18 Ιουλίου 2010
Οι φορολογίες απειλούν την ανάκαμψη
27 Ιουνίου 2010
Κακή πολιτική το πάγωμα των προσλήψεων
Η παρούσα κυβέρνηση δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ομολογουμένως εντυπωσιακή η συχνότητα με την οποία ενημερωνόμαστε για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων: μείωση κατά 490 από την αρχή του έτους μέχρι τέλος Απριλίου, μείωση κατά 530 μέχρι τέλος Μαϊου. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κάτι τέτοιο παρατηρείται για πρώτη φορά στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν πράγματι διαθέτει στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό, είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα ήθελαν να τα δούν.
Το πρόβλημα με το πάγωμα των προσλήψεων είναι ότι αποτελεί προσωρινό μέτρο το οποίο δεν λύνει το διαρθρωτικό πρόβλημα της διόγκωσης του κρατικού μισθολογίου. Εξ όσων γνωρίζουμε καμιά θέση στο δημόσιο δεν έχει καταργηθεί και κανένα κυβερνητικό τμήμα δεν έχει κλείσει. Το πάγωμα των προσλήψεων απλώς μεταθέτει τις ανάγκες για μικρό χρονικό διάστημα και μόλις τα δημόσια ταμεία ανασάνουν γίνονται σωρηδόν νέες προσλήψεις και το πρόβλημα διαιωνίζεται. Αυτό τον κύκλο τον έχουμε διαγράψει αρκετές φορές. Η προεδρία Παπαδόπουλου είχε ξεκινήσει με πάγωμα προσλήψεων, και μόλις έξι χρόνια αργότερα βρισκόμαστε πάλι στο ίδιο σημείο.
Πέραν του ότι δεν προσφέρει μόνιμες λύσεις, το πάγωμα των προσλήψεων δημουργεί και επιπρόσθετα προβλήματα. Η δημόσια υπηρεσία έχει μεγάλη ανάγκη από εκσυγχρονισμό. Χρειάζεται νέους ανθρώπους με νέες ιδέες και σύγχρονες αντιλήψεις, ανθρώπους που να είναι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες. Το πάγωμα των προσλήψεων καθυστερεί την ανανέωση της δημόσιας υπηρεσίας και αδικεί τους νέους. Σε μια περίοδο που η ανεργία των νέων βρίσκεται στο 18%, το κράτος κλείνει μια σημαντική προοπτική εργοδότησης, κυρίως για τους πτυχιούχους νέους.
Το πρόβλημα της συνεχούς διόγκωσης του κρατικού μισθολογίου δεν μπορεί να λυθεί με προσωρινά μέτρα. Αν υπάρχει υπερβολικός αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, ας γίνουν οι απαραίτητες μελέτες και να καταργηθούν οι θέσεις που δεν χρειάζονται. Όμως υποψιάζομαι ότι τα περιθώρια κατάργησης θέσεων είναι μικρά. Οι μόνες μόνιμες λύσεις είναι η κατάργηση των αυτόματων αυξήσεων στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και η μείωση των κλιμάκων εισδοχής για τους νεοπροσληφθέντες. Είμαι βέβαιος ότι οι χιλιάδες νέοι που προσδοκούν σε εργοδότηση στο δημόσιο θα προτιμούσαν μια θέση με 15% χαμηλότερες απολαβές από τον εφιάλτη της ανεργίας.
Πολίτης, 27/6/2010
6 Ιουνίου 2010
Αβέβαιο μέλλον για τους νέους
1 Νοεμβρίου 2009
Το "σωστό" επίπεδο μισθών
31 Αυγούστου 2003
Οι ξένοι εργάτες
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Εργασίας πέραν των 70 χιλιάδων αλλοδαπών ζουν και εργάζονται σήμερα στην Κύπρο, εκ των οποίων 30 χιλιάδες είναι παράνομοι. Οπωσδήποτε οι αριθμοί αυτοί δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητοι, για αυτό και το θέμα έχει καταστεί μόνιμη εστία αντιπαράθεσης μεταξύ εργοδοτών και συντεχνιών. Οι συντεχνίες θεωρούν ότι έχουμε φτάσει στο απροχώρητο και ζητούν περιορισμούς στην εισαγωγή νέων ξένων εργατών. Από την άλλη, η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων υποστηρίζει ότι μόλις 15 χιλιάδες από τους ξένους εργάτες απασχολούνται στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, αφού οι υπόλοιποι είναι οικιακές βοηθοί, καλλιτέχνιδες και υπάλληλοι υπεράκτιων εταιρειών. Θεωρεί δε ότι η οικονομία χρειάζεται επιπρόσθετο εργατικό δυναμικό και ζητά την άρση των περιορισμών που επιβάλλει η κυβέρνηση.
Είναι γεγονός ότι η οικονομία μας έχει σήμερα ανάγκη τους ξένους εργάτες. Η ανάγκη αυτή είναι σε κάποιο βαθμό φυικό αποτέλεσμα της ραγδαίας ανάπτυξης της οικονομίας. Για παράδειγμα, η αύξηση των εισοδημάτων των Κυπρίων αύξησε τη ζήτηση για οικιακές βοηθούς αλλά ταυτόχρονα μείωσε την προσφορά. Αυτή η ανισορροπία είναι φυσιολογικό να εμφανιστεί σε κάθε αναπτυσσόμενη οικονομία. Όμως, ο μονόπλευρος τρόπος ανάπτυξης της δικής μας οικονομίας επέφερε επιπρόσθετα προβλήματα στην αγορά εργασίας. Η οικονομική ανάπτυξη βασίστηκε κυρίως στην τουριστική βιομηχανία και σε συναφείς τομείς όπως η οικοδομική βιομηχανία. Αυτοί οι κλάδοι χρειάζονται μεγάλους αριθμούς ανειδίκευτων κυρίως εργατών που η τοπική αγορά αδυνατούσε να προσφέρει αφού η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου ωθούσε τους Κυπρίους προς άλλα επαγγέλματα.
Με τη σημερινή δομή της οικονομίας μας δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στηριχτούμε - βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον - στους ξένους για να καλύψουμε τις ανάγκες μας σε εργατικό δυναμικό. Μακροπρόθεσμα όμως θα πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσον θέλουμε να συνεχίσουμε να έχουμε μια οικονομία που να στηρίζεται στους ξένους εργάτες. Η τεχνητή συντήρηση με διάφορους τρόπους τομέων στους οποίους οι Κύπριοι δεν ενδιαφέρονται να εργαστούν (όπως ο τουρισμός, η γεωργία, η κτηνοτροφία, η μεταποίηση) διαιωνίζει το πρόβλημα στην αγορά εργασίας και ταυτόχρονα αποστερεί πόρους από άλλους τομείς, πιο προσοδοφόρους και με περισσότερες προοπτικές. Μιλάμε συχνά για την Κύπρο ως κέντρο εκπαίδευσης, παροχής ιατρικών υπηρεσιών ή υψηλής τεχνολογίας. Όμως ελάχιστα ουσιαστικά βήματα έχουμε κάνει για να δημιουργήσουμε το θεσμικό πλαίσιο και την υποδομή που χρειάζονται αυτοί οι τομείς για να αναπτυχθούν. Μέρος αυτού του θεσμικού πλαισίου είναι και η εργασιακή πολιτική. Καλά είναι να φέρνουμε στην Κύπρο ξένους εργάτες για να ασχοληθούν με το μάζεμα καρπουζιών. Ακόμα καλύτερα όμως θα είναι αν προσελκύσουμε επιστήμονες στους τομείς της πληροφορικής και της υψηλής τεχνολογίας, οι οποίοι σε συνεργασία με Κύπριους θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη νέων τομέων δραστηριότητας και θα δώσουν μια νέα ώθηση στην οικονομία.
Πολίτης, 31/8/200317 Μαρτίου 2002
Εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων
Είναι γνωστό ότι η δημόσια υπηρεσία πάσχει από χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας. Αυτό είναι μέχρι ενός σημείου αναπόφευκτο αφού όταν ένας οργανισμός τέτοιου μεγέθους λειτουργεί χωρίς την πίεση του ανταγωνισμού μοιραία θα επαναπαυθεί και θα καταστεί αναποτελεσματικός. Οι δημόσιες υπηρεσίες ανά το παγκόσμιο δεν διεκδικούν κατά κανόνα δάφνες παραγωγικότητας.
Το πρόβλημα με την Κυπριακή δημόσια υπηρεσία δεν είναι τόσο η χαμηλή παραγωγικότητα από μόνη της αλλά η χαμηλή παραγωγικότητα σε συνδυασμό με τους σαφώς καλύτερους όρους εργασίας που παρέχει σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα. Οι σχετικά ψηλές απολαβές, το βολικό ωράριο, τα γενναιόδωρα ωφελήματα και η εξασφαλισμένη διά βίου εργοδότηση καθιστούν τη δημόσια υπηρεσία πόλο έλξης των Κύπριων νέων, πολλοί εκ των οποίων ονειρεύονται την αποκατάσταση με μια δουλειά - οποιαδήποτε δουλειά - στη δημόσια υπηρεσία.
Σαν αποτέλεσμα έχουμε σήμερα μια δημόσια υπηρεσία στελεχωμένη από αξιόλογα άτομα που όμως υποαπασχολούνται. Εργάζονται σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν μπορούν να αποδώσουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους αφού δεν παρέχεται κανένα κίνητρο για πρωτοβουλία και δημιουργική εργασία. Από την άλλη, ο ιδιωτικός τομέας αντιμετωπίζει μια χρόνια έλλειψη ικανών στελεχών, κάτι που δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα στην ανάπτυξή του και κατ' επέκταση στην ανάπτυξη της οικονομίας γενικότερα. Έχουμε δηλαδή μια τεράστια σπατάλη σημαντικού μέρους του ανθρώπινου δυναμικού της οικονομίας μας που διοχετεύεται στον μη παραγωγικό δημόσιο τομέα.
Και η σπατάλη δεν σταματά εκεί. Το κυνήγι μιας θέσης στο δημόσιο είναι μια χρονοβόρα δραστηριότητα. Απαιτεί μια τεράστια επένδυση χρόνου και ενέργειας που θα μπορούσαν να διοχετευθούν πολύ πιο δημιουργικά αλλού. Στη διαδικασία αυτή εμπλέκεται συνήθως και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον των υποψηφίων και επιστρατεύονται κάθε λογής γνωριμίες και μέσα. Ως εκ τούτου οι προνομιακές θέσεις εργασίας στο δημόσιο συντηρούν το ρουσφέτι και αποτελούν σημαντικό εργαλείο στα χέρια διεφθαρμένων πολιτικών και κομματικών στελεχών.
Το χάσμα μεταξύ των όρων εργασίας στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα είναι κοινωνικά άδικο γιατί χωρίζει τους πολίτες σε δύο κατηγορίες: τους "τυχερούς" που καταφέρνουν να μπουν στη δημόσια υπηρεσία κατι τους "άτυχους" που μένουν έξω. Γιατί, διερωτούνται πολλοί, δεν λύνουμε το πρόβλημα αυξάνοντας τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα αντί να μειώσουμε τους μισθούς στο δημόσιο τομέα; Μια τέτοια λύση θα ήταν ιδανική, αν ήταν βέβαια εφικτή. Όμως ο ιδιωτικός τομέας αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό και δεν έχει περιθώρια αύξησης των δαπανών του αν θέλει να επιζήσει. ’λλωστε, αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, σίγουρο θα έπρεπε να είχε γίνει μέχρι τώρα αφού η ανισότητα υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.
Η μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα δεν είναι εύκολη απόφαση. Είναι όμως η μόνη ενδεδειγμένη λύση που θα συμβάλει ταυτόχρονα στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος, την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα, την αποκατάσταση της δικαιοσύνης στην αγορά εργασίας και την καταπολέμηση του ρουσφετιού.
Πολίτης, 17/3/2002