Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικοοικονομικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικοοικονομικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Μαρτίου 2014

Ανισότητα: Η μεγάλη πρόκληση

Δημοσιεύτηκε στο TheTOC στις 11 Μαρτίου 2014

Το ζήτημα της ανισότητας παρουσιάζει δύο πρόσωπα. Από τη μια, η ανισότητα μεταξύ χωρών μειώνεται σταθερά καθώς όλο και περισσότερες χώρες εντάσσονται στο διεθνές οικονομικό σύστημα και αποκομίζουν τα σχετικά οφέλη. Η ανάπτυξη της Κίνας από μόνη της έχει ανεβάσει αισθητά το βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Έχει μειωθεί λοιπόν σημαντικά ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας.

Από την άλλη, παρατηρείται μια αύξηση της ανισότητας στο εσωτερικό των χωρών, τόσο ανεπτυγμένων όσο και αναπτυσσόμενων όπως η Κίνα. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα περισσότερα οφέλη από την ανάπτυξη της τελευταίας 40ετίας έχουν καταλήξει στο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού ενώ για τη μάζα του πληθυσμού τα πραγματικά εισοδήματα έχουν μείνει ουσιαστικά στάσιμα. Η τάση αυτή ήρθε να αντιστρέψει τη λεγόμενη Μεγάλη Συμπίεση που παρατηρήθηκε την περίοδο από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν είχε παρατηρηθεί μια σημαντική μείωση της ανισότητας.

Η Μεγάλη Συμπίεση ήταν ο κύριος λόγος που η κατανομή του εισοδήματος δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τους οικονομολόγους για πολλές δεκαετίες. Τα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια καθώς η προσεκτική ανάλυση ιστορικών δεδομένων έχει αναδείξει φαινόμενα και τάσεις που ανατρέπουν τις μέχρι τώρα επικρατούσες απόψεις. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που αναλογούσε στην εργασία παρέμενε σταθερό. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αυτή ήταν ίσως η φυσική έκβαση του συστήματος. Η πεποίθηση αυτή ανατρέπεται σήμερα καθώς τα στοιχεία καταγράφουν μια σημαντική μείωση του μεριδίου της εργασίας, η οποία παρατηρείται σε πολλές χώρες και πολλούς τομείς της οικονομίας.

Ένας άλλος χρήσιμος δείκτης είναι ο λόγος του αποθέματος κεφαλαίου ως προς το εισόδημα μιας χώρας. Όσο πιο μεγάλος είναι ο λόγος, τόσο μεγαλύτερη και πιο παγιωμένη η ανισότητα. Ο δείκτης παρουσίασε μια σημαντική μείωση την περίοδο του μεσοπολέμου, παρουσιάζει όμως μια αυξητική πορεία τα τελευταία 30 χρόνια.

Οι πλείστες εξηγήσεις αυτών των αλλαγών περιστρέφονται γύρω από δύο εξελίξεις: την τεχνολογική πρόοδο και την παγκοσμιοποίηση. Η βελτίωση της τεχνολογίας, κυρίως στην πληροφορική, μείωσε τις τιμές των επενδυτικών αγαθών και ώθησε τις επιχειρήσεις να υποκαταστήσουν την εργασία με κεφάλαιο. Από την πλευρά της, η παγκοσμιοποίηση προσέφερε μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες στο κεφάλαιο και πολλά οφέλη στους καλά καταρτισμένους εργαζόμενους, από την άλλη όμως ο αυξημένος ανταγωνισμός από τις αναπτυσσόμενες χώρες συμπίεσε τα εισοδήματα μεγάλων τάξεων εργαζομένων στις ανεπτυγμένες χώρες.

Πέραν λοιπόν της αύξησης της ανισότητας υπέρ του κεφαλαίου, παρατηρείται και αυξημένη ανισότητα ανάμεσα στους ίδιους τους εργαζομένους. Η οικονομία των ανεπτυγμένων χωρών αμείβει σήμερα πλουσιοπάροχα τα σπάνια ταλέντα, τους «σούπερ σταρ» αθλητές, καλλιτέχνες και στελέχη επιχειρήσεων. Αμείβει επίσης πολύ καλά τους εργαζόμενους στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στις νέες τεχνολογίες της πληροφορικής, τομείς όπου οι χώρες αυτές υπερέχουν σημαντικά των αναπτυσσόμενων χωρών. Αντίθετα, εργαζόμενοι σε παραδοσιακούς τομείς της οικονομίας που αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από τις αναπτυσσόμενες χώρες βλέπουν τα εισοδήματά τους να μένουν καθηλωμένα.
Η αυξημένη ανισότητα αποτελεί απειλή για την κοινωνική σταθερότητα. Ασφαλώς η λύση δεν μπορεί να είναι η αντιστροφή της τεχνολογικής προόδου και της παγκοσμιοποίησης. Η ανθρωπότητα έχει κερδίσει πολλά από αυτά τα δύο φαινόμενα. Πρέπει όμως να βρει τρόπους καλύτερης κατανομής των οφελών που προκύπτουν. Μια καλή αρχή θα ήταν να διασφαλιστεί ότι το κεφάλαιο συνεισφέρει στα δημόσια ταμεία το μερίδιο που του αναλογεί με βάση τα κέρδη που αποκομίζει. Όμως το Α και το Ω οποιασδήποτε προσπάθειας πρέπει να είναι η παιδεία. Η παιδεία είναι ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής ανέλιξης και το μέσο που θα δώσει στους εργαζόμενους τα εφόδια και τις δεξιότητες που θα τους επιτρέψουν να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο στη ανταγωνιστική οικονομία του 21ου αιώνα.

13 Δεκεμβρίου 2009

Είναι βιώσιμο το ΤΚΑ;

Απαριθμώντας τα επιτεύγματα της κυβέρνησης την περασμένη Τρίτη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε αναφορά στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων μέχρι το 2048. Την ίδια μέρα η Υπουργός Εργασίας είπε σε ομιλία της ότι "έχουμε πετύχει να διατηρήσουμε την οικονομική ευρωστία του Ταμείου και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του". Αξίζουν εύσημα στην κυβέρνηση γιατί ασχολήθηκε σοβαρά με το θέμα του ΤΚΑ και πέτυχε να ψηφιστεί ένα νομοσχέδιο το οποίο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Είναι όμως το ΤΚΑ πράγματι βιώσιμο;

Αυτό που εννοεί η κυβέρνηση όταν λέει ότι το ταμείο είναι βιώσιμο μέχρι το 2048 είναι ότι θα υπάρχει αποθεματικό που να μπορεί να καλύψει τις υποχρεώσεις του ταμείου μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Ας αφήσουμε κατά μέρος το γεγονός ότι η οικονομική κρίση μας έχει ήδη βγάλει εκτός προγραμματισμού (κάτι για το οποίο αρκετοί είχαν προειδοποιήσει έγκαιρα) και ας θεωρήσουμε ότι το 2048 θα είναι πράγματι η κρίσιμη χρονιά. Πού θα στεκόμαστε τότε; Θα έχουμε ένα άδειο ταμείο το οποίο θα έχει πολύ μεγαλύτερες υποχρεώσεις προς τους συνταξιούχους από ότι θα έχει να εισπράττει σε εισφορές από τους εργαζόμενους. Άρα η μεταρρύθμιση δεν εξασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος. Απλώς μεταθέτει χρονικά τη χρεωκοπία του κατά μία εικοσαετία, φορτώνοντας ταυτόχρονα με μεγάλο κόστος τους εργαζόμενους, τις επιχειρήσεις και το κράτος.

Με άλλα λόγια, ένας 25χρονος που εισέρχεται σήμερα στην αγορά εργασίας θα λογαριάζει να αφυπηρετήσει το 2049 έχοντας εργαστεί και συνεισφέρει στο ΤΚΑ για 40 χρόνια. Όμως το ταμείο δεν θα μπορεί να καλύψει τη σύνταξή του. Τα πράγματα βέβαια δεν θα φτάσουν ως εκεί. Το πρόβλημα θα γίνει αντιληπτό αρκετά χρόνια πιο πριν και θα προκύψει μια νέα μεταρρύθμιση του συστήματος. Μια μεταρρύθμιση όμως που θα είναι πολύ πιο οδυνηρή από τη φετινή γιατί η "εύκολη" λύση της αύξησης των εισφορών δεν θα είναι εφικτή. Με τις εισφορές να είναι ήδη στο 25.7% του μισθού, η επέκταση του ορίου συνταξιοδότησης θα είναι αναπόφευκτη. Ο σημερινός 25χρονος δεν θα αφυπηρετήσει το 2049 αλλά αρκετά χρόνια αργότερα. Θα πληρώσει το μεγαλύτερο τίμημα για την αδυναμία της σημερινής πολιτικής και συνδικαλιστικής ηγεσίας να δουν μακριά.

Τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ απλά. Αν θέλουμε ένα πραγματικά βιώσιμο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων που θα εξασφαλίζει όχι μόνο αυτούς που θα αφυπηρετήσουν μέσα στα επόμενα 5 ή 10 χρόνια αλλά και τα παιδιά και τα εγγόνια τους, θα πρέπει το συντομότερο δυνατό να προχωρήσουμε σε μια νέα μεταρρύθμιση. Κάθε έτος που περνά απλώς μεταθέτει μεγαλύτερο βάρος από τους δικούς μας ώμους σε αυτούς των παιδιών μας.

Πολίτης, 13/12/2009

6 Δεκεμβρίου 2009

Και ξαφνικά, ΑΤΑ

Μιλώντας στη Βουλή πριν μερικές μέρες ο εκπρόσωπος τύπου του ΑΚΕΛ Σταύρος Ευαγόρου άνοιξε για πρώτη φορά εκ μέρους του κόμματός του την πόρτα στο διάλογο με σκοπό "τη βελτίωση της λειτουργίας του θεσμού" της ΑΤΑ. Ο κος Ευαγόρου αναφέρθηκε σε βελτίωση που να προσφέρει δικαιότερη αποζημίωση για τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Πράγματι, τη δεκαετία 1997-2007 οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών που καταναλώνεται από το φτωχότερο 20% του πληθυσμού αυξήθηκαν κατά 45%, σε σύγκριση με 29% για τα προϊόντα που καταναλώνονται από το πλουσιότερο 20%.* Αυτό σημαίνει ότι τα χαμηλότερα στρώματα δεν αποζημιώνονται πλήρως για τη διάβρωση της αγοραστικής τους δύναμης ενώ τα πλουσιότερα στρώματα αποζημιώνονται υπέρ του δέοντος.

Ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει ένα διάλογο για την ΑΤΑ - αν ποτέ ξεκινήσει - είναι το πόσους και ποιους ακριβώς προστατεύει. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, επίσημα στοιχεία δεν φαίνεται να υπάρχουν για αυτό το τόσο σημαντικό ερώτημα. Κάποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από τις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών, όπου οι εργαζόμενοι καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα αν εισπράττουν τιμαριθμικό επίδομα. Το 2003 μόνο 43.5% των ερωτηθέντων απάντησαν θετικά, ενώ για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα το ποσοστό ήταν μόλις 30.5%. Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι για το φτωχότερο 10% των εργαζομένων το ποσοστό κάλυψης από την ΑΤΑ είναι μόλις 6%. Το ποσοστό κάλυψης αυξάνεται προοδευτικά με το εισόδημα για να ξεπεράσει το 70% για τα άτομα που ανήκουν στο ψηλότερο 10%.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η ΑΤΑ έχει ξεπεραστεί από την εξέλιξη της οικονομίας και βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία. Γιατί λοιπόν τόση φασαρία για ένα θεσμό που σταδιακά διαβρώνεται και αυτοκαταργείται;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την ΑΤΑ σήμερα είναι ότι αποτελεί την κύρια αιτία πίσω από την ανεξέλεγκτη αύξηση του κρατικού μισθολογίου. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπει μια τάξη στα δημοσιονομικά του κράτους όταν το κρατικό μισθολόγιο αυξάνεται με ρυθμό 7-8% ετησίως. Η κατάργηση ή δραστική αναπροσαρμογή της ΑΤΑ στο δημόσιο είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος συγκράτησης του κρατικού μισθολογίου σε πιο λογικούς ρυθμούς αύξησης. Άλλα μέτρα όπως η πάταξη της φοροδιαφυγής είναι επίσης απαραίτητα αλλά αυτά θα χρειαστούν χρόνο για να αποδώσουν. Το κράτος βρίσκεται σε δυσχερή δημοσιονομική κατάσταση σε μια περίοδο που η οικονομία χρειάζεται στήριξη. Έργα υποδομής που θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη αναστέλλονται λόγω οικονομικής στενότητας. Η κατάσταση απαιτεί άμεσες και τολμηρές λύσεις.

* "Μερικές αλήθειες για την ΑΤΑ," Σχόλιο Οικονομικής Πολιτικής Τεύχος 16, Κέντρο Οικονομικών Ερευνών Πανεπιστημίου Κύπρου, Ιούνιος 2008.

Πολίτης, 6/12/2009

22 Νοεμβρίου 2009

Στοχευμένη κοινωνική πολιτική

Όλοι συμφωνούν ότι τα μέτρα κοινωνικής στήριξης του κράτους πρέπει να απευθύνονται σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη. Πώς όμως εντοπίζουμε αυτούς τους ανθρώπους; Το κύριο κριτήριο που χρησιμοποιείται σήμερα είναι το εισόδημα, μια τακτική που είναι προβληματική για δύο λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι το γνωστό πρόβλημα των αδήλωτων εισοδημάτων: το κράτος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα πραγματικά εισοδήματα μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Υπό αυτές τις συνθήκες η στόχευση της κοινωνικής πολιτικής στη βάση του εισοδήματος είναι λανθασμένη όχι μόνο γιατί δεν εστιάζεται σε όσους έχουν ανάγκη αλλά και διότι επιτείνει την κοινωνική αδικία που δημιουργείται από τη φοροδιαφυγή. Αυτοί που δεν δηλώνουν τα εισοδήματά τους όχι μόνο δεν πληρώνουν φόρους αλλά επιβραβεύονται κιόλας με κοινωνικές παροχές.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το εισόδημα δεν αποτελεί τη μοναδική ένδειξη της οικονομικής κατάστασης μιας οικογένειας. Κάποιες οικογένειες μπορεί να έχουν χαμηλά εισοδήματα αλλά την ίδια στιγμή να διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας. Για παράδειγμα, στην κατηγορία αυτή πιθανότατα ανήκουν πολλοί συνταξιούχοι. Οι περισσότεροι από τους συνταξιοδοτημένους αυτοεργοδοτούμενους λαμβάνουν την ελάχιστη σύνταξη λόγω χαμηλών εισφορών στο ΤΚΑ. Όμως πολλοί από αυτούς ήταν επιτυχημένοι επαγγελματίες που προνόησαν για τα υστερινά τους και μπορούν να ζουν αρκετά άνετα αντλώντας από τις αποταμιεύσεις τους. Ασφαλώς λίγη κρατική ενίσχυση δεν βλάφτει κανένα, όμως το σωστό είναι να δοθεί προσοχή εκεί που υπάρχει μεγάλη ανάγκη. Χρειάζεται επίσης προσοχή ώστε να μην δημιουργούνται κοινωνικές αδικίες αλλά ούτε και να δίνονται αντικίνητρα για την την εργασία και την αποταμίευση, όπως επισημαίνεται και στην πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Η παρούσα κυβέρνηση περηφανεύεται για τις κοινωνικές της ευαισθησίες. Όμως στην προσπάθειά της να δείξει το κοινωνικό της πρόσωπο έχει ξοδέψει δημόσιο χρήμα - και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς για τα κρατικά ταμεία - σε παροχές που είτε δεν είναι στοχευμένες είτε στοχεύουν με βάση λανθασμένα κριτήρια. Η άσκηση σωστής κοινωνικής πολιτικής θα καταστεί πολύ πιο αποτελεσματική αν δημιουργηθούν μηχανισμοί οι οποίοι να εντοπίζουν τα άτομα και τις οικογένειες που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και να κατευθύνουν σε αυτούς την κρατική αρωγή. Κάτι τέτοιο είναι μια δύσκολη πρόκληση, αλλά δεν είναι ακατόρθωτο. Η Κύπρος είναι μικρή και η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει τις δυνατότητες συλλογής και επεξεργασίας των απαραίτητων πληροφοριών. Αν η κυβέρνηση το θέσει ως πρωταρχικό στόχο, μπορεί να αφήσει το στίγμα της στην κοινωνική πολιτική του κράτους για τις επόμενες γενεές.

Πολίτης, 22/11/2009

22 Ιουνίου 2008

Καιρός για μια ψύχραιμη συζήτηση για την ΑΤΑ

Στην κοινωνία μας υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που θεωρούνται ιερές αγελάδες. Μια τέτοια ιερή αγελάδα είναι ο θεσμός της ΑΤΑ, ο οποίος έχει καθιερωθεί στη λαϊκή συνείδηση ως ασπίδα προστασίας των εργαζομένων. Οποιαδήποτε εισήγηση για επανεξέταση του θεσμού λογίζεται αυτόματα ως επίθεση κατά της εργατικής τάξης, ανεξαρτήτως των επιχειρημάτων που παρατίθενται. Το γεγονός ότι δεν μπορούμε να συζητήσουμε ψύχραιμα και με επιχειρήματα καθαρά τεχνοκρατικά ζητήματα αποτελεί απογοητευτική αντανάκλαση της ποιότητας του δημόσιου διαλόγου αλλά και της δημοκρατίας μας.

Η ΑΤΑ μπορεί να πιστωθεί με την προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και τη διατήρηση της εργατικής ειρήνης. Έχει όμως και αρνητικές επιπτώσεις. Σε μακροοικονομικό επίπεδο ενισχύει τις όποιες ήδη υπάρχουσες πληθωριστικές πιέσεις, κάτι που είναι εμφανές την περίοδο που διανύουμε. Σε μικροοικονομικό επίπεδο η υποχρέωση εφαρμογής της ΑΤΑ σε τομείς της οικονομίας που βρίσκονται σε στασιμότητα ή ύφεση επιβαρύνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις σε αυτούς τους τομείς και επιταχύνει τη φθίνουσα πορεία τους. Θέτει επίσης σε μειονεκτική θέση επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν έντονο διεθνή ανταγωνισμό. Σημαντικές είναι και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις αφού το κράτος είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης του τόπου και η ΑΤΑ συντείνει σημαντικά στη συνεχή διόγκωση του κρατικού μισθολογίου.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι όλα αυτά είναι θεωρητικά και ότι εν πάσει περιπτώσει αντισταθμίζονται και με το παραπάνω από την ευεργετική επίδραση της ΑΤΑ στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Όμως ποιους ακριβώς είναι που προστατεύει η ΑΤΑ; Πέραν από ένα σχετικά μικρό και συνεχώς μειούμενο αριθμό εργαζομένων σε κλάδους όπου ισχύουν συλλογικές συμβάσεις, η ΑΤΑ προστατεύει κυρίως τους εργαζόμενους στο δημόσιο, ημιδημόσιο και τραπεζικό τομέα, τομείς στους οποίους δεν θα βρει κανείς τα πιο χαμηλά οικονομικά στρώματα. Είναι επίσης γνωστό ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή στον οποίο βασίζεται η ΑΤΑ μετρά το κόστος ζωής για το μέσο νοικοκυριό. Τα χαμηλά αμειβόμενα νοικοκυριά ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε είδη πρώτης ανάγκης και έχουν μικρότερη δυνατότητα υποκατάστασης με άλλα προϊόντα. Αυτό σημαίνει ότι η ΑΤΑ προστατεύει δυσανάλογα τους προνομιούχους και υψηλά αμειβόμενους, κυρίως σε περιόδους όπως την τωρινή κατά τις οποίες ο πληθωρισμός εμφανίζεται σε είδη πρώτης ανάγκης.*

Αν στόχος μας είναι να προστατέψουμε τους χαμηλά αμειβόμενους, θα πρέπει λοιπόν να διερωτηθούμε: είναι η ΑΤΑ ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να το πετύχουμε; Μήπως υπάρχουν τρόποι να προσφέρουμε την ίδια ή και περισσότερη στήριξη στους χαμηλά αμειβόμενους με μικρότερο κόστος για την οικονομία και τα δημόσια ταμεία; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να βρεθεί μόνο αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με ανοιχτό μυαλό και στη βάση επιστημονικής ανάλυσης, χωρίς προκατάληψη και αρνητική προδιάθεση.

* Σχετική ανάλυση δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2006 από το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Σύγχρονη Άποψη, Ιούνιος 2008

16 Φεβρουαρίου 2007

Τεκνοποίηση επί πληρωμή;

Το πρόβλημα της υπογεννητικότητας είναι υπαρκτό και σωστά η κυβέρνηση εξετάζει πακέτο μέτρων που αποσκοπούν στην αύξηση των γεννήσεων. Σύμφωνα με την εξαγγελθείσα πρόθεση του Υπουργού Εργασίας, αιχμή του δόρατος των κυβερνητικών μέτρων είναι η εφάπαξ πληρωμή 20 χιλιάδων λιρών για κάθε παιδί από το τρίτο και μετά. Το μέτρο είναι σίγουρα δραστικό και το ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, και πολύ πιθανόν αν υιοθετηθεί να οδηγήσει σε αύξηση των γεννήσεων. Είναι όμως το κατάλληλο μέτρο;

Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι το εξής: γιατί η μεγάλη πλειοψηφία των ζευγαριών στην Κύπρο σταματούν στα δύο παιδιά; Είναι οικονομικοί οι λόγοι; Δεν γνωρίζω αν αυτό το θέμα έχει μελετηθεί σοβαρά και αν έχει γίνει κάποια μελέτη θα ήταν καλό να τη γνωρίζαμε. Προσωπικά διατηρώ τις αμφιβολίες μου. Σίγουρα η οικονομική στενότητα επηρεάζει αρκετά ζευγάρια, αμφιβάλλω όμως να είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας. Υπάρχουν ένα σωρό άλλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς, όπως είναι η έλλειψη βρεφοκομικών/παιδοκομικών σταθμών, το κόστος της παιδείας, η πίεση του χρόνου, και πολλά άλλα.

Και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι οι λόγοι της υπογεννητικότητας είναι πρωτίστως οικονομικοί, είναι η επιταγή των 20 χιλιάδων λιρών ο καλύτερος τρόπος να ανατρέψουμε την τάση; Το ποσό αυτό αποτελεί σοβαρό κίνητρο και σίγουρα θα οδηγήσει σε κάποια αύξηση των γεννήσεων. Είναι όμως αυτό που θέλουμε, να δώσουμε το μήνυμα ότι το κράτος πληρώνει για να γεννούμε; Και μάλιστα χωρίς να υπάρχει καμιά διασφάλιση ότι τα χρήματα αυτά θα χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες του παιδιού;

Αντί της εφάπαξ πληρωμής θα ήταν πιο ορθό το κράτος να προχωρήσει σε μέτρα που να βοηθούν σε συνεχή βάση και να είναι στοχευμένα για τις ανάγκες των γονιών. Τέτοια μέτρα είναι:
  • η παροχή κινήτρων για δημιουργία βρεφοκομικών/παιδοκομικών σταθμών ώστε να έχουν οι γονείς κάπου να αφήσουν τα παιδιά τους και επιδότηση του κόστους για φτωχά ζευγάρια
  • η βελτίωση του δημόσιου σχολείου ώστε να μειωθούν οι ανάγκες για φροντιστήρια και ιδιωτικά σχολεία
  • η αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας ώστε να υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες για μερική απασχόληση η οποία ενδιαφέρει τις μητέρες
  • η βελτίωση των δημόσιων συγκοινωνιών για να μην είναι υποχρεωμένοι οι γονείς να κάνουν τους ταξιτζήδες κάθε απόγευμα
Με λίγα λόγια, αν θέλουμε να αυξήσουμε τη γεννητικότητα πρέπει να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής, το περιβάλλον, την απασχόληση, την παιδεία. Όλοι αυτοί είναι στόχοι που θα έπρεπε να έχουμε ούτως ή άλλως, στόχοι που χρειάζονται όμως όραμα, προγραμματισμό, και επιμονή. Οι μακρόπνοες πολιτικές δεν αποφέρουν άμεσα οφέλη και είναι λιγότερο εύηχες από τις επιταγές με τα πολλά μηδενικά. Αυτές όμως είναι που σπρώχνουν την κοινωνία και την οικονομία μπροστά.

Πολίτης, 18/2/2007

14 Δεκεμβρίου 2003

Τα οικονομικά της πορνείας

Η πρόσφατη έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως έβαψε με μελανά χρώματα την εικόνα της πορνείας στην Κύπρο, ιδιαίτερα όσον αφορά τον τρόπο μεταχείρισης των ξένων γυναικών. Το θέμα καλύφτηκε ευρέως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με εκτεταμένα ρεπορτάζ και τις συνήθεις φωτογραφίες και φιλμάκια με τις ημίγυμνες χορεύτριες. Έγιναν οι γνωστές διακηρύξεις για πάταξη της παρανομίας και έχουν ήδη αρχίσει οι σχετικές συσκέψεις.

Αυτό που λείπει από τη συζήτηση είναι ο ρεαλισμός και οι πρακτικές εισηγήσεις. Ειδικότερα, ελάχιστοι είχαν την τόλμη να προτείνουν την μόνη αποτελεσματική και ορθολογική λύση στο πρόβλημα: την αποποινικοποίηση της πορνείας. Μια λύση που έχει υιοθετηθεί από τις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, αλλά στην Κύπρο ούτε καν συζητείται. Άσχετα αν, όπως επισημαίνει η Επίτροπος Διοικήσεως, η Κύπρος επιδεικνύει ιδιαίτερα ψηλές επιδόσεις στην πορνεία. Προτιμούμε προφανώς να αποκαλούμε τις νεαρές γυναίκες "καλλιτέχνιδες" και να προσποιούμαστε ότι όλα είναι ρόδινα.

Κάποτε θα πρέπει να δούμε την πραγματικότητα κατάματα. Λέγεται ότι η πορνεία είναι το αρχαιότερο επάγγελμα, κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν άντρες διατεθειμένοι να πληρώσουν για σεξουαλικές υπηρεσίες. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν γυναίκες διατεθειμένες να προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες γιατί δεν έχουν καλύτερη επιλογή. Είναι ουτοπία να νομίζει κανείς ότι μπορεί να εξαλείψει αυτό το φαινόμενο. Η ποινικοποίηση της πορνείας επιτυγχάνει μόνο την ένταξή της στην παραοικονομία, εκεί όπου η εξουσία δεν ασκείται από το κράτος αλλά από τον υπόκοσμο.

Η αποποινικοποίηση της πορνείας θα την καταστήσει μέρος της κύριας οικονομίας του τόπου και θα επιτρέψει στο κράτος να ασκήσει πιο αποτελεσματικό έλεγχο στις δραστηριότητες αυτής της βιομηχανίας. Τα καμπαρέ και άλλα παρόμοια υποστατικά θα λειτουργούν με βάση ένα πρακτικό και εφαρμόσιμο νομικό πλαίσιο και θα πληρώνουν φόρους (αυτό θα πρέπει να ενδιαφέρει το Υπουργείο Οικονομικών). Το οργανωμένο έγκλημα που σχετίζεται με την πορνεία θα εξαλειφθεί. Οι ξένες γυναίκες που έρχονται στην Κύπρο θα εργοδοτούνται νόμιμα και θα έχουν δικαιώματα τα οποία θα αποτρέψουν τα φαινόμενα καταπίεσης που παρατηρούνται σήμερα. Ταυτόχρονα, το κράτος θα είναι σε θέση να ασκεί υγειονομικούς ελέγχους που θα περιορίσουν την πιθανότητα εξάπλωσης σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών.

Θα ήταν ευχής έργον αν καμία γυναίκα δεν ένοιωθε την ανάγκη να καταφύγει στην πορνεία για να εξασφαλίσει τα προς το ζειν. Και είναι κατανοητό μια κοινωνία να θέλει να περιορίσει και να εξαλείψει δραστηριότητες τις οποίες θεωρεί επικίνδυνες ή ηθικά απαράδεκτες. Όμως η πραγματικότητα είναι σκληρή. Η πορνεία υπάρχει και η πείρα δείχνει ότι η απαγόρευση φέρνει συνήθως τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τυχόν αποποινικοποίηση της πορνείας δεν θα συνιστά ούτε επικρότηση, ούτε ενθάρρυνσή της. Θα συνιστά απλώς αναγνώριση της πραγματικότητας ότι η δραστηριότητα αυτή υπάρχει και ότι μπορεί καλύτερα να ελεγχθεί στα πλαίσια της έννομης οικονομίας.

Πολίτης, 14/12/2003

17 Νοεμβρίου 2002

Ας σκεφτούμε οικονομικά

Τον Ιούνιο του 2000 είχαμε την τύχη να έχουμε στην Κύπρο τον Κέννεθ Άρροου, ένα από τους σημαντικότερους οικονομολόγους του 20ού αιώνα και από τους πρώτους αποδέκτες του βραβείου Νόμπελ στα οικονομικά. Ο καθηγητής Άρροου βρισκόταν στην Κύπρο με την ευκαιρία της αναγόρευσής του ως επίτιμου διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κύπρου. Στην ευχαριστήριά του ομιλία ο Κεν Άρροου μίλησε στους παριστάμενους για τον "οικονομικό τρόπο σκέψης". Αναφερόταν σε μια από τις θεμελιώδεις αρχές της οικονομικής επιστήμης η οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά τον 18ο αιώνα από τον Άνταμ Σμιθ, τον θεωρούμενο ως πατέρα των οικονομικών. Η ευημερία του κοινωνικού συνόλου, ισχυρίστηκε ο Σμιθ, μεγιστοποιείται όταν ο κάθε άνθρωπος ενεργεί με αποκλειστικό γνώμονα το ατομικό του συμφέρον. Η ιδέα του Σμιθ αποτελεί μέχρι και σήμερα τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής επιστήμης και του οικονομικού τρόπου σκέψης στον οποίο αναφέρεται ο Κεν Άρροου.

Εκ πρώτης όψεως ο οικονομικός τρόπος σκέψης φαίνεται εγωιστικός και αντικοινωνικός, ίσως ακόμα και απάνθρωπος. Όμως το μήνυμα του Κεν Άρροου δεν ήταν ότι ο καθένας πρέπει να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του. Άλλωστε, η δράση του μαρτυρεί εντελώς το αντίθετο. Πέρα από το πρωτοποριακό επιστημονικό του έργο ο Κεν Άρροου έχει να επιδείξει και πλούσια κοινωνική προσφορά, με ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στην προσπάθεια για την εδραίωση της διεθνούς ειρήνης και τη δημοκρατία. Η δράση του άγγιξε και τον δικό μας χώρο, αφού ήταν εξ αυτών που πρωτοστάτησαν στην εκστρατεία για να επιτραπεί στον Ανδρέα Παπανδρέου να φύγει από την Ελλάδα την περίοδο της δικτατορίας.

Τι μπορεί λοιπόν να εννοεί ένας τέτοιος άνθρωπος όταν υποστηρίζει ότι θα ήταν καλύτερα αν ο καθένας ενεργούσε με βάση το ατομικό του συμφέρον (πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας); Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να αναλογιστούμε τον εναλλακτικό τρόπο δράσης. Κάποιος που δεν επιδιώκει το ατομικό του συμφέρον δεν ενεργεί με βάση τη ψυχρή λογική αλλά με το συναίσθημα. Αυτό βεβαίως δεν είναι κατ΄ ανάγκην κακό, ιδιαίτερα αν το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η συμπόνοια και η αγάπη προς το συνάνθρωπο. Δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές που ο άνθρωπος λειτουργεί συναισθηματικά κυριαρχείται από άλλα συναισθήματα όπως την εκδίκηση, το μίσος, τη ζήλεια και την προκατάληψη. Στην ιστορία της ανθρωπότητας πολλοί πόλεμοι και πολλά εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομα της τάδε ιδεολογίας ή του δείνα ιερού σκοπού. Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά. Η Τουρκία ποτέ δε θα εισέβαλλε στην Κύπρο αν ενεργούσε με βάση το ψυχρό εθνικό της συμφέρον. Οι Τουρκοκύπριοι δεν θα ανέχονταν την πολιτική της διαίρεσης του Ραούφ Ντενκτάς αν είχαν για γνώμονά τους το ατομικό τους συμφέρον.

Ο οικονομικός τρόπος σκέψης δεν είναι ιδεολογία που συγκινεί. Δεν συσπειρώνει τις μάζες, ούτε οδηγεί σε πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας. Παραδόξως, εδώ ακριβώς ίσως να έγκειται η ομορφιά του. Τους επόμενους μήνες πιθανόν να βρεθούμε αντιμέτωποι με δύσκολες επιλογές. Ας μην αφήσουμε το συναίσθημα να μας παρασύρει. Αν ο καθένας από μας κάνει τους υπολογισμούς του ψύχραιμα, με βάση το δικό του συμφέρον και το συμφέρον των παιδιών του, να είστε βέβαιοι ότι συλλογικά θα καταλήξουμε στην απόφαση που είναι καλύτερη για όλους μας.

Πολίτης, 17/11/2002

3 Νοεμβρίου 2002

Αγροτικές επιδοτήσεις και φτώχεια

Πριν μερικές μέρες ο Αυστραλός πρωθυπουργός Τζων Χάουαρντ ανακοίνωσε ότι η χώρα του προτίθεται να καταργήσει όλους τους εισαγωγικούς δασμούς για προϊόντα που προέρχονται από 50 φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου. Ταυτόχρονα, ο Αυστραλός πρωθυπουργός επέκρινε την προστατευτική αγροτική πολιτική που ακολουθούν ανεπτυγμένες χώρες όπως η Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και η Ιαπωνία.

Το άνοιγμα των αγορών της Αυστραλίας είναι ένα καλό νέο για τις φτωχές χώρες. Πέραν όμως της πρακτικής της αξίας, η ενέργεια της Αυστραλιανής κυβέρνησης έχει και συμβολική σημασία γιατί γίνεται στο τέλος μιας χρονιάς που δεν ήταν ιδιαίτερα καλή για το διεθνές εμπόριο. Πριν μερικούς μήνες η Αμερικανική κυβέρνηση ενέκρινε νομοσχέδιο το οποίο προνοεί επιδοτήσεις ύψους 180 δισεκατομμυρίων δολλαρίων προς τους Αμερικανούς αγρότες. Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρεί με πολύ βραδύ ρυθμό στην μείωση των δικών της επιδοτήσεων που είναι ακόμα ψηλότερες. Συνολικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και η Ιαπωνία δαπανούν κάθε χρόνο $350 δισεκατομμύρια σε αγροτικές επιδοτήσεις. Τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν ότι οι επιδοτήσεις αυτές κοστίζουν στις φτωχές χώρες γύρω στα $50 δισεκατομμύρια το χρόνο σε μη πραγματοποιηθείσες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων. Κατά σύμπτωση, το ποσό αυτό είναι ίσο με το ποσό που οι ανεπτυγμένες χώρες δίνουν στις φτωχές χώρες ως ετήσια οικονομική βοήθεια. Με άλλα λόγια, με την πολιτική των αγροτικών επιδοτήσεων οι ανεπτυγμένες χώρες παίρνουν πίσω από τους φτωχούς του κόσμου ότι τους δίνουν ως βοήθεια.

θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις είναι αναγκαίες γιατί στηρίζουν τους αγρότες των ανεπτυγμένων χωρών οι οποίοι - αν και όχι τόσο φτωχοί όσο αυτοί του τρίτου κόσμου - χρειάζονται όμως κι αυτοί κάποια βοήθεια. Όμως η αλήθεια είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων πηγαίνει σε μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις και όχι στους φτωχούς αγρότες. Ενδεικτικά, στις Ηνωμένες Πολιτείες το 47% των επιδοτήσεων καταλήγει σε μεγάλες φάρμες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα περίπου τριπλάσιο του μέσου ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος της χώρας.

Οι ανεπτυγμένες χώρες διακηρύττουν συνεχώς την προσήλωσή τους στις αρχές του ελεύθερου εμπορίου. Στην πράξη όμως εφαρμόζουν την πολιτική αυτή επιλεκτικά, διατηρώντας την προστατευτική πολιτική τους σε αγορές όπως τα αγροτικά προϊόντα. Η ορθή αντίδραση σε αυτή την αδικία δεν είναι ο περαιτέρω περιορισμός του εμπορίου, όπως υποστηρίζει μεγάλη μερίδα των πολέμιων της παγκοσμιοποίησης. Αντίθετα, αυτοί που ενδιαφέρονται για την ευημερία των φτωχών του κόσμου θα έπρεπε να διαδηλώνουν για την επέκταση του ελεύθερου εμπορίου σε όλους τους τομείς. Η συμμετοχή στο διεθνές οικονομικό σύστημα είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν οι χώρες του τρίτου κόσμου να ξεφύγουν από τον κύκλο της φτώχειας.

Πολίτης, 3/11/2002

20 Οκτωβρίου 2002

Οι επενδύσεις του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Ως γνωστόν το πλεόνασμα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων διοχετεύεται κάθε χρόνο στα κρατικά ταμεία υπό μορφή δανείου. Πρόσφατα οι συντεχνίες ζήτησαν την αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων επένδυσης των αποθεμάτων του ΤΚΑ, τα οποία ξεπερνούν σε σύνολο τα δύο δισεκατομμύρια λίρες. Το θέμα αυτό έχει ανακύψει επανειλημμένα στο παρελθόν, με αποκορύφωμα ίσως την έντονη αρθρογραφία που αναπτύχθηκε το καλοκαίρι του 2000.

Η τότε συζήτηση είχε επικεντρωθεί στο θέμα της επένδυσης ή όχι των αποθεμάτων του ΤΚΑ στο ΧΑΚ. Ένας από τους ένθερμους υποστηρικτές μια τέτοιας επένδυσης ήταν και ο Πρόδρομος Προδρόμου, ο οποίος είχε χρησιμοποιήσει και το επιχείρημα ότι "αν είχαν επενδυθεί το Μάρτιο 1996 £10 εκ. λίρες, ακόμα και σήμερα - μέσα στην κρίση - θα ήταν £38 εκ.!" ("Νέος Τύπος," 12/8/2000.) Το πρόβλημα με αυτή τη λογική είναι καταφανές. Αρκεί να πούμε ότι αν τον Αύγουστο του 2000 είχαν επενδυθεί £10 εκ. στο ΧΑΚ, σήμερα θα είχαν συρρικνωθεί στα £2.2 εκ.

Το γεγονός ότι κάποιος με τις γνώσεις και ικανότητες του κύριου Προδρόμου έφτασε σε μια τόσο λανθασμένη εκτίμηση δείχνει ότι το θέμα δεν σηκώνει ερασιτεχνισμούς. Χρειάζεται να γίνει μια σοβαρή και εις βάθος δημόσια συζήτηση, ανάλογη αυτής που διεξάγεται αυτό τον καιρό στις Ηνωμένες Πολιτείες αναφορικά με τα κυβερνητικά σχέδια για μερική ιδιωτικοποίηση του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Οι αντιδράσεις στα σχέδια αυτά δεν προέρχονται μόνο από τους συνήθεις καχύποπτους που δεν εμπιστεύονται τις αγορές αλλά και από πολλούς οικονομολόγους οι οποίοι ανησυχούν ότι χρηματιστηριακές κρίσεις όπως η σημερινή θα θέσουν σε κίνδυνο τις μελλοντικές συντάξεις των πολιτών.

Βέβαια στην Κύπρο δεν συζητείται θέμα ιδιωτικοποίησης του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων αλλά μόνο η αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων επένδυσης. Ποιος όμως είναι αυτός που θα αναλάβει τη διαμόρφωση αυτής της επενδυτικής πολιτικής; Χρειάζεται κάποιος που να διαθέτει τη διάθεση, τις γνώσεις, αλλά και την ακεραιότητα χαρακτήρος που απαιτεί η ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης. Κάποιος που θα είναι σε θέση να αξιολογεί επενδυτικές ευκαιρίες και ταυτόχρονα να αντιστέκεται σε πιέσεις για επενδύσεις που θα αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλων από αυτών των πολιτών.

Πρέπει να είμαστε όλοι πολύ προσεχτικοί, ιδιαίτερα οι συντεχνίες που αγωνιούν για το μέλλον των μελών τους. Αν θα προχωρήσουμε στη χάραξη μιας νέας επενδυτικής πολιτικής για το ΤΚΑ θα πρέπει να θέσουμε σαφείς κατευθυντήριες γραμμές που να ελαχιστοποιούν την έκθεση των διαχειριστών του ταμείου σε αφόρητες πιέσεις. Ως πρώτο βήμα θα ήταν σοφό να αποκλειστούν οι επενδύσεις στο ΧΑΚ και να μελετηθεί η επένδυση σε κρατικά ομόλογα ξένων χωρών. Έτσι αποφεύγονται οι επενδύσεις υψηλού κινδύνου και επιτυγχάνεται η διασπορά του επενδυτικού κινδύνου, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερους στόχους μιας συνετής επενδυτικής πολιτικής.

Πολίτης, 20/10/2002