Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απασχόληση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απασχόληση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Ιουλίου 2010

Οι φορολογίες απειλούν την ανάκαμψη

Έξι πρώην Υπουργοί Οικονομικών της Δημοκρατίας συναντήθηκαν τη βδομάδα που πέρασε με τον Πρόεδρο Χριστόφια και κατέθεσαν τις εισηγήσεις τους για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος και τη στήριξη της ανάπτυξης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του "Π", τα μέτρα περιλαμβάνουν "την ανάγκη περαιτέρω μείωσης των κρατικών δαπανών, αντιμετώπισης του συνταξιοδοτικού, με αύξηση μάλιστα των εισφορών των δημοσίων υπαλλήλων, και άρση των γραφειοκρατικών διαδικασιών προκειμένου να προωθηθούν αναπτυξιακά έργα," ενώ παράλληλα γίνεται αναφορά σε "ιεράρχηση των κυβερνητικών έργων προκειμένου να υπάρξουν εξοικονομήσεις, αλλαγές στο συνταξιοδοτικό και στις κλίμακες νεοεισερχομένων, και στόχευση των κοινωνικών παροχών". 

Τα μέτρα που εισηγούνται οι πρώην υπουργοί ακούγονται πολύ λογικά - άλλωστε είναι παρόμοια με αυτά που προτείνει και η στήλη από το περασμένο φθινόπωρο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως  παρουσιάζει το τι δεν προτείνουν οι πρώην υπουργοί: δεν προτείνουν καμιά αύξηση φόρων. Το περίεργο είναι ότι την ίδια μέρα κύριο θέμα σε όλες τις οικονομικές σελίδες ήταν τα σενάρια για νέες φορολογίες: αύξηση ΦΠΑ, αύξηση φορολογίας στις καταθέσεις, διάφορα σενάρια φορολόγησης των επιχειρήσεων, κ.λπ. 

Η Κυπριακή οικονομία δεν έχει εξέλθει ακόμα από την ύφεση. Η ανεργία το πρώτο τρίμηνο του έτους σκαρφάλωσε στο 7,2%, το ψηλότερο ποσοστό από τον καιρό της εισβολής. Ανάμεσα στους νέους 15-24 ετών η ανεργία έφτασε το 20,4%. Η οικοδομική βιομηχανία είναι ακόμα καθηλωμένη ενώ η ανάκαμψη του ευρώ τις τελευταίες βδομάδες δεν θα βοηθήσει τον τουρισμό. Αυτά τα δεδομένα, σε συνάρτηση και με το πάγωμα των προσλήψεων από πλευράς δημοσίου, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό σκηνικό στην αγορά εργασίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρατηρούμε την κυβέρνηση να έχει βάλει στο στόχαστρο τις επιχειρήσεις θεωρώντας ότι αυτός είναι ο πιο ανώδυνος τρόπος να λύσει τα οικονομικά της προβλήματα. Η στάση αυτή υποστηρίζεται από πολλούς που παρασύρονται από το εύηχο σύνθημα "να πάρουμε από τους έχοντες." Όμως οι επιχειρήσεις έχουν και αυτές επηρεαστεί από την οικονομική κρίση και κάνουν τον δικό τους αγώνα να αντεπεξέλθουν. Το τελευταίο που χρειάζονται είναι να έρχεται το κράτος και να τις πιέζει ακόμα περισσότερο. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι η κινητήριος δύναμη της οικονομίας και από αυτές περιμένουμε να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να δώσουν διέξοδο στις χιλιάδες των ανέργων. 

Η αύξηση των φόρων σε αυτή τη συγκυρία ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές εξόδου από την ύφεση. Όπως εισηγούνται και οι πρώην υπουργοί, είναι καλύτερα οι προσπάθειες για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος να επικεντρωθούν σε μειώσεις δαπανών, οι οποίες αν γίνουν σωστά θα έχουν λιγότερες αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. 

Πολίτης, 18/7/2010

27 Ιουνίου 2010

Κακή πολιτική το πάγωμα των προσλήψεων

Το πάγωμα των προσλήψεων είναι το πρώτο μέτρο που υιοθετούν όλες οι κυβερνήσεις σε περιόδους δημοσιονομικής στενότητας. Πρόκειται για μια πολιτικά εύκολη λύση γιατί δεν υπάρχουν συγκεκριμένα θύματα για να διαμαρτυρηθούν. Αυτοί που ζημιώνουν είναι κυρίως αυτοί που θα προσλαμβάνονταν, οι οποίος όμως είναι άγνωστοι. Έτσι βολεύεται τόσο η κυβέρνηση, γιατί δεν αντιμετωπίζει αντιδράσεις, όσο και η αντιπολίτευση, η οποία ευελπιστεί ότι θα έχει αυτή την ευκαιρία να πληρώσει τις θέσεις όταν πάρει την εξουσία.

Η παρούσα κυβέρνηση δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ομολογουμένως εντυπωσιακή η συχνότητα με την οποία ενημερωνόμαστε για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων: μείωση κατά 490 από την αρχή του έτους μέχρι τέλος Απριλίου, μείωση κατά 530 μέχρι τέλος Μαϊου. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κάτι τέτοιο παρατηρείται για πρώτη φορά στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν πράγματι διαθέτει στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό, είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα ήθελαν να τα δούν.

Το πρόβλημα με το πάγωμα των προσλήψεων είναι ότι αποτελεί προσωρινό μέτρο το οποίο δεν λύνει το διαρθρωτικό πρόβλημα της διόγκωσης του κρατικού μισθολογίου. Εξ όσων γνωρίζουμε καμιά θέση στο δημόσιο δεν έχει καταργηθεί και κανένα κυβερνητικό τμήμα δεν έχει κλείσει. Το πάγωμα των προσλήψεων απλώς μεταθέτει τις ανάγκες για μικρό χρονικό διάστημα και μόλις τα δημόσια ταμεία ανασάνουν γίνονται σωρηδόν νέες προσλήψεις και το πρόβλημα διαιωνίζεται. Αυτό τον κύκλο τον έχουμε διαγράψει αρκετές φορές. Η προεδρία Παπαδόπουλου είχε ξεκινήσει με πάγωμα προσλήψεων, και μόλις έξι χρόνια αργότερα βρισκόμαστε πάλι στο ίδιο σημείο.

Πέραν του ότι δεν προσφέρει μόνιμες λύσεις, το πάγωμα των προσλήψεων δημουργεί και επιπρόσθετα προβλήματα. Η δημόσια υπηρεσία έχει μεγάλη ανάγκη από εκσυγχρονισμό. Χρειάζεται νέους ανθρώπους με νέες ιδέες και σύγχρονες αντιλήψεις, ανθρώπους που να είναι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες. Το πάγωμα των προσλήψεων καθυστερεί την ανανέωση της δημόσιας υπηρεσίας και αδικεί τους νέους. Σε μια περίοδο που η ανεργία των νέων βρίσκεται στο 18%, το κράτος κλείνει μια σημαντική προοπτική εργοδότησης, κυρίως για τους πτυχιούχους νέους.

Το πρόβλημα της συνεχούς διόγκωσης του κρατικού μισθολογίου δεν μπορεί να λυθεί με προσωρινά μέτρα. Αν υπάρχει υπερβολικός αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, ας γίνουν οι απαραίτητες μελέτες και να καταργηθούν οι θέσεις που δεν χρειάζονται. Όμως υποψιάζομαι ότι τα περιθώρια κατάργησης θέσεων είναι μικρά. Οι μόνες μόνιμες λύσεις είναι η κατάργηση των αυτόματων αυξήσεων στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και η μείωση των κλιμάκων εισδοχής για τους νεοπροσληφθέντες. Είμαι βέβαιος ότι οι χιλιάδες νέοι που προσδοκούν σε εργοδότηση στο δημόσιο θα προτιμούσαν μια θέση με 15% χαμηλότερες απολαβές από τον εφιάλτη της ανεργίας.

Πολίτης, 27/6/2010

6 Ιουνίου 2010

Αβέβαιο μέλλον για τους νέους

Κάθε γενιά σημαδεύεται από τα βιώματα και τις εμπειρίες των εφηβικών και νεανικών της χρόνων. Η γενιά των σημερινών 20άρηδων της Κύπρου (περίπου όσων γεννήθηκαν μετά το 1980) είναι μοναδική από την άποψη ότι είναι η πρώτη γενιά Κυπρίων που ενηλικιώθηκε σε μια περίοδο ομαλότητας και πολιτικής σταθερότητας. Οι παλαιότερες γενιές έζησαν έντονα γεγονότα: την αγγλοκρατία και τον απελευθερωτικό αγώνα, τα ταραχώδη πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας, τον πόλεμο και τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν. Αντίθετα, οι σημερινοί νέοι ενηλικιώθηκαν τη δεκαετία του 1990, σε μια εποχή που η Κύπρος είχε ξαναβρεί τη χαμένη από τον καιρό της εισβολής αυτοπεποίθησή της και διάνυε μια περίοδο οικονομικής άνθησης. Οι γονείς και οι παππούδες των σημερινών νέων είχαν δουλέψει σκληρά για να πετύχουν αυτό το οικονομικό θαύμα και ότι κατάφεραν να αποκτήσουν το έδωσαν στα παιδιά τους, μη ξέροντας οι ίδιοι πώς να το ξοδέψουν. Πρόσφεραν στα παιδιά τους ένα επίπεδο ζωής που οι ίδιοι δεν μπορούσαν καν να ονειρευτούν.

Σήμερα όμως αυτοί οι νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δύσκολο και αβέβαιο μέλλον. Η λέξη "ύφεση" έχει προστεθεί εδώ και μερικούς μήνες στο λεξιλόγιό τους. Με την ανεργία να έχει φτάσει το 6.8%, οι προοπτικές στην αγορά εργασίας δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικές. Ο μεγαλύτερος εργοδότης της Κύπρου - το κράτος - αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και μιλά για πάγωμα των προσλήψεων για τα επόμενα τρία χρόνια. Ο ιδιωτικός τομέας είναι ακόμα στριμωγμένος λόγω της κρίσης και της περιορισμένης ρευστότητας. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερη δύσκολη σε τομείς όπως η εκπαίδευση. Χιλιάδες νέοι προσβλέπουν σε μια θέση στα δημόσια σχολεία σε μια περίοδο που οι ανάγκες για εκπαιδευτικούς μειώνονται λόγω της χαμηλής γεννητικότητας, της στροφής προς τα ιδιωτικά σχολεία και της επικείμενης επέκτασης του ορίου συνταξιοδότησης.

Αυτό το τελευταίο έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις των νέων οι οποίοι βλέπουν την προοπτική της εξασφάλισης μιας θέσης στο δημόσιο να απομακρύνεται. Έχουν δίκαιο να ανησυχούν, όμως θα πρέπει να σκεφτούν και λίγο πιο μακριά. Ας αναλογιστούν ότι το 2045, όταν θα θέλουν να βγουν στη σύνταξη, το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα είναι μείον. Αν δεν γίνουν σύντομα δραστικές αλλαγές, η δική τους συντάξιμη ηλικία δεν θα είναι ούτε 60 ούτε 63 ούτε 65 αλλά θα μιλάμε πλέον για κοντά στα 70. Θα αναγκαστούν να δουλέψουν περισσότερο για να καλύψουν τα ελλείμματα και τα χρέη που θα κληρονομήσουν από τη γενιά των γονιών τους. Οι γονείς τους είναι σήμερα επικεφαλής του κράτους, των συντεχνιών και των πολιτικών κομμάτων. Σε αυτούς πρέπει να στραφούν και να τους ζητήσουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Για το καλό των παιδιών τους.

Πολίτης, 6/6/2010

1 Νοεμβρίου 2009

Το "σωστό" επίπεδο μισθών

Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα διατυπώσει την άποψη ότι ο ρυθμός αύξησης των μισθών στο δημόσιο τομέα θα πρέπει να μειωθεί αισθητά ώστε να γεφυρωθεί σταδιακά το μισθολογικό χάσμα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Κάποιος αναγνώστης διερωτήθηκε γιατί να θεωρείται ως δεδομένο ότι οι μισθοί στο δημόσιο είναι υπερβολικά ψηλοί. Μήπως, ρωτά ο αναγνώστης, το σωστό επίπεδο μισθών είναι αυτό που προσφέρει ο δημόσιος τομέας και είναι ο ιδιωτικός τομέας που πρέπει να προσαρμοστεί;

Η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται από το τι αντιλαμβανόμαστε ως σωστό επίπεδο μισθών. Αν σωστό επίπεδο μισθών είναι αυτό που πιστεύουμε ότι μας αξίζει ή που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε μια σχετικά άνετη ζωή, τότε ασφαλώς οι ψηλότερες απολαβές του δημοσίου είναι πιο σωστές. Αν όμως σωστό επίπεδο μισθών είναι αυτό που αντικατοπτρίζει τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας, τότε ο ιδιωτικός τομέας αποτελεί καλύτερη ένδειξη. Οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση και δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο παρέκκλισης. Μόνο επιχειρήσεις που διαθέτουν σημαντική ισχύ αγοράς (όπως μονοπώλια) έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν ψηλότερους μισθούς. Το κράτος είναι μια ακραία τέτοια περίπτωση αφού έχει το μονοπώλιο εξουσίας και μπορεί να επιβάλλει τέλη και φορολογίες χωρίς κανένα περιορισμό από τις δυνάμεις της αγοράς.

Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν συνέπειες. Η γενναιοδωρία του κράτους αφαιρεί από την οικονομία πόρους οι οποίοι θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε άλλες, πιο παραγωγικές δραστηριότητες. Το πρόβλημα φαίνεται πολύ καθαρά αυτή την περίοδο. Η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, η ανεργία αυξάνεται συνεχώς, η κυβέρνηση κάνει περικοπές στην παιδεία, τον πολιτισμό, την έρευνα και τις υποδομές, όμως οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ανάμεσά τους και ο γράφων) θα εισπράξουν κανονικά τις αυξήσεις τους ως αν να μην συμβαίνει τίποτα.

Όμως ακόμα πιο ζημιογόνα είναι τα μηνύματα που στέλλουμε ως κοινωνία στους νέους μας. Όλοι μιλούν για την ανάγκη καλλιέργειας της δημιουργικότητας, της κριτικής σκέψης, της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας. Όμως έχουμε ένα σύστημα κινήτρων που σπρώχνει προς ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι νέοι βλέπουν τα δεδομένα στην αγορά εργασίας και αναγνωρίζουν τα πλεονεκτήματα που παρέχει ο δημόσιος τομέας. Επιλέγουν (πολλοί, όχι όλοι) σπουδές με κύριο κριτήριο την δυνατότητα εργοδότησης στο δημόσιο. Επενδύουν μερικά από τα καλύτερά τους χρόνια για να ενταχθούν σε μια λίστα αναμονής η οποία σε 5, 10, ή 20 χρόνια θα εξαργυρωθεί με ένα κυβερνητικό πόστο. Αυτό οραματίζεται η κοινωνία μας για τους νέους της;

Πολίτης, 1/11/2009

31 Αυγούστου 2003

Οι ξένοι εργάτες

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Εργασίας πέραν των 70 χιλιάδων αλλοδαπών ζουν και εργάζονται σήμερα στην Κύπρο, εκ των οποίων 30 χιλιάδες είναι παράνομοι. Οπωσδήποτε οι αριθμοί αυτοί δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητοι, για αυτό και το θέμα έχει καταστεί μόνιμη εστία αντιπαράθεσης μεταξύ εργοδοτών και συντεχνιών. Οι συντεχνίες θεωρούν ότι έχουμε φτάσει στο απροχώρητο και ζητούν περιορισμούς στην εισαγωγή νέων ξένων εργατών. Από την άλλη, η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων υποστηρίζει ότι μόλις 15 χιλιάδες από τους ξένους εργάτες απασχολούνται στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, αφού οι υπόλοιποι είναι οικιακές βοηθοί, καλλιτέχνιδες και υπάλληλοι υπεράκτιων εταιρειών. Θεωρεί δε ότι η οικονομία χρειάζεται επιπρόσθετο εργατικό δυναμικό και ζητά την άρση των περιορισμών που επιβάλλει η κυβέρνηση.

Είναι γεγονός ότι η οικονομία μας έχει σήμερα ανάγκη τους ξένους εργάτες. Η ανάγκη αυτή είναι σε κάποιο βαθμό φυικό αποτέλεσμα της ραγδαίας ανάπτυξης της οικονομίας. Για παράδειγμα, η αύξηση των εισοδημάτων των Κυπρίων αύξησε τη ζήτηση για οικιακές βοηθούς αλλά ταυτόχρονα μείωσε την προσφορά. Αυτή η ανισορροπία είναι φυσιολογικό να εμφανιστεί σε κάθε αναπτυσσόμενη οικονομία. Όμως, ο μονόπλευρος τρόπος ανάπτυξης της δικής μας οικονομίας επέφερε επιπρόσθετα προβλήματα στην αγορά εργασίας. Η οικονομική ανάπτυξη βασίστηκε κυρίως στην τουριστική βιομηχανία και σε συναφείς τομείς όπως η οικοδομική βιομηχανία. Αυτοί οι κλάδοι χρειάζονται μεγάλους αριθμούς ανειδίκευτων κυρίως εργατών που η τοπική αγορά αδυνατούσε να προσφέρει αφού η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου ωθούσε τους Κυπρίους προς άλλα επαγγέλματα.

Με τη σημερινή δομή της οικονομίας μας δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στηριχτούμε - βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον - στους ξένους για να καλύψουμε τις ανάγκες μας σε εργατικό δυναμικό. Μακροπρόθεσμα όμως θα πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσον θέλουμε να συνεχίσουμε να έχουμε μια οικονομία που να στηρίζεται στους ξένους εργάτες. Η τεχνητή συντήρηση με διάφορους τρόπους τομέων στους οποίους οι Κύπριοι δεν ενδιαφέρονται να εργαστούν (όπως ο τουρισμός, η γεωργία, η κτηνοτροφία, η μεταποίηση) διαιωνίζει το πρόβλημα στην αγορά εργασίας και ταυτόχρονα αποστερεί πόρους από άλλους τομείς, πιο προσοδοφόρους και με περισσότερες προοπτικές. Μιλάμε συχνά για την Κύπρο ως κέντρο εκπαίδευσης, παροχής ιατρικών υπηρεσιών ή υψηλής τεχνολογίας. Όμως ελάχιστα ουσιαστικά βήματα έχουμε κάνει για να δημιουργήσουμε το θεσμικό πλαίσιο και την υποδομή που χρειάζονται αυτοί οι τομείς για να αναπτυχθούν. Μέρος αυτού του θεσμικού πλαισίου είναι και η εργασιακή πολιτική. Καλά είναι να φέρνουμε στην Κύπρο ξένους εργάτες για να ασχοληθούν με το μάζεμα καρπουζιών. Ακόμα καλύτερα όμως θα είναι αν προσελκύσουμε επιστήμονες στους τομείς της πληροφορικής και της υψηλής τεχνολογίας, οι οποίοι σε συνεργασία με Κύπριους θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη νέων τομέων δραστηριότητας και θα δώσουν μια νέα ώθηση στην οικονομία.

Πολίτης, 31/8/2003

17 Μαρτίου 2002

Εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων

Είναι γνωστό ότι η δημόσια υπηρεσία πάσχει από χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας. Αυτό είναι μέχρι ενός σημείου αναπόφευκτο αφού όταν ένας οργανισμός τέτοιου μεγέθους λειτουργεί χωρίς την πίεση του ανταγωνισμού μοιραία θα επαναπαυθεί και θα καταστεί αναποτελεσματικός. Οι δημόσιες υπηρεσίες ανά το παγκόσμιο δεν διεκδικούν κατά κανόνα δάφνες παραγωγικότητας.

Το πρόβλημα με την Κυπριακή δημόσια υπηρεσία δεν είναι τόσο η χαμηλή παραγωγικότητα από μόνη της αλλά η χαμηλή παραγωγικότητα σε συνδυασμό με τους σαφώς καλύτερους όρους εργασίας που παρέχει σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα. Οι σχετικά ψηλές απολαβές, το βολικό ωράριο, τα γενναιόδωρα ωφελήματα και η εξασφαλισμένη διά βίου εργοδότηση καθιστούν τη δημόσια υπηρεσία πόλο έλξης των Κύπριων νέων, πολλοί εκ των οποίων ονειρεύονται την αποκατάσταση με μια δουλειά - οποιαδήποτε δουλειά - στη δημόσια υπηρεσία.

Σαν αποτέλεσμα έχουμε σήμερα μια δημόσια υπηρεσία στελεχωμένη από αξιόλογα άτομα που όμως υποαπασχολούνται. Εργάζονται σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν μπορούν να αποδώσουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους αφού δεν παρέχεται κανένα κίνητρο για πρωτοβουλία και δημιουργική εργασία. Από την άλλη, ο ιδιωτικός τομέας αντιμετωπίζει μια χρόνια έλλειψη ικανών στελεχών, κάτι που δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα στην ανάπτυξή του και κατ' επέκταση στην ανάπτυξη της οικονομίας γενικότερα. Έχουμε δηλαδή μια τεράστια σπατάλη σημαντικού μέρους του ανθρώπινου δυναμικού της οικονομίας μας που διοχετεύεται στον μη παραγωγικό δημόσιο τομέα.

Και η σπατάλη δεν σταματά εκεί. Το κυνήγι μιας θέσης στο δημόσιο είναι μια χρονοβόρα δραστηριότητα. Απαιτεί μια τεράστια επένδυση χρόνου και ενέργειας που θα μπορούσαν να διοχετευθούν πολύ πιο δημιουργικά αλλού. Στη διαδικασία αυτή εμπλέκεται συνήθως και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον των υποψηφίων και επιστρατεύονται κάθε λογής γνωριμίες και μέσα. Ως εκ τούτου οι προνομιακές θέσεις εργασίας στο δημόσιο συντηρούν το ρουσφέτι και αποτελούν σημαντικό εργαλείο στα χέρια διεφθαρμένων πολιτικών και κομματικών στελεχών.

Το χάσμα μεταξύ των όρων εργασίας στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα είναι κοινωνικά άδικο γιατί χωρίζει τους πολίτες σε δύο κατηγορίες: τους "τυχερούς" που καταφέρνουν να μπουν στη δημόσια υπηρεσία κατι τους "άτυχους" που μένουν έξω. Γιατί, διερωτούνται πολλοί, δεν λύνουμε το πρόβλημα αυξάνοντας τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα αντί να μειώσουμε τους μισθούς στο δημόσιο τομέα; Μια τέτοια λύση θα ήταν ιδανική, αν ήταν βέβαια εφικτή. Όμως ο ιδιωτικός τομέας αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό και δεν έχει περιθώρια αύξησης των δαπανών του αν θέλει να επιζήσει. ’λλωστε, αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, σίγουρο θα έπρεπε να είχε γίνει μέχρι τώρα αφού η ανισότητα υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.

Η μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα δεν είναι εύκολη απόφαση. Είναι όμως η μόνη ενδεδειγμένη λύση που θα συμβάλει ταυτόχρονα στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος, την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα, την αποκατάσταση της δικαιοσύνης στην αγορά εργασίας και την καταπολέμηση του ρουσφετιού.

Πολίτης, 17/3/2002