Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραπεζικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραπεζικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Φεβρουαρίου 2014

Η τρίτη αξιολόγηση

Συνέντευξη στον Γιώργο Φράγκο, Φιλελεύθερος



Πως αξιολογείτε τη νέα αξιολόγηση της Τρόικας;

Η αξιολόγηση είναι θετική για την Κύπρο, και αυτό είναι ασφαλώς κάτι που πρέπει να μας ικανοποιεί. Η οικονομία επιδεικνύει μεγαλύτερες αντοχές από ότι περιμέναμε και η ύφεση το 2013 περιορίστηκε πολύ πιο κάτω από ότι περίμενε η Τρόικα αλλά και οι περισσότεροι αναλυτές. Μοναδική ίσως εξαίρεση ήταν η πρόβλεψη του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου, που από το περασμένο καλοκαίρι τοποθετούσε την ύφεση περίπου στα επίπεδα που κατέληξε. Μικρότερη ύφεση από την αναμενόμενη σημαίνει και καλύτερες επιδόσεις στα δημοσιονομικά. Έτσι σε αυτή τη διάσταση έχουμε ξεπεράσει τους στόχους, κάτι που μας δίνει κάποια περιθώρια ευελιξίας στο μέλλον.

Βέβαια δεν ξεχνούμε ότι παρόλο που η ύφεση είναι μικρότερη της αναμενόμενης, δεν παύει να είναι μια ύφεση της τάξης του 6%, με την ανεργία να κινείται στο 17-18%. Ειδικά η ανεργία δημιουργεί μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, ιδίως όταν γίνεται χρόνια. Μόνο η ανάπτυξη μπορεί να λύσει οριστικά το πρόβλημα, και αυτός πρέπει να είναι ο στόχος.

Στα διαρθρωτικά ζητήματα παρατηρούνται μικρές καθυστερήσεις. Η Τρόικα τις έχει επισημάνει αλλά φαίνεται να δείχνει κατανόηση μέχρι στιγμής γιατί αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για δύσκολα εγχειρήματα για τα οποία απαιτείται σωστός προγραμματισμός και ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε κωλυσιεργία. Όμως τα περιθώρια στενεύουν και την επόμενη φορά θα πρέπει να δείξουμε έργο. 


Το νέο επικαιροποιημένο μνημόνιο κρίνεται επαχθέστερο ή ηπιότερο για μας;

Δεν έχω δει ακόμα το πλήρες επικαιροποιημένο μνημόνιο, αλλά εξ όσων έχουμε ακούσει δεν υπάρχουν σημαντικές αλλαγές. Αυτό είναι και το αναμενόμενο, αφού επικαιροποίηση δεν σημαίνει νέο μνημόνιο αλλά καταγραφή των νέων δεδομένων και της προόδου που έχει επιτευχθεί. Νέο μνημόνιο θα χρειαστεί μόνο αν στο τέλος της τριετίας η Κύπρος δεν είναι ακόμα σε θέση να δανειστεί από τις αγορές και θα χρειαστεί νέο δανεισμό από την Τρόικα. Αν τα πράγματα συνεχίσουν να οδεύουν θετικά, λογικά δεν θα χρειαστεί κάτι τέτοιο. Πρέπει όμως να είμαστε σε εγρήγορση και να δείξουμε αποφασιστικότητα στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Ποιος είναι ο νέος οικονομικός Γολγοθάς ο οποίος ορθώνεται μπροστά μας και τον οποίο οφείλουμε ν’ ανεβούμε;

Η Κυπριακή οικονομία περνά από μια φάση διόρθωσης. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης είχαν δημιουργηθεί μεγάλες ανισορροπίες. Η οικονομία βρισκόταν σε μια πορεία μη βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία στηριζόταν σε δανεικά και σε πρόσκαιρη υπερ-δραστηριότητα στις κατασκευές και τα ακίνητα. Η διόρθωση ήταν αναπόφευκτη. Δυστυχώς το μέγεθος της προσαρμογής (το ύψος του Γολγοθά αν θέλετε) έγινε πολύ μεγαλύτερο από ότι θα μπορούσε να ήταν λόγω μιας σειράς από λάθη πολιτικής, τόσο δικά μας όσο και άλλων. 

Τελικά για τους ημικρατικούς ισχύει το ρητό το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο;

Δεν είναι θέμα πεπρωμένου, είναι θέμα δημοσίου συμφέροντος. Να διευκρινίσω ότι όταν μιλούμε για ιδιωτικοποιήσεις ουσιαστικά μιλούμε για τη Cyta. Το επισημαίνω αυτό διότι η περισσότερη κριτική είτε κινείται σε κάποιο θεωρητικό/ιδεολογικό επίπεδο στο οποίο είναι αδύνατο να γίνει συζήτηση με επιχειρήματα, είτε επικαλείται παραδείγματα ιδιωτικοποιήσεων που παρουσίασαν προβλήματα όπως οι σιδηρόδρομοι στη Βρετανία ή η ηλεκτροπαραγωγή στη Βουλγαρία. Στην Κύπρο δεν θα ιδιωτικοποιήσουμε τους σιδηροδρόμους μας (ευτυχώς δεν έχουμε), και την ιδιωτικοποίηση της ΑΗΚ την έχουμε μεταθέσει χρονικά γιατί ακριβώς θέλουμε να την προγραμματίσουμε σωστά για να αποφύγουμε προβλήματα που έχουν παρατηρηθεί σε άλλες χώρες. Αρθρογραφώ για το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων εδώ και πολλά χρόνια και πάντα τόνιζα την ανάγκη διαφάνειας και σωστού σχεδιασμού, ειδικά στον τομέα της ενέργειας.

Στην περίπτωση της Cyta τα πράγματα είναι αρκετά πιο απλά. Οι τηλεπικοινωνίες είναι ένας τομέας όπου οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν πετυχημένες σε όλο τον κόσμο και παρουσίασαν πολύ λίγα προβλήματα. Στην Κυπριακή αγορά υπάρχει ήδη ανταγωνισμός καθώς και μια ρυθμιστική αρχή με δέκα χρόνια εμπειρίας που έχει δώσει μέχρι τώρα καλά δείγματα γραφής. Αυτά τα δεδομένα περιορίζουν στο ελάχιστο τις όποιες ανησυχίες για δημιουργία ιδιωτικού μονοπωλίου.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ιδιωτικοποίηση δεν είναι μόνο θέμα εσόδων. Τα έσοδα είναι βέβαια σημαντικός παράγοντας, διότι αν δεν εισπραχθεί αυτό το ποσό από τις ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να εισπραχθεί από κάπου αλλού ή να φορτωθεί στο χρέος και να επιβαρύνει τους πολίτες. Ας σημειωθεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι ο μόνος τρόπος μείωσης του χρέους που δεν αφαιρεί ρευστότητα από την οικονομία, νοουμένου ότι οι αγοραστές θα είναι ξένοι.

Επιπλέον όμως, θα υπάρξουν και άλλα οφέλη. Είναι γνωστό – και έχει επιβεβαιωθεί και από τα πρόσφατα γεγονότα – ότι οι ημικρατικοί οργανισμοί αποτελούν πεδίο δράσης διαφόρων κομματικών, συνδικαλιστικών και άλλων συμφερόντων. Οι ιδιωτικοποιήσεις θα ελαχιστοποιήσουν αυτά τα φαινόμενα και θα περιορίσουν σημαντικά την πελατειακή σχέση κομμάτων-ψηφοφόρων. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι επίσης ένας τρόπος προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, κάτι που η οικονομία μας έχει μεγάλη ανάγκη ειδικά αυτή την περίοδο. Τέλος, οι ιδιωτικοποιήσεις θα αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των οργανισμών και θα τους κάνουν καλύτερους. Ακόμα και οι ίδιοι οι υπάλληλοι των οργανισμών θα ωφεληθούν από μια μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς όπου οι προσλήψεις και οι προαγωγές δεν θα γίνονται στη βάση κομματικών ή προσωπικών κριτηρίων αλλά με βάση την αξία και την επίδοση του καθενός. 


Σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα εκτιμάτε ότι μπορούν ή πρέπει να υπάρξουν σύντομα ουσιαστικές εξελίξεις τόσο για τα προβληματικά δάνεια όσο και για τα περιοριστικά μέτρα;

Ο τραπεζικός τομέας είναι το μεγάλο αγκάθι. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει μια σειρά από θετικές κινήσεις που δίνουν ελπίδες για σταθεροποίηση του τομέα και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Όμως τα προβληματικά δάνεια είναι σε πολύ ψηλά επίπεδα και η διευθέτησή τους θα πάρει πολύ χρόνο. Μέχρι να γίνει αυτό, οι τράπεζες δεν θα είναι σε θέση να προσφέρουν το δανεισμό που χρειάζεται η οικονομία. Η περιορισμένη ρευστότητα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η οικονομία μας μεσοπρόθεσμα.

Πέραν την προσφοράς, πρόβλημα υπάρχει και στην πλευρά της ζήτησης. Οι Κυπριακές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα και βρίσκονται σε μια φάση απομόχλευσης. Η δυνατότητά τους να δανειστούν για να προβούν σε επενδύσεις είναι περιορισμένη, ακόμα και αν υπάρχουν επενδυτικές ευκαιρίες και τραπεζικά κεφάλαια. Αυτό θα καθυστερήσει την επάνοδο της οικονομίας σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, εκτός και αν μπορέσουμε να προσελκύσουμε επενδύσεις από το εξωτερικό. Αυτή πρέπει να είναι και μια από τις κύριες προτεραιότητες της κυβέρνησης.

28 Μαΐου 2012

Πώς να γίνει η διερεύνηση για την κρίση του τραπεζικού συστήματος

Σωφρόνης Κληρίδης - Αναπληρωτής Kαθηγητής Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Σταύρος Α. Ζένιος – Καθηγητής Χρηματοοικονομικών, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Γιώργος Χαραλάμπους - πρώην Πρόεδρος Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Κερδίζει έδαφος η εισήγηση για σύσταση Επιτροπής για την κρίση στο τραπεζικό σύστημα. Ωστόσο επαναλαμβάνεται διαφοροποιημένη ανάλογα με τα συμφέροντα. Εστιαζόμαστε λοιπόν στο ΠΩΣ να γίνει η διερεύνηση.

Πρέπει να γίνει από μια και μόνο ανεξάρτητη Επιτροπή που να έχει νομιμοποίηση σε ανώτατο πολιτειακό επίπεδο και να έχει κατ’ αρχήν δύο στόχους: (1) Να διερευνήσει τα γεγονότα --πολιτικές, πρακτικές και εξωγενή συμβάντα--- ή πρόσωπα που οδήγησαν στην κρίση, και (2) Να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του τραπεζικού συστήματος που καθιστούν της τράπεζες της Κύπρου όχι μόνο «πολύ μεγάλες για να αφεθούν να καταρρεύσουν» αλλά και «πολύ μεγάλες για να μπορούν να διασωθούν».  Ως απορρέον θα επιτευχθεί και ένας τρίτος στόχος, (3) Να εντοπιστούν ευθύνες όσο αφορά θέματα χάραξης πολιτικής, διοίκησης και νομιμότητας. Μόνο με τεκμηριωμένη ανάλυση των πιο πάνω θα μπορέσει η Επιτροπή να εστιαστεί και στον πλέον ουσιώδη στόχο (4) Να προτείνει μέτρα ούτως ώστε να αποφευχθούν παρόμοιες κρίσεις στο μέλλον.

Η Επιτροπή θα καταγράψει δεδομένα και εντοπίσει λάθη και παραλείψεις. Ήδη η δημόσια συζήτηση για ευθύνες του ενός και του άλλου ή κάποιων τρίτων επιβεβαιώνει την ανάγκη για μια ανεξάρτητη Επιτροπή που να εξετάσει όλα όσα έχουν σχέση με το σύστημα, να εντοπίσει αδυναμίες και να προτείνει διορθωτικά μέτρα. Από το πόρισμα θα μπορεί να εξαχθούν συμπεράσματα για τυχόν ευθύνες προσφέροντας υλικό στους μετόχους, στις εποπτικές αρχές και στα όργανα της δικαιοσύνης. Η Πολιτεία θα μπορεί να πάρει αποφάσεις.

Η επιτυχής αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης στη Σουηδία το 1991-93 προσφέρει καθοδήγηση. Η επιτυχία οφειλόταν στους εξής παράγοντες (1) ευρεία πολιτική συναίνεση, (2) αποφασιστική ανάληψη δράσης, (3)  επαρκές νομικό και θεσμικό πλαίσιο για έγκαιρη κρατική παρέμβαση, (4) διαφανής πρόσβαση σε πληροφορίες, (5) αποφυγή του «ηθικού κινδύνου» (moral hazard) διασφαλίζοντας οτι οι μέτοχοι απορρόφησαν κατά το δυνατό τις απώλειες πριν παρέμβει το κράτος, (6) ο σχεδιασμός μακροοικονομικών πολιτικών που αναγνωρίζουν την αλληλεξάρτηση των κρίσεων στο τραπεζικό σύστημα και την πραγματική οικονομία και (7) την ετοιμότητα του κράτους να στηρίξει το τραπεζικό σύστημα. Λαμβάνοντας υπόψη και τον τρόπο που η Ισλανδία διενέργησε έρευνα για την τραπεζική κρίση (2010) και την διερεύνηση της επιτροπής Vickers (2011) του Ηνωμένου Βασιλείου για ανασχεδιασμό του τραπεζικού συστήματος, φθάνουμε σε ολοκληρωμένη εισήγηση για την  Επιτροπή.
  1. Συστήνεται με νομοθετική ρύθμιση της Βουλής των Αντιπροσώπων, ως το σώμα με την λιγότερη ανάμειξη σε θέματα που αφορούσαν την διαχείριση του τραπεζικού συστήματος και της οικονομίας και στο οποίο μπορεί να επιτευχθεί η αναγκαία πολιτική συναίνεση. 
  2. Αποτελείται από εμπειρογνώμονες αδιαμφισβήτητου κύρους και διεθνών εμπειριών σε θέματα τραπεζικού συστήματος και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
  3. Να διερευνήσει τα αίτια της κρίσης και να περιλαμβάνει --χωρίς να περιορίζεται-- πιθανά:

    1. λάθη, παραλείψεις ή κερδοσκοπικές ενέργειες εκ μέρους των διευθύνσεων των τραπεζών που δεν συνάδουν με τα πρότυπα χρηστής διοίκησης  τραπεζών.
    2. λάθη, παραλείψεις ή και αδυναμία εκ μέρους των Συμβουλίων των τραπεζών στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.
    3. λάθη ή παραλείψεις εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας να ασκήσει τον εποπτικό της ρόλο  χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα εργαλεία.
    4. ελλείψεις στο εποπτικό πλαίσιο που περιόριζαν την Κεντρική Τράπεζα στην άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας.
    5. λάθη ή παραλείψεις κατά την λήψη πολιτικών αποφάσεων για διαχείριση της κρίσης του ελληνικού χρέους που ενδεχομένως να ενέτειναν την κρίση του τραπεζικού συστήματος.
    6. λάθη στην διαμόρφωση και εφαρμογή της ευρύτερης πολιτικής για τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

  4. Να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του τραπεζικού συστήματος που το καθιστούν επιρρεπές σε αστάθεια και ευάλωτο από διεθνείς κρίσεις, και την αλληλεξάρτηση του τραπεζικού συστήματος με τη δημοσιονομική πολιτική σε μία οικονομική ένωση με κοινό νόμισμα.  
  5. Να προτείνει αλλαγές σε πολιτικές, θεσμούς και δομές που να εγγυούνται τη σταθερότητα και ανταγωνιστικότητα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, να μετριάζουν τους συστημικούς κινδύνους, να περιορίζουν τους ηθικούς κινδύνους και την πιθανότητα κατάρρευσης τραπεζών, με τρόπους που να λαμβάνουν υπόψιν τα συμφέροντα των πελατών, των καταθετών και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
  6. Να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη υποδεικνύοντας πιθανές παραβιάσεις αρχών εταιρικής διακυβέρνησης, του εποπτικού πλαισίου ή της νομιμότητας, καθώς και των υπευθύνων. 
Η Επιτροπή να έχει πρόσβαση σε όλα τα αναγκαία στοιχεία και το πόρισμα της να δημοσιοποιηθεί. Τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα στην Κεντρική Τράπεζα και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πιστεύουμε ότι επαρκούν.

Η προσεκτική διερεύνηση είναι αναγκαία για να κατανοήσουμε τι συνέβηκε, να προλάβουμε παρόμοια περιστατικά στο μέλλον και να δώσουμε λύσεις για ορθολογιστική ανάπτυξη ενός τομέα που είναι επιρρεπής σε αστάθεια αλλά έχει ψηλή προστιθέμενη για την οικονομία. Δεν θα γίνει για ξεκαθάρισμα πολιτικών ή προσωπικών λογαριασμών. Η διερεύνηση από ανεξάρτητη Επιτροπή εμπειρογνωμόνων, νομιμοποιημένη από το Κοινοβούλιο της χώρας, προσδίδει ουσιαστικό νόημα στις έννοιες «διαφάνεια», «επαγγελματισμός» και «υπευθυνότητα».

Παραπομπές:
Independent Commission on Banking, Terms of Reference, UK.
Jonung, L. (Feb. 2009). The Swedish Model for resolving the banking crisis 1991-93. Seven reasons why it was successful, DG ECFIN, European Commission, Brussels.
Report of the Special Investigation Commission (SIC), Althingi, Iceland, 2010.

Φιλελεύθερος, 28 Μαΐου 2012

27 Φεβρουαρίου 2011

Τι πραγματικά είπαν οι Moody's


Μετά την ανακοίνωση της υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον οίκο Moody's, το Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε ανακοίνωση η οποία αναφέρει επί λέξει τα εξής:

"Όπως σημειώνει ο Οίκος, οι βασικοί λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην απόφαση αυτή, σχετίζονται, κυρίως, με το μεγάλο μέγεθος του χρηματοπιστωτικού τομέα της
Κύπρου, καθώς και με τη σημαντική έκθεση του στην ελληνική αγορά. Επίσης, ο Οίκος επικαλείται τα χρόνια δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η
κυπριακή οικονομία, όπως το πολύ ψηλό κρατικό μισθολόγιο. Ταυτόχρονα όμως, ο Οίκος επισημαίνει τη δημοσιονομική βελτίωση που έχει καταγραφεί στην Κύπρο κατά το 2010."

Η δική μου ανάγνωση της έκθεσης των Moody's μου έδωσε μια πολύ διαφορετική εικόνα. Οι Moody's δίνουν τρεις λόγους για την υποβάθμιση:

1. Ανησυχίες ότι η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών που παρουσιάστηκε με την κρίση είναι διαρθρωτική.

2. Την έκθεση του τραπεζικού τομέα στην Ελλάδα.

3. Ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

Στην επεξήγηση που δίνεται από τους Moody's αναφέρεται ότι ο τρίτος λόγος είναι "πολύ λιγότερο σημαντικός" από τους πρώτους δύο, για τους οποίους δεν γίνεται καμία διαφοροποίηση. Το γεγονός ότι το δημοσιονομικό καταγράφεται πρώτο θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως ένδειξη ότι το θεωρούν πιο σημαντικό. Το βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα που να δικαιολογεί την ερμηνεία του ΥΠΟΙΚ ότι οι βασικοί λόγοι σχετίζονται με το μέγεθος του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η ανακοίνωση του ΥΠΟΙΚ αναφέρεται επίσης στην επισήμανση του Οίκου για τη δημοσιονομική βελτίωση. Η ακριβής αναφορά των Moody's μεταφράζεται περίπου ως εξής: "Ενώ είναι αλήθεια ότι τα δημόσια οικονομικά παρουσίασαν βελτίωση το 2010, οι βελτιώσεις αυτές είναι πιθανόν να είναι βραχύβιες." Είναι σαφές ότι σκοπός της αναφοράς δεν είναι η θετική αποτίμηση της βελτίωσης αλλά η καταγραφή του γεγονότος ότι είναι βραχύβια και συνεπώς ανεπαρκής.

Η έκθεση των Moody's παραθέτει συγκεκριμένα σενάρια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου. Για το δημοσιονομικό, η εικόνα μπορεί να ανατραπεί με μεταρρυθμίσεις στο σύστημα κοινωνικών παροχών και στη δομή του κρατικού μισθολογίου. Για τις τράπεζες η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί αν μειωθεί ο κίνδυνος εξ Ελλάδος. Τέλος για το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας, επισημαίνεται η ανάγκη σύνδεσης των μισθών με την παραγωγικότητα (κυρίως στο δημόσιο, κάτι που απαιτείται ούτως ή άλλως για δημοσιονομικούς λόγους). Στην ανακοίνωση του ΥΠΟΙΚ δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυτές τις εισηγήσεις.

Η συνήθης γραμμή άμυνας της κυβέρνησης όταν επισημαίνεται η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις είναι ότι τα προβλήματα είναι διαρθρωτικά και δεν τα προκάλεσε η ίδια. Αυτό είναι ασφαλώς ορθό. Αυτή όμως καλείται τώρα να τα αντιμετωπίσει. Αν θεωρεί ότι τα μέτρα που προτείνονται είναι λανθασμένα ή ότι δεν επείγουν, η ορθή στάση θα ήταν να βγει και να το εξηγήσει, και όχι να διαστρεβλώνει τις εκθέσεις των διεθνών οίκων.

Πολίτης, 27/2/2011

20 Φεβρουαρίου 2011

Το μέγεθος του τραπεζικού συστήματος


Τον περασμένο Νοέμβριο οι Standard & Poor's ανέδειξαν το μέγεθος του Κυπριακού τραπεζικού τομέα και την έκθεσή των τραπεζών στην Ελλάδα ως τον κύριο λόγο υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου. Τον ίδιο κίνδυνο επεσήμανε πιο πρόσφατα και ο οίκος Moody's, κρατώντας όμως πιο ήπιους τόνους. Τη βδομάδα που πέρασε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ήταν ιδιαίτερα καθησυχαστικό, λέγοντας ότι το μέγεθος του τραπεζικού συστήματος από μόνο του δεν αποτελεί πρόβλημα. Στο εσωτερικό, κυβέρνηση και Κεντρική Τράπεζα διαβεβαιώνουν ότι το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου έχει γερές βάσεις. Από την άλλη, αρκετοί σχολιαστές εκφράζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ανησυχία τους.

Ποιον από όλους αυτούς πρέπει να πιστέψουμε;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα προβλήματα βιωσιμότητας σε ένα υπερμέγεθες τραπεζικό σύστημα μπορεί να προκαλέσουν εξαιρετικά επώδυνες επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία. Οι πρόσφατες εμπειρίες της Ισλανδίας και της Ιρλανδίας αποτελούν απτά παραδείγματα αυτού του κινδύνου. Δυνητικά και η Κύπρος μπορεί να αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα από τη στιγμή που ο τραπεζικός της τομέας είναι πολλαπλάσιος του ΑΕΠ. Όμως το να επισημαίνουμε τον κίνδυνο δεν είναι αρκετό. Το ερώτημα είναι, τι κάνουμε;

Μια λύση είναι να λάβουμε μέτρα που να οδηγήσουν σε συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα. Είναι μια δραστική λύση που θα είναι μεν αποτελεσματική αλλά θα έχει και μεγάλο κόστος. Ο τραπεζικός τομέας είναι ένας από τους μεγαλύτερους και καλύτερους εργοδότες στην Κύπρο και μια σταθερή πηγή οικονομικής ανάπτυξης τις τελευταίες δεκαετίες. Το τίμημα από τυχόν συρρίκνωσή του θα είναι σημαντικό, και αυτός είναι προφανώς ο λόγος που κανείς δεν έχει προτείνει αυτή τη λύση. Αν θέλουμε να είμαστε χρηματοοικονομικό κέντρο, θα πρέπει να δεχτούμε ότι θα έχουμε μεγάλο τραπεζικό τομέα.

Αυτό που επιβάλλεται να γίνει είναι να διασφαλιστεί ότι ο τομέας δεν θα οδηγήσει την οικονομία σε περιπέτειες. Ευτυχώς υπάρχουν και χώρες με μεγάλα τραπεζικά συστήματα οι οποίες ξεπέρασαν χωρίς μεγάλα προβλήματα τη διεθνή κρίση (Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη) και από τις οποίες μπορούμε να μάθουμε. Η διεθνής εμπειρία, όπως αποτυπώνεται και σε μια πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ, καταδεικνύει την ανάγκη για δράση σε δύο μέτωπα.

Πρώτον, από πλευράς Κεντρικής Τράπεζας απαιτείται αυστηρή και συντηρητική εποπτεία ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος κατάρρευσης του συστήματος. Το εποπτικό πλαίσιο θα πρέπει να καλύψει και τα ΣΠΙ, τα οποία αυτή τη στιγμή λειτουργούν υπό άλλο, λιγότερο αυστηρό καθεστώς. Δεύτερον, από πλευράς κυβέρνησης απαιτείται η υιοθέτηση συνετών πολιτικών που να εξασφαλίζουν τη μακροοικονομική σταθερότητα και την ευρωστία των δημόσιων οικονομικών. Οι ανησυχίες των οίκων αξιολόγησης για το μέγεθος των Κυπριακών τραπεζών δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για να υποβαθμίζεται η σημασία της δημοσιονομικής περισυλλογής. Αντίθετα, οι ανησυχίες αυτές ενισχύουν την θέση ότι το δημοσιονομικό πρέπει να είναι η πρώτη μας προτεραιότητα.

Πολίτης, 20/2/2011

30 Ιανουαρίου 2011

ΕΤΥΚ και Κεντρική Τράπεζα


Τον τελευταίο καιρό η συντεχνία των τραπεζικών υπαλλήλων συγκρούστηκε για τον ίδιο λόγο με τις διοικήσεις δύο οργανισμών, της Τράπεζας Κύπρου και της Κεντρικής Τράπεζας. Και οι δύο οργανισμοί αποφάσισαν να επεκτείνουν την εργοδότηση ανώτατου στελέχους τους που κανονικά θα αφυπηρετούσε. Στην περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου βρέθηκε μια συμβιβαστική λύση, ενώ στην Κεντρική Τράπεζα το θέμα παραμένει εξ όσων γνωρίζω ανοιχτό.

Από τη σκοπιά της σωστής διακυβέρνησης ενός οργανισμού, υπάρχει ένα ζήτημα κατά πόσον οι επιλογές για τις ανώτατες θέσεις πρέπει να καθορίζονται στη βάση συντεχνιακών κριτηρίων. Υπάρχει όμως κι ένα πολύ πιο σημαντικό ζήτημα, το οποίο αφορά την παρουσία της ΕΤΥΚ στην Κεντρική Τράπεζα. Για λόγους που δεν γνωρίζω αλλά φαντάζομαι έχουν να κάνουν με την ιστορική εξέλιξη των εργασιακών σχέσεων και του τραπεζικού συστήματος, η ΕΤΥΚ εκπροσωπεί όχι μόνο τους εργαζόμενους στις εμπορικές τράπεζες, αλλά και τους υπαλλήλους της Κεντρικής Τράπεζας. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια κραυγαλέα σύγκρουση συμφερόντων και είναι απορίας άξιον γιατί ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει (εξ όσων γνωρίζω) εγερθεί θέμα.

Η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να αποκαλείται τράπεζα αλλά έχει μια εντελώς διαφορετική αποστολή από τις εμπορικές τράπεζες. Είναι η εποπτική αρχή του τραπεζικού τομέα. Αποστολή της είναι να εποπτεύει τις εμπορικές τράπεζες και να διασφαλίζει την σταθερότητα του τραπεζικού μας συστήματος. Η αποστολή αυτή τη φέρνει συχνά σε αντιπαράθεση με τις εμπορικές τράπεζες. Η ΕΤΥΚ αποτελεί βασικό συμμέτοχο του εμπορικού τραπεζικού συστήματος, τα συμφέροντα του οποίου εξυπηρετεί. Οι περιοδικές συγκρούσεις μεταξύ ΕΤΥΚ και τραπεζών είναι ουσιαστικά ενδοοικογενειακές διαφορές για το μοίρασμα της πίτας. Όλοι όμως - ΕΤΥΚ και τράπεζες - επωφελούνται όταν η πίτα γίνεται μεγαλύτερη.

Η δραστηριοποίηση της ΕΤΥΚ στην Κεντρική Τράπεζα της δίνει τη δυνατότητα να επηρεάζει τον τρόπο λειτουργίας και την αποτελεσματικότητα της εποπτικής αρχής. Από τα ωράρια (είναι δυνατόν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να βάζει λουκέτο την ώρα που στη Φρανκφούρτη κάνουν διάλειμμα για μεσημεριανό;) μέχρι το μισθολόγιο και θέματα προαγωγών και αφυπηρετήσεων, η Κεντρική Τράπεζα χειραγωγείται από μια συλλογική σύμβαση στον καθορισμό της οποίας δεν έχει κανένα λόγο.  Και το χειρότερο είναι ότι η συλλογική σύμβαση αποφασίζεται από αυτούς τους οποίους η Κεντρική Τράπεζα είναι εντεταλμένη να εποπτεύει. Οι εποπτευόμενοι καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας του εποπτεύοντος!

Είναι φανερό ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Οι υπάλληλοι της Κεντρικής Τράπεζας έχουν ασφαλώς κάθε δικαίωμα να έχουν συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Δεν είναι όμως δυνατόν να εκπροσωπούνται από τη συντεχνία των οργανισμών τους οποίους είναι εντεταλμένοι να ελέγχουν. Χρειάζεται να γίνει μια ρύθμιση ώστε η Κεντρική Τράπεζα να μπορεί να επιτελέσει ανεπηρέαστη το σημαντικό έργο της εποπτείας του τραπεζικού συστήματος.

Πολίτης, 30/1/2011

21 Νοεμβρίου 2010

Και στο βάθος, το δημοσιονομικό

Παρόλο που η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου ήταν αναμενόμενη, η αιτιολόγηση που δόθηκε από τους Standard & Poor's επιφύλασσε εκπλήξεις. Ο οίκος αξιολόγησης ανέδειξε ως τον κύριο λόγο υποβάθμισης τους κινδύνους από την έκθεση του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος σε Ελληνικά χρεόγραφα και από το ψηλό ποσοστό ιδιωτικού χρέους που χρηματοδοτείται από τις τράπεζες. Η ξαφνική ανάδειξη αυτών των κινδύνων από τους S&P πιθανόν να αντανακλά την εκτίμησή τους ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα αναδιάρθρωσης του Ελληνικού χρέους. Ανεξάρτητα από το αν έχουν δίκαιο ή όχι, οι ανησυχίες τους μας επηρεάζουν και είμαστε υποχρεωμένοι να τις λάβουμε σοβαρά υπόψη.

Μια πιθανή ερμηνεία της έκθεσης των S&P είναι ότι το δημοσιονομικό περνά τώρα σε δεύτερη μοίρα, αφού κύριο πρόβλημα είναι ο τραπεζικός τομέας. Περίπου σε αυτή τη λογική φάνηκε να κινείται η πρώτη αντίδραση της κυβέρνησης. Πρόκειται όμως για μια λανθασμένη και επικίνδυνη ερμηνεία. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο: αν πράγματι υπάρχει κίνδυνος από τον τραπεζικό τομέα, αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για να αντιμετωπιστεί άμεσα και δραστικά το δημοσιονομικό πρόβλημα ώστε να υπάρχει δυνατότητα στήριξης του τραπεζικού τομέα αν και όταν χρειαστεί.

Οι εξελίξεις επανέφεραν στο σκηνικό την ιδέα της επιβολής ειδικής φορολογίας στις τράπεζες. Το μέτρο αυτό συζητείται διεθνώς και προωθείται μεταξύ άλλων και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η λογική πίσω από τη φορολογία είναι διπλή. Πρώτον, αποθαρρύνει την ανάληψη υπερβολικού ρίσκου από μέρους των τραπεζών και δεύτερον, υποχρεώνει τις τράπεζες να πληρώσουν για την υπονοούμενη εγγύηση που τους παρέχεται ότι θα στηριχθούν από το κράτος σε περίπτωση που αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Φορολόγηση των τραπεζών στη βάση αυτής της λογικής θα ήταν δικαιολογημένη, αλλά μόνο αν τα έσοδα από τη φορολογία διοχετευθούν αποκλειστικά στη μείωση του δημοσίου χρέους. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτή η φορολογία να αποτελέσει άλλοθι για να μην ληφθούν μέτρα μείωσης των κρατικών δαπανών. Ένας τρόπος να αποφευχθεί κάτι τέτοιο είναι τα έσοδα από τη φορολογία να μπουν σε ειδικό ταμείο το οποίο θα διαχειρίζεται ανεξάρτητη αρχή (για παράδειγμα η Κεντρική Τράπεζα) ώστε να μην μπορεί η εκάστοτε κυβέρνηση να το χρησιμοποιεί για εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων. Εναλλακτικά, θα μπορούσαν τα έσοδα από τη φορολογία να εισρέουν στα κρατικά ταμεία αλλά ταυτόχρονα να αναληφθεί δέσμευση σε συγκεκριμένο σχέδιο μείωσης του δημόσιου χρέους σε επίπεδα πολύ πιο κάτω από τα σημερινά.

Η υποβάθμιση είναι μια αρνητική εξέλιξη για όλους μας. Μπορεί όμως να έχει και θετική πλευρά αν μας επικεντρώσει ακόμα πιο έντονα στο στόχο της δημοσιονομικής εξυγίανσης και αποτελέσει το έναυσμα για λήψη δραστικών μέτρων προτού τα πράγματα γίνουν χειρότερα.

Πολίτης, 21/11/2010

13 Σεπτεμβρίου 2009

Γιατί καθυστέρησαν ένα χρόνο τα χρεόγραφα;

Σε μια εντυπωσιακή αλλαγή γραμμής, ο Υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε την περασμένη βδομάδα την έκδοση ειδικών κυβερνητικών χρεογράφων ως μέτρο ενίσχυσης της ρευστότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ένα χρόνο μετά την έναρξη της κρίσης η κυβέρνηση προχωρεί στη λήψη ενός μέτρου το οποίο πολλοί - προεξάρχοντος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας - ζητούσαν από το περασμένο φθινόπωρο. Η εξέλιξη είναι θετική, γεννά όμως και ένα ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση καθυστέρησε ένα ολόκληρο χρόνο να υιοθετήσει αυτό το μέτρο;

Η ανάγκη για ενίσχυση της ρευστότητας προέκυψε επιτακτικά τον περασμένο Σεπτέμβριο. Το πάγωμα των διεθνών αγορών ενέτεινε τον ήδη έντονο καταθετικό ανταγωνισμό μεταξύ των Κυπριακών τραπεζών με αποτέλεσμα τα επιτόκια στην Κύπρο να παραμένουν σε ψηλά επίπεδα παρά τις συνεχείς μειώσεις του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ. Το προτεινόμενο μέτρο - που τύγχανε στήριξης και από την ΕΕ - ήταν να δοθούν κυβερνητικά χρεόγραφα στις τράπεζες τα οποία να χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση για άντληση φτηνής ρευστότητας από την ΕΚΤ. Αυτό θα μείωνε την ανάγκη για προσέλκυση καταθέσεων και κατά συνέπεια θα ωθούσε τα επιτόκια σε καθοδική πορεία.

Η κυβέρνηση αρνήθηκε να υιοθετήσει αυτό το μέτρο προτάσσοντας σε κατά καιρούς δηλώσεις του Υπουργού δύο δικαιολογίες: ότι το μέτρο δεν θα απέδιδε και ότι θα οδηγούσε σε αύξηση του δημόσιου χρέους. Και οι δύο δικαιολογίες έχουν αναιρεθεί από τα ίδια τα γεγονότα. Η κυβέρνηση όχι μόνο υιοθετεί σήμερα το μέτρο αλλά ασπάζεται κιόλας την εκτίμηση του Διοικητή της ΚΤ ότι αυτό μπορεί να μειώσει τα επιτόκια μέχρι και 1%. Παράλληλα, η ΕΕ έχει ανακοινώσει ότι η έκδοση χρεογράφων δεν θα υπολογιστεί στο δημόσιο χρέος. Αυτό βέβαια δεν ήταν γνωστό από την αρχή. Όμως οι ενδείξεις υπήρχαν, η ΕΕ προωθούσε το μέτρο, και οι περισσότερες χώρες προχωρούσαν στην υιοθέτησή του. Η επίκληση μιας πιθανής προσωρινής αύξησης του δημόσιου χρέους ως δικαιολογία για τη μη υιοθέτηση ενός μέτρου το οποίο η οικονομία είχε ανάγκη φαινόταν περίεργη, ιδίως όταν τη ίδια στιγμή η κυβέρνηση προχωρούσε σε απανωτές αυξήσεις στις κοινωνικές παροχές και στην δημιουργία 1.080 νέων θέσεων στο δημόσιο, με μεγάλο μακροπρόθεσμο κόστος για τα δημόσια ταμεία.

Η κατάληξη αυτού του σήριαλ αφήνει εκτεθειμένη την κυβέρνηση και - κυρίως - τον Υπουργό Οικονομικών. Η απόρριψη της έκδοσης χρεογράφων αποδείχτηκε λανθασμένη και η κυβερνητική στρατηγική για μείωση των επιτοκίων με τις "ενέσεις ρευστότητας" και με παραινέσεις και υποδείξεις προς τις τράπεζες απέτυχε. Στην καλύτερη περίπτωση, το Υπουργείο Οικονομικών έπεσε πολύ έξω στις εκτιμήσεις του. Στη δε χειρότερη περίπτωση, θα πρέπει να διερωτώμαστε μήπως η υγεία της οικονομίας έπεσε θύμα της απροθυμίας της κυβέρνησης και του Υπουργού να υιοθετήσουν μια θετική εισήγηση λόγω της προέλευσής της.

Πολίτης, 13/9/2009

24 Μαΐου 2009

Μαρφίν, Κυβέρνηση και εποπτικές αρχές

Η απόφαση της Μαρφίν να μεταφέρει την έδρα του ομίλου στην Ελλάδα πυροδότησε έντονες συζητήσεις και αντεγκλήσεις. Εκφράστηκαν ανησυχίες για σοβαρές επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία και αμφισβητήθηκε το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο στην Κύπρο. Η μετακίνηση της έδρας της Μαρφίν είναι βέβαια μια αρνητική εξέλιξη, όμως οι ανησυχίες που ακούστηκαν είναι εν πολλοίς υπερβολικές. Δεν αναμένεται να υπάρξει καμία δραματική αλλαγή στον τραπεζικό τομέα αφού η Μαρφίν διαβεβαιώνει ότι θα συνεχίσει να δραστηριοποιείται πλήρως στην Κύπρο (και έχει κάθε συμφέρον να το κάνει). Οι αποφάσεις της Μαρφίν λαμβάνονται στην Αθήνα εδώ και χρόνια, συνεπώς ούτε εδώ υπάρχει κάτι το καινούριο. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Μαρφίν θα μπορεί να κάνει παιγνίδι με άλλους κανόνες. Ο κ. Βγενόπουλος θέλει να ρισκάρει και βρίσκει το ρυθμιστικό πλαίσιο της Κύπρου συντηρητικό. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να του ευχηθούμε καλή επιτυχία. 

Είναι όντως συντηρητικό το θεσμικό πλαίσιο της Κύπρου; Ίσως, αλλά αυτό δεν είναι κατ' ανάγκην αρνητικό. Η μεγάλη διεθνής οικονομική κρίση που βιώνουμε σήμερα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη χαλάρωση του ρυθμιστικού πλαισίου και την ανεπαρκή εποπτεία των τραπεζικών ιδρυμάτων, κυρίως στις ΗΠΑ αλλά όχι μόνο. Είναι αδιανόητο, ειδικά αυτή την περίοδο, να τίθεται θέμα χαλάρωσης της εποπτείας για να διευκολυνθούν οι επιχειρηματικές βλέψεις μιας τράπεζας. Κάποιοι ανησυχούν ότι η απώλεια της Μαρφίν αποτελεί πλήγμα στην προσπάθεια της Κύπρου να καταστεί κέντρο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Κι αυτό είναι υπερβολή. Ένας σοβαρός οργανισμός που σκέφτεται να επενδύσει στην Κύπρο θα μελετήσει προσεκτικά όλα τα δεδομένα και τις επιλογές που έχει μπροστά του και δεν θα επηρεαστεί από τις κινήσεις τακτικής μιας μεμονωμένης εταιρείας.

Αυτό που μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της Κύπρου δεν είναι η μετακόμιση της Μαρφίν αλλά η απροθυμία της ίδιας της Κυπριακής κυβέρνησης να στηρίξει τους θεσμούς του κράτους. Οι εποπτικές αρχές είναι εξουσιοδοτημένες από την πολιτεία να διεκπεραιώνουν συγκεκριμένο έργο. Όταν ένας εποπτευόμενος επιτίθεται κατά του επόπτη η Κυβέρνηση οφείλει πρώτιστα να στηρίξει με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο το θεσμό του κράτους. Αντί αυτού ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απάντησε σε ερώτηση δημοσιογράφου με το απαξιωτικό "Γιατί με ρωτάτε εμένα; Ρωτάτε το διοικητή," ενώ ο Υπουργός Οικονομικών δήλωνε στα ραδιόφωνα ότι αν χειριζόταν αυτός το θέμα η έκβαση θα ήταν διαφορετική. Αυτές δεν είναι δηλώσεις στήριξης αλλά δηλώσεις αμφισβήτησης, και αναιρούν δυστυχώς τις όποιες τυπικές διαβεβαιώσεις περί σεβασμού των εποπτικών αρχών. Αυτή η ερμαφρόδιτη στάση της Κυβέρνησης δεν προάγει την εμπιστοσύνη προς το σύστημα και πλήττει την εικόνα της Κύπρου ως τραπεζικό και επιχειρηματικό κέντρο. 

Πολίτης, 24/5/2009

10 Φεβρουαρίου 2009

Μετά την κρίση: προς μια καλύτερη διαχείριση της οικονομίας της αγοράς

Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Η κρίση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι η χειρότερη που έχει αντιμετωπίσει ο πλανήτης από τη δεκαετία του 1930. Οι επιπτώσεις της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ΗΠΑ το 1929-30 ηχούν απίστευτες σε μας σήμερα. Στο χειρότερο σημείο της κρίσης το 1933 (τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξή της) η βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ είχε συρρικνωθεί κατά 46% και το ΑΕΠ κατά 30% σε σχέση με τα επίπεδα του 1929. Η ανεργία είχε ξεπεράσει το 25% και 11.000 από τις 25.000 τράπεζες της χώρας είχαν πτωχεύσει. Χρειάστηκε η πάροδος πέραν των δέκα ετών - και η συνδρομή της κινητοποίησης στα πλαίσια του Β' παγκοσμίου πολέμου - για να επιστρέψει η Αμερικανική οικονομία στα επίπεδα του 1929. Το πόσο οδυνηρή ήταν αυτή η κρίση γίνεται αντιληπτό όταν αναλογιστούμε ότι το πλήγμα στην Κυπριακή οικονομία (στο ΑΕΠ) από την Τουρκική εισβολή είχε αποκατασταθεί μέσα σε δύο χρόνια!

Το ενδεχόμενο να έχουμε επανάληψη αυτού του εφιαλτικού σεναρίου είναι απομακρυσμένο. Ο κύριος λόγος είναι ότι σήμερα είμαστε σοφότεροι: το πάθημα του 1930 έγινε μάθημα το 2008. Παρόλον ότι ο ακριβής συσχετισμός των διαφόρων αιτίων της κρίσης αποτελούν ακόμα αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στους ειδικούς, είναι γενικώς παραδεκτό ότι οι λανθασμένες πολιτικές (ή απουσία πολιτικών) των Αμερικανικών αρχών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μετατροπή μιας συνηθισμένης ύφεσης σε μια κρίση τρομακτικού βάθους και διάρκειας. Ιδιαίτερα καταστροφική θεωρείται η απόφαση των νομισματικών αρχών να αφήσουν χιλιάδες τράπεζες να κλείσουν και να επιτρέψουν τη συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος κατά το ένα τρίτο. Σήμερα υπάρχει σχεδόν πλήρης ομοφωνία ανάμεσα στους οικονομολόγους ότι σε περιπτώσεις τραπεζικών πανικών οι αρχές πρέπει να παρεμβαίνουν γρήγορα και αποφασιστικά για να στηρίξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία του. Αυτό ακριβώς έγινε στην τρέχουσα κρίση και - παρότι ο κίνδυνος δεν έχει ακόμα περάσει ολοκληρωτικά - φαίνεται ότι τα χειρότερα έχουν αποτραπεί και οδεύουμε προς μια σταθεροποίηση του συστήματος.

Αυτό που προκαλεί προβληματισμό είναι το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς μπορούν να αποτραπούν τέτοιες κρίσεις στο μέλλον. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην κρίση έχει αναλυθεί διεξοδικά: φτηνό χρήμα, αλόγιστος δανεισμός, τοξικά προϊόντα, ευφορία και υπεραισιοδοξία, συγκρουόμενα συμφέροντα, χαλαρή εποπτεία. Το τελευταίο είναι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία αφού όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν υπήρχε αποτελεσματική εποπτεία. Οι Αμερικανικές εποπτικές αρχές απέτυχαν για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, έδειξαν υπερβολική πίστη στη δυνατότητα αυτορύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα χρηματοπιστωτικών κρίσεων, όμως ο Άλαν Γκρίνσπαν φαίνεται να θεωρούσε ότι οι σύγχρονες αγορές είναι αρκετά ώριμες ώστε να αποφύγουν τις παγίδες. Ήταν ένας περιφανής θρίαμβος της ιδεολογίας επί της εμπειρικής γνώσης. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο χρηματοοικονομικός τομέας δημιούργησε περίπλοκα χρηματοδοτικά προϊόντα που διέσπειραν τον κίνδυνο με τρόπο που ήταν δύσκολο για τις εποπτικές αρχές να παρακολουθήσουν. Εκ των υστέρων βέβαια έχει διαφανεί ότι ακόμα και αυτοί που δημιουργούσαν αυτά τα προϊόντα δεν καταλάβαιναν καλά-καλά τι πουλούσαν.

Το κύριο λοιπόν δίδαγμα από την κρίση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια υπενθύμιση (για όσους το είχαν ξεχάσει) ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι επιρρεπής σε φούσκες και κρίσεις αξιοπιστίας και για αυτό πρέπει να εποπτεύεται αυστηρά για να αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται ανεξάρτητες εποπτικές αρχές, στελεχωμένες με ικανούς τεχνοκράτες, άριστους γνώστες της οικονομίας. Η εμπειρία δύο μικρών νησιωτικών κρατών, της Ισλανδίας και της Κύπρου, καταδεικνύουν τη σημασία της ύπαρξης τέτοιων ανεξάρτητων αρχών. Η Ισλανδία ουσιαστικά χρεωκόπησε λόγω της κρίσης και τεράστια ευθύνη για αυτό φέρει η Κεντρική Τράπεζα της χώρας, η οποία επέτρεψε στο τραπεζικό τομέα να αναπτυχθεί πέρα από τις δυνατότητες της χώρας. Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ισλανδίας είναι πολιτικό πρόσωπο, πρώην πρωθυπουργός. Αντίθετα η Κύπρος ευτύχησε να έχει μια σοβαρή Κεντρική Τράπεζα με διοικητή ένα εγνωσμένου κύρους οικονομολόγο. Η Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα αντιστάθηκε στις πολιτικές πιέσεις για την πώληση μέρους των αποθεμάτων χρυσού και επέβαλε μη δημοφιλείς περιορισμούς στη δραστηριότητα των τραπεζών, κάτι που επέτρεψε στην Κύπρο να διέλθει την κρίση χωρίς μεγάλα προβλήματα.

Αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι η διαχείριση της κρίσης - και γενικά της οικονομίας - να μη γίνεται στη βάση ιδεολογημάτων αλλά στη βάση ορθολογικής ανάλυσης. Οι πολιτικές πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα αποτελέσματά τους και όχι την ιδεολογική τους ταυτότητα. Έχουν γραφτεί δεκάδες κείμενα τον τελευταίο καιρό που κατακεραυνώνουν την οικονομία της αγοράς και καλούν σε αντιστροφή των "νεοφιλελεύθερων" πολιτικών. Όμως όταν ο ασθενής πονάει στο γόνατο δεν του κάνουμε μεταμόσχευση καρδίας. Οι πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου, της κατάργησης των κρατικών μονοπωλίων και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων έχουν επιφέρει τεράστια οφέλη στην παρκόσμια οικονομία. Πολλά εκατομμύρια άνθρωποι ξέφυγαν από τη φτώχεια τις τελευταίες δεκαετίες όταν οι χώρες τους αποφάσισαν να ενταχθούν στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Σαφώς και το σύστημα δεν είναι τέλειο. Όμως, αυτό που είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ για τη δημοκρατία ισχύει και για τον καπιταλισμό: είναι το χειρότερο σύστημα, αν εξαιρέσουμε όλα τα άλλα που έχουν κατά καιρούς δοκιμαστεί.

Ρεύμα, Τεύχος 2, Φεβρουάριος 2009

28 Δεκεμβρίου 2008

Ισλανδία, Κύπρος και ευρώ

Η πρώτη επέτειος από την ένταξη της Κύπρου στη ευρωζώνη μας βρίσκει σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συγκυρία. Η κρίση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει οδηγήσει σε κατάρρευση μέχρι πρότινος πανίσχυρους οργανισμούς με μακρόχρονη ιστορία, ενώ ακόμα και κυρίαρχα κράτη έχουν βρεθεί στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας παρουσιάζει η περίπτωση της Ισλανδίας γιατί δείχνει τους κινδύνους που αντιμετωπίζει μια μικρή ανοιχτή οικονομία με δικό της νόμισμα.  

Η Ισλανδία είναι ένα απομονωμένο νησί με έκταση περίπου 11 φορές αυτή της Κύπρου αλλά με πληθυσμό μόλις 320.000 ανθρώπους.  Για εκατοντάδες χρόνια η Ισλανδική οικονομία βασιζόταν στην αλιεία και μέχρι πρόσφατα η χώρα ήταν μια απο τις φτωχότερες της Ευρώπης. Τα τελευταία είκοσι χρόνια η Ισλανδία άρχισε να μετατρέπεται σε διεθνές τραπεζικό κέντρο. Ως μια μικρή οικονομία με δικό της νόμισμα, η Ισλανδία διατηρούσε ψηλότερα επιτόκια από αυτά που προσφέρονταν σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η ευρωζώνη και η Βρετανία. Μπόρεσε έτσι να προσελκύσει πολλά κεφάλαια από επενδυτές που αναζητούσαν ψηλές αποδόσεις. Οι Ισλανδικές τράπεζες επεκτάθηκαν με φρενήρεις ρυθμούς με αποτέλεσμα κατά το τέλος του 2007 το ενεργητικό τους να είναι σχεδόν έντεκα φορές μεγαλύτερο από το μέγεθος της οικονομίας της χώρας. Παράλληλα, πολλοί Ισλανδοί επέλεξαν να δανειστούν σε ξένο νόμισμα. Αυτό τους επέτρεπε να εξασφαλίσουν χαμηλότερο επιτόκιο, ταυτόχρονα όμως τους άφηνε εκτεθειμένους στον κίνδυνο υποτίμησης του νομίσματος της χώρας. 

Για μια μικρή χώρα με δικό της νόμισμα, η κατάσταση αυτή αποτελεί ένα δυνητικά καταστροφικό μίγμα. Ο λόγος έχει να κάνει με τη φύση του τραπεζικού συστήματος. Το ενεργητικό μιας τράπεζας αποτελείται κυρίως από δάνεια, τα οποία έχουν μακροχρόνιο χαρακτήρα: οι οφειλέτες αποπληρώνουν τα δάνειά τους με δόσεις σε διάστημα αρκετών ετών. Αντίθετα, οι υποχρεώσεις της τράπεζας είναι βραχυχρόνιες: οι καταθέτες μπορούν να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους ανά πάσα στιγμή, ή με σχετικά μικρή προειδοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες είναι επιρρεπείς σε κρίσεις πανικού. Ακόμα και μια απολύτως φερέγγυα τράπεζα - δηλαδή μια τράπεζα με ενεργητικό του οποία η αξία υπερβαίνει τις υποχρεώσεις - μπορεί να καταρρεύσει αν ξαφνικά όλοι οι καταθέτες της αποφασίσουν να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους ταυτόχρονα. Αυτό βέβαια είναι απίθανο να συμβεί υπό κανονικές συνθήκες. Όταν όμως οι συνθήκες δεν είναι κανονικές - όπως στη διάρκεια μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης όπου είναι γνωστό ότι πολλές τράπεζες έχουν επενδύσει σε αμφιβόλου αξίας τοξικά προϊόντα - είναι δυνατόν οι επενδυτές να ανησυχήσουν και να αποφασίσουν να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους αναζητώντας πιο ασφαλείς επενδύσεις. Έτσι, ένα καθόλα φερέγγυο τραπεζικό σύστημα μπορεί να καταρρεύσει εν μιά νυκτί. 

Για αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε κράτος (συνήθως διά της Κεντρικής του Τράπεζας) αναλαμβάνει το ρόλο του έσχατου δανειστή. Εγγυάται ουσιαστικά ότι σε περίπτωση που δημιουργηθεί ένας τέτοιος πανικός θα στηρίξει το τραπεζικό σύστημα προσφέροντας ρευστότητα μέχρις ότου η ηρεμία επανέλθει στις αγορές. Για να μπορεί το κράτος να διαδραματίσει αυτό το ρόλο πρέπει να διαθέτει ικανοποιητικά αποθέματα. Κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στην περίπτωση της Ισλανδίας. Όταν η διεθνής διατραπεζική αγορά ξαφνικά στέρεψε και οι τράπεζες χρειάστηκαν ενίσχυση, η Ισλανδική κυβέρνηση ανακάλυψε ότι δεν είχε αρκετά κεφάλαια για να στηρίξει αποτελεσματικά τις τράπεζες. Το τραπεζικό σύστημα κατέρρευσε και η Ισλανδική κυβέρνηση αναγκάστηκε να ψάχνει κατεπειγόντως δανεικά, πράγμα δύσκολο μεσούσης μιας μεγάλης κρίσης. Η Ισλανδική κορώνα καταποντίστηκε, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα σε όσους είχαν δανειστεί σε ξένο νόμισμα. Οι Ισλανδοί θα περάσουν μια περίοδο ισχνών αγελάδων τα επόμενα μερικά χρόνια. 

Το πάθημα της Ισλανδίας δείχνει τη σημασία που είχε για την Κύπρο η έγκαιρη υιοθέτηση του ευρώ. Και η Κύπρος είναι μια μικρή χώρα με ένα τραπεζικό τομέα αρκετές φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της χώρας. Ίσως η Κύπρος να μην είχε την ίδια τύχη με την Ισλανδία γιατί το μέγεθος του τραπεζικού μας τομέα ουδέποτε έφτασε στα επίπεδα της Ισλανδίας και η αυστηρή εποπτεία από την Κεντρική Τράπεζα περιόρισε σημαντικά την πιστωτική επέκταση των Κυπριακών τραπεζών σε σχέση με τις Ισλανδικές. Παρόλα αυτά, μια Κύπρος εκτός ευρωζώνης σε μια τέτοια περίοδο κρίσης θα μπορούσε να είχε βρεθεί σε πάρα πολύ δύκολη θέση. Μπορούν λοιπόν να νιώθουν δικαιωμένοι όσοι προώθησαν και στήριξαν την υιοθέτηση του ευρώ το συντομότερο δυνατό. Το πάθημα της Ισλανδίας ας γίνει μάθημα σε όσους μπαίνουν στον πειρασμό να παίζουν με την οικονομία για χάριν προεκλογικών σκοπιμοτήτων.

Πολίτης, 28/12/2008

16 Νοεμβρίου 2008

Οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα

Οι ανακοινώσεις των τραπεζών για αύξηση των χρεωστικών επιτοκίων μας προσγείωσαν στην πραγματικότητα. Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των αρμοδίων, η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει και το Κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών προκαλούν ανησυχία γιατί μαρτυρούν απώλεια ψυχραιμίας τόσο της κυβέρνησης όσο και των τραπεζών, με τη στάση των τελευταίων να φτάνει τα όρια της ανευθυνότητας.

Στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν την αύξηση των επιτοκίων οι τράπεζες τα έβαλαν με τον ανταγωνισμό. Ο έντονος ανταγωνισμός για καταθέσεις οδήγησε σε αύξηση των καταθετικών επιτοκίων και συνεπώς και στην αύξηση των χρεωστικών επιτοκίων. Με αυτό το επιχείρημα θα μπορούσε να δικαιλογηθεί αύξηση των επιτοκίων σε νέες πιστώσεις, δεν μπορεί όμως να δικαιολογηθεί αύξηση των περιθωρίων σε υφιστάμενα δάνεια. Κανείς δεν υποχρέωσε τις τράπεζες να αυξήσουν τα καταθετικά επιτόκια. Αν λανθασμένα έκαναν κάτι τέτοιο, παρόλο που γνώριζαν ότι τα καταθετικά επιτόκια ξεπερνούσαν τα χρεωστικά, τότε τη ζημιά πρέπει να την υποστούν οι διοικήσεις και οι μέτοχοι των τραπεζών και όχι οι πελάτες τους. Οι κακοί χειρισμοί εκ μέρους των τραπεζών δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογία για αύξηση των περιθωρίων σε δάνεια που έχουν παραχωρηθεί σε πολίτες ή επιχειρηματίες με συγκεκριμένους όρους, εφόσον βέβαια οι δανειζόμενοι (ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος) είναι συνεπείς ως προς τις δικές τους υποχρεώσεις.

Η δυνατότητα των τραπεζών να αλλάζουν τα επιτόκια κατά το δοκούν θέτει σε πολύ μειονεκτική θέση τους δανειζόμενους. Η Κεντρική Τράπεζα δηλώνει ότι δεν έχει εξουσία να παρεμβαίνει στους όρους των συμβολαίων, υπάρχει όμως σοβαρό ενδεχόμενο η επιβολή τέτοιων όρων από τις τράπεζες να αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση συλλογικής δεσπόζουσας θέσης. Η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού θα πρέπει να εξετάσει αυτό το ζήτημα, όπως και το θέμα της μείωσης των περιορισμών στη μεταφορά δανείων από τη μια τράπεζα στην άλλη ώστε οι δανειζόμενοι να μην είναι εγκλωβισμένοι σε μία τράπεζα (θέμα που έχει εγείρει και ο Διοικητής της ΚΤ). Μια τέτοια έρευνα θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα συμβόλαια που εγκλωβίζουν τους ασφαλιζόμενους, όπως τα συμβόλαια ασφαλειών ζωής.

Πέρα από την ηθική και νομική πτυχή, θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει τη σοφία της ενέργειας των τραπεζών και από καθαρά επιχειρηματικής σκοπιάς. Η αύξηση των επιτοκίων υφιστάμενων δανείων θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες επισφάλειες και θα δημιουργήσει ρήγματα στις σχέσεις των τραπεζών με τους πελάτες τους. Το κυριότερο όμως είναι ότι το ακραίο μέτρο της μονομερούς αλλαγής των όρων υφιστάμενων συμβολαίων μοιάζει με κίνηση πανικού η οποία δημιουργεί ερωτηματικά για την οικονομική κατάσταση των τραπεζών και στέλλει ανησυχητικά μηνύματα στους καταθέτες. Και όλα αυτά χωρίς να επιλύει το άμεσο πρόβλημα ρευστότητας, αφού οι αυξημένες εισροές θα έρχονται σταδιακά.

Για την ενίσχυση της ρευστότητας οι τράπεζες ζήτησαν τη χαλάρωση των οδηγιών της ΚΤ, θέση που υποστήριξε και το Υπουργείο Οικονομικών. Μέχρι πριν λίγες μέρες ο Υπουργός Οικονομικών καθησύχαζε για την ευρωστία του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος επικαλούμενος κυρίως την πολύ καλή εποπτεία. Είναι επομένως παράδοξο να ζητείται τώρα χαλάρωση των κανονισμών που διαφύλαξαν το τραπεζικό μας σύστημα μέσα σε αυτή την κρίση. Μια εναλλακτική πρόταση ήλθε από την αντιπολίτευση, η οποία εισηγείται την κατάθεση μέρους των αποθεμάτων του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις τράπεζες. Η εισήγηση αυτή θυμίζει παλιές προτάσεις για επένδυση των αποθεμάτων του ΤΚΑ στο ΧΑΚ και στα Συνεργατικά Ιδρύματα. Η θέση για καλύτερη επένδυση των αποθεμάτων του ΤΚΑ με βρίσκει απόλυτο σύμφωνο, κάτι τέτοιο όμως πρέπει να γίνει μόνο μετά από προσεκτική μελέτη και αξιολόγηση όλων των επενδυτικών επιλογών και όχι εν βρασμώ ψυχής σε περίοδο κρίσης. Η τραπεζική ρευστότητα μπορεί να ενισχυθεί με άλλους τρόπους, χωρίς χαλάρωση της εποπτείας και χωρίς εμπλοκή του ΤΚΑ.

Πολίτης, 16/11/2008