γίνονται. Διότι για κάθε περίπτωση προβληματικής ιδιωτικοποίησης υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα ιδιωτικοποιήσεων που είχαν ευεργετικά αποτελέσματα.
  4. Ο κ. Γεωργίου ισχυρίζεται ότι "σε Οργανισμούς που δεν υπάρχει κοινοβουλευτικός, κυβερνητικός και κυρίως δικαστικός έλεγχος, ανθεί η αυθαιρεσία, ενώ οι πολιτικές παρεμβάσεις είναι μεγαλύτερες." Η θέση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα οργανισμών όπου ο άμεσος κρατικός έλεγχος έχει αποτύχει παταγωδώς. Αναφέρω ενδεικτικά το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, την Αρχή Λιμένων, τα Κυπριακά Ταχυδρομεία.
  5. Αφήνεται συχνά να νοηθεί ότι μετά από μια ιδιωτικοποίηση η αγορά μένει ξέφραγο αμπέλι. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το κράτος έχει και δικαίωμα και υποχρέωση να παρακολουθεί τις αγορές και να παρεμβαίνει όποτε αυτές υπολειτουργούν. Για αυτό και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει την ενίσχυση των εποπτικών αρχών και τη δημιουργία εξειδικευμένων ρυθμιστικών οργάνων για τις πιο σημαντικές αγορές όπως είναι η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες.

Η σύγχρονη τάση, την οποία ακολουθούν και οι εταίροι μας στην ΕΕ, θέλει το κράτος να αποσύρεται από την άμεση εμπλοκή στις αγορές και να αναλαμβάνει ρόλο εποπτικό και ρυθμιστικό. Δυστυχώς εδώ στην Κύπρο έχουμε μείνει στάσιμοι, και σε ορισμένες περιπτώσεις οπισθοδρομούμε, παγιδευμένοι καθώς είμαστε άλλοι από ιδεολογικές εμμονές, άλλοι από τη μακαριότητα μιας βολεμένης ύπαρξης και άλλοι από ατολμία να έρθουν σε ρήξη με τους βολεμένους.

Πολίτης, 26/10/2003

22 Ιουνίου 2003

Ιδιωτικά ή κρατικά μονοπώλια;

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον "Π" ο Υπουργός Εμπορίου εξέφρασε την θέση ότι τα κρατικά μονοπώλια είναι προτιμότερα από τα ιδιωτικά. Εκ πρώτης όψεως δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς με αυτή την τοποθέτηση. Στο κάτω-κάτω τα μονοπώλια πραγματοποιούν υπερκέρδη και είναι σίγουρα προτιμότερο τα κέρδη αυτά να περνούν στα κρατικά ταμεία παρά στην τσέπη κάποιου ιδιώτη που δεν χρειάστηκε να κοπιάσει ιδιαίτερα για αυτά.

Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η επιλογή μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής διαχείρισης μιας εταιρείας δεν είναι θέμα του ποιος θα αποκομίζει τα κέρδη. Τα προβλήματα με τους δημόσιους οργανισμούς είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Διευθύνονται από συμβούλια που ως επί το πλείστον είναι άσχετα με τον τομέα δράσης του οργανισμού αφού τα μέλη τους διορίζονται για να εκπροσωπούν κομματικά συμφέροντα. Γίνονται έτσι χώρος συνδιαλλαγής και αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης από την εκάστοτε κυβέρνηση. Η κακοδιαχείριση και οι ατασθαλίες σε θέματα αγοράς αγαθών και υπηρεσιών είναι συχνά φαινόμενα που σπάνια τιμωρούνται γιατί τα πλοκάμια της διαφθοράς φτάνουν συνήθως πολύ ψηλά. Ταυτόχρονα, η έλλειψη κινήτρων και η ισοπέδωση των εργαζομένων καλλιεργεί μια κουλτούρα απάθειας που οδηγεί σε χαμηλή παραγωγικότητα. Η απάθεια βέβαια εξαφανίζεται όταν έρθει η ώρα για μισθολογικές ή άλλες διεκδικήσεις τις οποίες καμία κυβέρνηση δεν έχει το θάρρος να απορρίψει. Έτσι αυξάνεται συνεχώς το εργατικό κόστος χωρίς να υπάρχει ανάλογη αύξηση της παραγωγικότητας.

Το αποτέλεσμα είναι οι δημόσιες εταιρείες να μετατρέπονται σε αδηφάγους οργανισμούς που όχι μόνο δεν πραγματοποιούν κέρδη, αλλά αντίθετα απομυζούν τα κρατικά ταμεία. Οι Κυπριακές Αερογραμμές, το Διυλιστήριο, το ΡΙΚ, οι Δασικές Βιομηχανίες είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτυχημένης κρατικής διαχείρισης που συνεχίζεται για δεκαετίες. Ακόμα και οι οργανισμοί που λειτουργούν σχετικά ικανοποιητικά όπως η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ έχουν ψηλά κόστη λειτουργίας τα οποία στο τέλος πληρώνει ο καταναλωτής υπό μορφή αυξημένων τελών. Αυτό πλήττει κυρίως τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα τα οποία ξοδεύουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τις υπηρεσίες αυτές. Αυτό καταρρίπτει και το μύθο ότι οι ιδιωτικοποιήσεις πλήττουν τους φτωχούς. Οι φτωχοί δεν είναι υπάλληλοι των ημικρατικών, απλώς πληρώνουν για την κακοδιαχείρισή τους.

Η επιχειρηματική δραστηριότητα είναι δουλειά του ιδιωτικού τομέα. Οι ιδιώτες έχουν και τις ικανότητες αλλά και τους λόγους να διαχειριστούν αποτελεσματικά ένα οργανισμό. Απο κει και πέρα το κράτος πρέπει να διαδραματίσει τον εποπτικό και ρυθμιστικό του ρόλο. Για να γίνει αυτό σωστά απαιτείται η ύπαρξη εποπτικών αρχών που να διαθέτουν την τεχνογνωσία και την ελευθερία δράσης να παρεμβαίνουν όποτε κρίνεται αναγκαίο. Σε αυτό το παιγνίδι είμαστε ακόμα πολύ πίσω. Η προϊστορία του κράτους μας στην εποπτεία των αγορών είναι γεμάτη με αποτυχίες, όπως οι περιπτώσεις των πετρελαιοειδών και των φαρμάκων. Αν αφήσουμε κατά μέρος την επιμονή σε ξεπερασμένες αντιλήψεις μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις εμπειρίες των Ευρωπαίων εταίρων μας.

Πολίτης, 22/6/2003

8 Ιουνίου 2003

Η περιουσία του δημοσίου

Tο προεκλογικό πρόγραμμα του πρόεδρου Παπαδόπουλου περιελάμβανε τη δέσμευση για μη εκχώρηση δημόσιας περιουσίας. Η δογματική αυτή τοποθέτηση βρίσκεται σε αντίθεση με το ιδεολογικό ρεύμα της εποχής. Σε όλες τις σύγχρονες οικονομίες οι κυβερνήσεις μειώνουν την άμεση εμπλοκή τους στην παραγωγική διαδικασία και αναλαμβάνουν ρόλο εποπτικό και ρυθμιστικό. Σε αυτό άλλωστε αποσκοπεί κατά κύριο λόγο το οικονομικό μέρος του Ευρωπαϊκού κεκτημένου το οποίο έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσουμε. Κι όμως, μια μεγάλη μερίδα της πολιτικής μας ηγεσίας έχει μείνει προσκολλημένη στο παρελθόν και αρνείται πεισματικά να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

Ανεξάρτητα όμως από τις διεθνείς τάσεις, η τοποθέτηση αυτή για την περιουσία του κράτους προδίδει ατολμία και ιδεολογική σύγχιση. Έχει δικαίωμα ο καθένας να πιστεύει ότι το κράτος πρέπει να αναπτύσσει επιχειρηματική δραστηριότητα στην οικονομία. Όμως μια τέτοια θέση θα πρέπει να συνοδεύεται και από κάποια επιχειρηματολογία που να εξηγά σε ποιους τομείς θα πρέπει να δραστηριοποιείται το κράτος και σε ποιους όχι. Γιατί για παράδειγμα το κράτος να έχει άμεση εμπλοκή στις τηλεπικοινωνίες και όχι στον τραπεζικό τομέα; Είναι μήπως ο τραπεζικός τομέας λιγότερο σημαντικός από τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και τη δασική βιομηχανία; Η θέση ότι "δεν ξεπουλάμε περιουσία του κράτους" συνεπάγεται ότι η εμπλοκή του κράτους θα εξαρτάται από τις ιστορικές συγκυρίες και όχι από την οικονομική λογική.

Υιοθετώντας την ισοπεδωτική αυτή στάση η κυβέρνηση περιόρισε αχρείαστα τις επιλογές της, ειδικά όσον αφορά στη διαχείριση των ημικρατικών οργανισμών. Είμαστε όλοι μάρτυρες κωμικοτραγικών φαινομένων όπως είναι οι ατέρμονες συζητήσεις στη Βουλή για το κατά πόσον η ΑΤΗΚ θα πρέπει ή όχι να συμμετάσχει στην κοινοπραξία για τον δορυφόρο(ή να προβεί σε κάποια άλλη επένδυση). Όλοι γνωρίζουμε ότι πολύ λίγοι από τους βουλευτές μας έχουν έστω και ελάχιστες γνώσεις για αυτό το θέμα και είναι παράλογο και άδικο να περιμένουμε από αυτούς να αποφασίσουν για αυτό. Κι όμως η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να συζητήσει όχι μόνο την ιδιωτικοποίηση αλλά ακόμα και απλή μετοχοποίηση των οργανισμών αυτών. Αντί αυτού ακούμε διάφορες αναφορές για αναζήτηση εναλλακτικών μοντέλων ευέλικτης διαχείρισης. Με άλλα λόγια, αντί να εκμεταλλευτούμε την εμπειρία τόσων άλλων πιο προηγμένων χωρών, πειραματιζόμαστε με την περιουσία του Κύπριου πολίτη επιζητώντας εναλλακτικά και μη δοκιμασμένα μοντέλα.

Η κυβέρνηση έχει αυτοπαγιδευτεί με την προεκλογική της δέσμευση για μη εκχώρηση περιουσίας του δημοσίου και οδηγείται σε επικίνδυνους πειραματισμούς. Ας ελπίσουμε ότι θα επικρατήσουν σοφότερες σκέψεις και η κυβέρνηση θα αναθεωρήσει την πολιτική αυτή. Το όποιο πολιτικό κόστος θα είναι σίγουρα πολύ μικρότερο από το κόστος που θα επωμιστεί ο Κύπριος πολίτης στην αντίθετη περίπτωση.

Πολίτης, 8/6/2003