Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρύθμιση αγορών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρύθμιση αγορών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Ιανουαρίου 2011

Η αυταπάτη των πλαφόν

Ο καθορισμός των τιμών από το κράτος είναι ίσως το κύριο χαρακτηριστικό κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών, όμως δεν περιορίζεται σε αυτές. Σε παλαιότερες εποχές η επιβολή περιορισμών στις τιμές αποτελούσε συνηθισμένη τακτική ακόμα και στις λεγόμενες ελεύθερες οικονομίες. Η πρακτική αυτή εγκαταλείφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες γιατί η εμπειρία ανέδειξε πολλά προβλήματα στην εφαρμογή της.

Οι οικονομίες έχουν εξελιχτεί και γίνει πολύ πιο σύνθετες. Καινούρια αγαθά εμφανίζονται συνεχώς σε διάφορες μορφές και ποιότητες. Τα παλαιότερα αγαθά είτε αναβαθμίζονται είτε εξαφανίζονται. Είναι ανθρωπίνως αδύνατο για ένα κράτος - οποιοδήποτε κράτος - να καθορίζει τιμές για όλα αυτά τα προϊόντα με ικανοποιητικό τρόπο. Το ρόλο αυτό τον διεκπεραιώνει πολύ καλύτερα ο μηχανισμός της αγοράς. Η αγορά βέβαια δεν λειτουργεί στην εντέλεια, όμως συνήθως λειτουργεί αρκετά ικανοποιητικά. Υπάρχουν ασφαλώς και περιπτώσεις που η αγορά δεν φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα και οι τιμές των αγαθών είναι ψηλότερες από όσο θα έπρεπε να είναι. Γιατί το κράτος να μην μπορεί να παρέμβει σε αυτές τις περιπτώσεις;

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που καθιστούν την κρατική παρέμβαση δύσκολη. Η πρώτη δυσκολία αφορά το ζήτημα του εντοπισμού των περιπτώσεων που οι τιμές είναι υπερβολικά ψηλές. Πώς διαπιστώνουμε ότι ισχύει κάτι τέτοιο; Δυστυχώς δεν υπάρχει εύκολος τρόπος. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι δυνατό να γίνει μια σύγκριση με τιμές των ίδιων αγαθών σε άλλες χώρες. Για παράδειγμα, έχει διαπιστωθεί ότι οι τιμές του γάλακτος και του ηλεκτρισμού στην Κύπρο είναι από τις ψηλότερες στην Ευρώπη. Όμως το ζήτημα δεν τελειώνει εκεί. Το επόμενο βήμα είναι να διαπιστωθεί πού οφείλεται αυτή η διαφορά και κατά πόσο μπορεί να αποδοθεί στις ιδιάζουσες συνθήκες της Κύπρου. Φταίει η γεωγραφική μας απομόνωση, το μικρό μέγεθος της αγοράς, οι καιρικές συνθήκες, το κανονιστικό πλαίσιο; Μόνο όταν εξεταστούν και αποκλειστούν όλα αυτά τα ενδεχόμενα μπορεί κάποιος να μιλήσει για υπερβολικά ψηλές τιμές που να αιτιολογούν κρατική παρέμβαση. Ακόμα και τότε, η επιτυχία της παρέμβασης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Οι επιχειρήσεις που διαθέτουν ισχύ αγοράς βρίσκουν τρόπους να αποφεύγουν τις ρυθμίσεις. Για παράδειγμα, εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι αν το κράτος θέσει πλαφόν στις τιμές του ψωμιού ή του γάλακτος, οι πωλητές θα βρουν τρόπο να αναπληρώσουν τα χαμένα κέρδη αυξάνοντας τις τιμές άλλων προϊόντων.

Είναι για όλους αυτούς τους λόγους που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκαταλείψει τη λογική της ρύθμισης των τιμών και προσπαθεί να χτυπήσει το πρόβλημα στη ρίζα του δίνοντας έμφαση στην ενίσχυση του ανταγωνισμού και την απελευθέρωση των αγορών και προωθώντας την κατάργηση των κρατικών ενισχύσεων, των μονοπωλίων και των περιορισμών στη δραστηριοποίηση νέων επιχειρήσεων. Αυτά είναι τα ζητήματα που πρέπει να κοιτάξουμε κι εμείς αντί να σπαταλούμε χρόνο και χρήμα σχεδιάζοντας ανώφελους και δυσεφάρμοστους περιορισμούς στις τιμές.

Πολίτης, 16/1/2011

21 Μαρτίου 2010

Πλαφόν στη λογική

>
Θα περίμενε κανείς ότι το φιάσκο με την επιβολή πλαφόν στην τιμή των καυσίμων θα οδηγούσε το Υπουργείο Εμπορίου σε μια πιο προσεκτική προσέγγιση στο θέμα της ρύθμισης τιμών. Κι όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το Υπουργείο - συνεπικουρούμενο από την Επιτροπή Εμπορίου της Βουλής και τους σύνδεσμους καταναλωτών - επιδιώκει να αποκτήσει διερευμένες εξουσίες επιβολής ανώτατων χονδρικών τιμών σε βασικά καταναλωτικά αγαθά. Σε ένα ακόμα θέμα (μετά τη Eurocypria και τη Cyta) προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να παρακάμψουμε το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Προφανώς εμείς ξέρουμε καλύτερα.

Το Ευρωπαϊκό κεκτημένο δεν επιτρέπει την παρέμβαση του κράτους στις αγορές για σκοπούς ρύθμισης τιμών εκτός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου αποδεδειγμένα δεν υπάρχουν συνθήκες ανταγωνισμού (π.χ. στις τηλεπικοινωνίες). Αυτή η πολιτική δεν εφαρμόστηκε για να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να εκμεταλλεύονται τους καταναλωτές αλλά γιατί η εμπειρία πολλών δεκαετιών έδειξε ότι η πολιτική της ρύθμισης των τιμών από το κράτος είναι αναποτελεσματική και δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Οι κρατικές υπηρεσίες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τα δεδομένα της αγοράς και φυσιολογικά υποπίπτουν σε λάθη, καθορίζοντας τιμές που είναι είτε υπερβολικά ψηλές είτε υπερβολικά χαμηλές. Οι υπερβολικά χαμηλές τιμές οδηγούν σε μείωση της ποιότητας των προσφερομένων αγαθών και υπηρεσιών ή/και δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή διάθεσή τους στην αγορά. Οι υπερβολικά ψηλές τιμές αφαιρούν κάθε πίεση από τις εταιρείες να ανταγωνιστούν αφού έχουν πλέον τη σφραγίδα νομιμοποίησης των κρατικών υπηρεσιών.

Στο Υπουργείο Εμπορίου φαίνεται ότι νοσταλγούν τις παλιές εποχές που καθόριζαν τις τιμές στη βάση του συστήματος PNBS. Όμως το PNBS είναι πίσω από πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η αγορά. Το σύστημα εγγυόταν στις εταιρείες ποσοστό απόδοσης 12%, ένα εξωφρενικό ποσοστό για μια αγορά με μηδαμινό επιχειρηματικό ρίσκο. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών εθίστηκαν στο εύκολο και σίγουρο κέρδος και ουδέποτε ανέπυξαν κουλτούρα ανταγωνισμού. Η λογική του εγγυημένου ποσοστού απόδοσης τις οδήγησε να φορτωθούν μεγάλα λειτουργικά κόστη τα οποία μεταφέρονταν με κρατική ρύθμιση στους ώμους του καταναλωτή. Τα πρατήρια πολυτελείας σε κεντρικές λεωφόρους είναι κατάλοιπα αυτής της λανθασμένης πολιτικής, την οποία πληρώνουμε μέχρι σήμερα.

Αν το Υπουργείο Εμπορίου θέλει να μειωθούν οι τιμές των καυσίμων, ας ενθαρρύνει την είσοδο νέων ανταγωνιστών στην αγορά. Σε πολλές χώρες πωλούνται καύσιμα στις υπεραγορές, σε τιμές αρκετά χαμηλότερες από τα πρατήρια. Μπορεί να τροχιοδρομηθεί η δημιουργία νέων, μικρών πρατηρίων στα περίχωρα των πόλεων τα οποία θα έχουν χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και θα μπορούν να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές. Η πίεση του ανταγωνισμού προσφέρει τις καλύτερες προοπτικές μείωσης των τιμών που βρίσκονται σε ψηλότερα του κανονικού επίπεδα.

Πολίτης, 21/3/2010

10 Φεβρουαρίου 2009

Μετά την κρίση: προς μια καλύτερη διαχείριση της οικονομίας της αγοράς

Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Η κρίση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι η χειρότερη που έχει αντιμετωπίσει ο πλανήτης από τη δεκαετία του 1930. Οι επιπτώσεις της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ΗΠΑ το 1929-30 ηχούν απίστευτες σε μας σήμερα. Στο χειρότερο σημείο της κρίσης το 1933 (τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξή της) η βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ είχε συρρικνωθεί κατά 46% και το ΑΕΠ κατά 30% σε σχέση με τα επίπεδα του 1929. Η ανεργία είχε ξεπεράσει το 25% και 11.000 από τις 25.000 τράπεζες της χώρας είχαν πτωχεύσει. Χρειάστηκε η πάροδος πέραν των δέκα ετών - και η συνδρομή της κινητοποίησης στα πλαίσια του Β' παγκοσμίου πολέμου - για να επιστρέψει η Αμερικανική οικονομία στα επίπεδα του 1929. Το πόσο οδυνηρή ήταν αυτή η κρίση γίνεται αντιληπτό όταν αναλογιστούμε ότι το πλήγμα στην Κυπριακή οικονομία (στο ΑΕΠ) από την Τουρκική εισβολή είχε αποκατασταθεί μέσα σε δύο χρόνια!

Το ενδεχόμενο να έχουμε επανάληψη αυτού του εφιαλτικού σεναρίου είναι απομακρυσμένο. Ο κύριος λόγος είναι ότι σήμερα είμαστε σοφότεροι: το πάθημα του 1930 έγινε μάθημα το 2008. Παρόλον ότι ο ακριβής συσχετισμός των διαφόρων αιτίων της κρίσης αποτελούν ακόμα αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στους ειδικούς, είναι γενικώς παραδεκτό ότι οι λανθασμένες πολιτικές (ή απουσία πολιτικών) των Αμερικανικών αρχών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μετατροπή μιας συνηθισμένης ύφεσης σε μια κρίση τρομακτικού βάθους και διάρκειας. Ιδιαίτερα καταστροφική θεωρείται η απόφαση των νομισματικών αρχών να αφήσουν χιλιάδες τράπεζες να κλείσουν και να επιτρέψουν τη συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος κατά το ένα τρίτο. Σήμερα υπάρχει σχεδόν πλήρης ομοφωνία ανάμεσα στους οικονομολόγους ότι σε περιπτώσεις τραπεζικών πανικών οι αρχές πρέπει να παρεμβαίνουν γρήγορα και αποφασιστικά για να στηρίξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία του. Αυτό ακριβώς έγινε στην τρέχουσα κρίση και - παρότι ο κίνδυνος δεν έχει ακόμα περάσει ολοκληρωτικά - φαίνεται ότι τα χειρότερα έχουν αποτραπεί και οδεύουμε προς μια σταθεροποίηση του συστήματος.

Αυτό που προκαλεί προβληματισμό είναι το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς μπορούν να αποτραπούν τέτοιες κρίσεις στο μέλλον. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην κρίση έχει αναλυθεί διεξοδικά: φτηνό χρήμα, αλόγιστος δανεισμός, τοξικά προϊόντα, ευφορία και υπεραισιοδοξία, συγκρουόμενα συμφέροντα, χαλαρή εποπτεία. Το τελευταίο είναι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία αφού όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν υπήρχε αποτελεσματική εποπτεία. Οι Αμερικανικές εποπτικές αρχές απέτυχαν για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, έδειξαν υπερβολική πίστη στη δυνατότητα αυτορύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα χρηματοπιστωτικών κρίσεων, όμως ο Άλαν Γκρίνσπαν φαίνεται να θεωρούσε ότι οι σύγχρονες αγορές είναι αρκετά ώριμες ώστε να αποφύγουν τις παγίδες. Ήταν ένας περιφανής θρίαμβος της ιδεολογίας επί της εμπειρικής γνώσης. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο χρηματοοικονομικός τομέας δημιούργησε περίπλοκα χρηματοδοτικά προϊόντα που διέσπειραν τον κίνδυνο με τρόπο που ήταν δύσκολο για τις εποπτικές αρχές να παρακολουθήσουν. Εκ των υστέρων βέβαια έχει διαφανεί ότι ακόμα και αυτοί που δημιουργούσαν αυτά τα προϊόντα δεν καταλάβαιναν καλά-καλά τι πουλούσαν.

Το κύριο λοιπόν δίδαγμα από την κρίση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια υπενθύμιση (για όσους το είχαν ξεχάσει) ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι επιρρεπής σε φούσκες και κρίσεις αξιοπιστίας και για αυτό πρέπει να εποπτεύεται αυστηρά για να αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται ανεξάρτητες εποπτικές αρχές, στελεχωμένες με ικανούς τεχνοκράτες, άριστους γνώστες της οικονομίας. Η εμπειρία δύο μικρών νησιωτικών κρατών, της Ισλανδίας και της Κύπρου, καταδεικνύουν τη σημασία της ύπαρξης τέτοιων ανεξάρτητων αρχών. Η Ισλανδία ουσιαστικά χρεωκόπησε λόγω της κρίσης και τεράστια ευθύνη για αυτό φέρει η Κεντρική Τράπεζα της χώρας, η οποία επέτρεψε στο τραπεζικό τομέα να αναπτυχθεί πέρα από τις δυνατότητες της χώρας. Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ισλανδίας είναι πολιτικό πρόσωπο, πρώην πρωθυπουργός. Αντίθετα η Κύπρος ευτύχησε να έχει μια σοβαρή Κεντρική Τράπεζα με διοικητή ένα εγνωσμένου κύρους οικονομολόγο. Η Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα αντιστάθηκε στις πολιτικές πιέσεις για την πώληση μέρους των αποθεμάτων χρυσού και επέβαλε μη δημοφιλείς περιορισμούς στη δραστηριότητα των τραπεζών, κάτι που επέτρεψε στην Κύπρο να διέλθει την κρίση χωρίς μεγάλα προβλήματα.

Αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι η διαχείριση της κρίσης - και γενικά της οικονομίας - να μη γίνεται στη βάση ιδεολογημάτων αλλά στη βάση ορθολογικής ανάλυσης. Οι πολιτικές πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα αποτελέσματά τους και όχι την ιδεολογική τους ταυτότητα. Έχουν γραφτεί δεκάδες κείμενα τον τελευταίο καιρό που κατακεραυνώνουν την οικονομία της αγοράς και καλούν σε αντιστροφή των "νεοφιλελεύθερων" πολιτικών. Όμως όταν ο ασθενής πονάει στο γόνατο δεν του κάνουμε μεταμόσχευση καρδίας. Οι πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου, της κατάργησης των κρατικών μονοπωλίων και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων έχουν επιφέρει τεράστια οφέλη στην παρκόσμια οικονομία. Πολλά εκατομμύρια άνθρωποι ξέφυγαν από τη φτώχεια τις τελευταίες δεκαετίες όταν οι χώρες τους αποφάσισαν να ενταχθούν στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Σαφώς και το σύστημα δεν είναι τέλειο. Όμως, αυτό που είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ για τη δημοκρατία ισχύει και για τον καπιταλισμό: είναι το χειρότερο σύστημα, αν εξαιρέσουμε όλα τα άλλα που έχουν κατά καιρούς δοκιμαστεί.

Ρεύμα, Τεύχος 2, Φεβρουάριος 2009

28 Μαρτίου 2005

Ο μπακάλης της γειτονιάς μου

Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα μπακάλη - κυρ-Λάμπρο ας τον πούμε. Μπακάληδες όπως τον κυρ-Λάμπρο είναι είδος προς εξαφάνιση. Διεθύνει ένα μικρό συνοικιακό μπακάλικο και βγάζει τα προς το ζειν εξυπηρετώντας μερικές δεκάδες πελάτες που μένουν στα γύρω σπίτια και πολυκατοικίες. Κληρονόμησε το μπακάλικο από τον πατέρα του ο κυρ-Λάμπρος, αλλά είναι βέβαιο πως αυτός δεν θα το κληροδοτήσει στα παιδιά του. Θα το δουλέψει μέχρι να πάρει τη σύνταξή του και μετά το μπακάλικο θα κλείσει. Την εποχή μας, την εποχή των μεγάλων υπεραγορών και των πολυκαταστημάτων, τα συνοικιακά μπακάλικα δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

Μέχρι τότε όμως ο κυρ-Λάμπρος θα συνεχίζει να κάνει το μόνο πράγμα που ξέρει να κάνει. Όπως κάθε μέρα εδώ και δεκαετίες, θα πηγαίνει κάθε πρωί στο παντοπωλείο για να προμηθευτεί τα φρούτα και ζαρζαβατικά για τις ανάγκες της ημέρας. Θα ανοίγει το μπακάλικο από τα χαράματα και θα κάθεται εκεί μέχρι το βράδυ, με κάποιο διάλειμμα το μεσημέρι για φαγητό. Κατά τη διάρκεια της ημέρας 2-3 φορές θα σκύψει το κεφάλι στον πάγκο του για να κλέψει μερικά λεπτά ύπνου. Θα παραδίδει κατ' οίκον τα ψώνια και τους κυλίνδρους του υγραερίου στις ηλικιωμένες κυρίες της γειτονιάς.

Χρυσός άνθρωπος ο κυρ-Λάμπρος, θα σκέφτεστε σίγουρα. Και είναι. Όμως λυπούμαι να πώ ότι ο κυρ-Λάμπρος είναι ένας παράνομος. Μάλιστα, ένας κοινός εγκληματίας. Όχι, δεν σκότωσε κανένα, μήτε έκανε καμία διάρρηξη. Παρέβηκε όμως ο κυρ-Λάμπρος τους νόμους αυτής της πολιτείας. Και δεν το έπραξε από άγνοια ή από παρόρμηση. Το έπραξε συνειδητά, συστηματικά και προμελετημένα. Και κατά πάσα πιθανότητα συνεχίζει να το κάνει επί καθημερινής βάσεως μέχρι σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές.

Θα διερωτάστε: τί είδους παρανομία μπορεί να διαπράττει ένας τέτοιος καλόκαρδος και καλοκάγαθος άνθρωπος; Θα σας το πώ, αλλά ας μείνει μεταξύ μας. Να μην τον μπλέξουμε κιόλας τον άνθρωπο. Σας πληροφορώ λοιπόν ότι ο κυρ-Λάμπρος δεν κλείνει το μπακάλικο στις 6:00 το απόγευμα όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Μένει ανοιχτός κάθε βράδυ - εκτός Τετάρτης - μέχρι τις 8:00 ή και 8:30! Οποίον ατόπημαν! Γιατί άραγε να κάνει κάτι τέτοιο ο κυρ-Λάμπρος; Ποιες είναι οι δόλιες επιδιώξεις του; Μήπως προσπαθεί να κλείσει τον μπακάλη της πέρα γειτονιάς; Μήπως προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους πελάτες του πετυχαίνοντάς τους την ώρα που είναι κουρασμένοι και ευάλωτοι και πουλώντας τους προϊόντα σε τιμές ψηλότερες από το κανονικό;

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έχει περάσει από το μυαλό αυτού του ανθρώπου. Ο κυρ-Λάμπρος είναι ένας βιοπαλαιστής που δεν θέλει να πλήξει κανένα αλλά ούτε ζητά προστασία από κανένα. Θέλει μόνο να έχει το δικαίωμα να επιλέγει τα προϊόντα που θα πουλά και τις ώρες που θα τα πουλά ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους πελάτες του. Για να μπορέσει να κρατήσει αυτό το μπακάλικο ακόμα μερικά χρόνια μέχρι να βγει στη σύνταξη.

* Αφιερωμένο στο Υπουργείο Εργασίας, το Σύνδεσμο Καταναλωτών και όποιους άλλους προσπαθούν να μας προστατέψουν από τον κάθε κυρ-Λάμπρο.

Πολίτης, 27/3/2005

6 Μαρτίου 2005

Ξέχασαν τους καταναλωτές

Υποτίθεται ότι ο ρόλος του κράτους είναι να διασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία των αγορών με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Στην πράξη όμως πολλές - αν όχι οι περισσότερες - κρατικές παρεμβάσεις στις αγορές γίνονται προς όφελος όχι του συνόλου των καταναλωτών αλλά μεμονομένων επαγγελματικών ομάδων, είτε αυτές είναι βιομήχανοι, εμπορευόμενοι, αγρότες, ή άλλοι. Οι παρεμβάσεις αυτές αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση πελατειακών σχέσεων και αποβαίνουν εις βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών.

Το πάρε-δώσε που παρακολουθούμε αυτές τις μέρες σχετικά με τα ωράρια των καταστημάτων είναι ένα από τα πιο παραστατικά παραδείγματα αυτού του φαινομένου. Τα τελυταία χρόνια το λιανικό εμπόριο στην Κύπρο είχε μια εντυπωσιακή ανάπτυξη. Κτίστηκαν μεγάλες υπεραγορές, ξεφύτρωσαν οι φρουταρίες, αναβαθμίστηκαν και επεκτάθηκαν τα περίπτερα και τα αρτοποιεία. Ορισμένοι αποκάλεσαν αυτό το φαινόμενο αταξία και ασυδοσία. Εγώ το αποκαλώ ομορφιά της αγοράς. Δεν υπάρχει καλύτερο θέαμα για τον καταναλωτή από το να βλέπει τις επιχειρήσεις να σκοτώνονται να τον εξυπηρετήσουν. Ο καταναλωτής είναι χωρίς αμφιβολία ο μεγάλος κερδισμένος από αυτό τον ανταγωνισμό. Και καταναλωτές είμαστε όλοι μας.

Όμως οι επιχειρήσεις δεν θέλουν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Γι αυτό και προσέτρεξαν στην κυβέρνηση ζητώντας προστασία. Οι καταστηματάρχες ζήτησαν προστασία από τις υπεραγορές και τις φρουταρίες, οι υπεραγορές από τα περίπτερα και τα αρτοποιεία, τα περίπτερα και τα αρτοποιεία από τις υπεραγορές, και πάει λέγοντας. Το Υπουργείο Εργασίας είχε την ατυχία να αναλάβει το δύσκολο έργο της εξεύρεσης μαγικής φόρμουλας. (Αλήθεια, αυτό κι αν είναι αναχρονισμός: από που ως που το Υπουργείο Εργασίας να ρυθμίζει το εμπόριο;) Παρόλο που δεν ήμουν αισιόδοξος, ομολογώ ότι ποτέ δεν περίμενα ένα τόσο αναχρονιστικό νομοσχέδιο όσο αυτό στο οποίο κατέληξε το Υπουργείο. Ένα νομοσχέδιο που αντί να μας φέρει επιτέλους στον 21ο αιώνα μας παίρνει πίσω μερικές δεκαετίες. Όλα τα ζύγισαν οι υπεύθυνοι του Υπουργείου Εργασίας, όλα τα συμφέροντα τα έλαβαν υπόψιν, όλα εκτός από τα μόνα που έπρεπε να μετρήσουν: τα συμφέροντα του καταναλωτή. Κι αντί να αφήσουν το παζάρι να δουλέψει, το στραγγαλίζουν στην προσπάθειά τους να βολέψουν τα συμφέροντα των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων, κυρίως των υπεραγορών.

Βέβαια κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν παραδέχεται ότι ζητά προστασία. Όλοι υποστηρίζουν ότι θέλουν το καλό του καταναλωτή. Ακόμα και ο Σύνδεσμος Καταναλωτών τάχθηκε υπέρ του περιορισμού των προϊόντων που πωλούν τα περίπτερα. Γιατί; Για να να προστατέψει λέει τους καταναλωτές από τις ψηλές τιμές των περιπτέρων. Οι μεν θέλουν να μας προστατέψουν από τους δε, το υπουργείο θέλει να μας προστατέψει από την "ασυδοσία της αγοράς" και ο Σύνδεσμος Καταναλωτών θέλει να μας προστατέψει από τους εαυτούς μας.

Τελικά, για να παραφράσω τον Καζαντζάκη, εμάς τους καταναλωτές ποιος θα μας προστατέψει από όλους αυτούς τους προστάτες;

Πολίτης, 6/3/2005

19 Δεκεμβρίου 2004

Μια απλή συνταγή για τα φάρμακα

Για πολλά χρόνια το κράτος εφάρμοζε ένα σύστημα τιμολόγησης φαρμάκων το οποίο μεταφραζόταν σε ψηλές τιμές για τους ασθενείς και εξασφαλισμένα κέρδη για τους φαρμακέμπορους και φαρμακοποιούς.

Το πρόβλημα ήταν γνωστό, για χρόνια όμως κανείς δεν έκανε τίποτε. Μια πρώτη κίνηση - αποσπασματική έστω - έγινε από τον τέως υπουργό υγείας Φρίξο Σαββίδη ο οποίος λίγες μέρες πριν εγκαταλείψει το υπουργείο μείωσε το ποσοστό κέρδους των φαρμακεμπόρων. Η παρούσα κυβέρνηση ανάλαβε μια πιο οργανωμένη προσπάθεια η οποία κατέληξε στην πρόσφατη ανακοίνωση για μείωση των τιμών σημαντικού αριθμού φαρμάκων.

Οι προθέσεις της κυβέρνησης είναι σωστές και θα πρέπει να της πιστωθεί η διάθεση που επιδεικνύει να διορθώσει το πρόβλημα. Οι μειώσεις στις τιμές είναι σίγουρα μια βελτίωση. Είναι όμως λύση πρόσκαιρη και ημιτελής. Δεν αποτολμήθηκαν οι ριζικές αλλαγές που θα απελευθέρωναν την αγορά και θα διασφάλιζαν τη προμήθεια φαρμάκων σε λογικές τιμές σε μόνιμη βάση. Οι αλλαγές που χρειάζονται είναι πολύ απλές:

  1. Αρση των όποιων περιορισμών στην εισαγωγή φαρμακευτικών προϊόντων. Αυτό θα αποτελέσει κίνητρο για νέους εμπόρους να εισαγάγουν φθηνότερα φάρμακα και να ανταγωνιστούν τους υφιστάμενους εισαγωγείς (όπως έγινε για παράδειγμα με τα αναψυκτικά).
  2. Αρση των περιορισμών στην εμπορία φαρμάκων. Προϊόντα που δεν χρειάζονται ιατρική συνταγή να μπορούν να πωλούνται σε περίπτερα, υπεραγορές και αλλού. Η διεύρυνση του συστήματος διανομής θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και ταυτόχρονα θα δώσει περισσότερες επιλογές στον καταναλωτή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποχρεώνεται ένας γονιός να γυρίζει τους δρόμους νυχτιάτικα για να βρει διανυκτερεύον φαρμακείο για να αγοράσει ένα σιρόπι του βήχα για το παιδί του.
Οι επιλογές είναι μπροστά μας. Θέληση και πολιτική βούληση χρειάζεται.

Πολίτης, 19/12/2004

14 Δεκεμβρίου 2003

Τα οικονομικά της πορνείας

Η πρόσφατη έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως έβαψε με μελανά χρώματα την εικόνα της πορνείας στην Κύπρο, ιδιαίτερα όσον αφορά τον τρόπο μεταχείρισης των ξένων γυναικών. Το θέμα καλύφτηκε ευρέως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με εκτεταμένα ρεπορτάζ και τις συνήθεις φωτογραφίες και φιλμάκια με τις ημίγυμνες χορεύτριες. Έγιναν οι γνωστές διακηρύξεις για πάταξη της παρανομίας και έχουν ήδη αρχίσει οι σχετικές συσκέψεις.

Αυτό που λείπει από τη συζήτηση είναι ο ρεαλισμός και οι πρακτικές εισηγήσεις. Ειδικότερα, ελάχιστοι είχαν την τόλμη να προτείνουν την μόνη αποτελεσματική και ορθολογική λύση στο πρόβλημα: την αποποινικοποίηση της πορνείας. Μια λύση που έχει υιοθετηθεί από τις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, αλλά στην Κύπρο ούτε καν συζητείται. Άσχετα αν, όπως επισημαίνει η Επίτροπος Διοικήσεως, η Κύπρος επιδεικνύει ιδιαίτερα ψηλές επιδόσεις στην πορνεία. Προτιμούμε προφανώς να αποκαλούμε τις νεαρές γυναίκες "καλλιτέχνιδες" και να προσποιούμαστε ότι όλα είναι ρόδινα.

Κάποτε θα πρέπει να δούμε την πραγματικότητα κατάματα. Λέγεται ότι η πορνεία είναι το αρχαιότερο επάγγελμα, κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν άντρες διατεθειμένοι να πληρώσουν για σεξουαλικές υπηρεσίες. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν γυναίκες διατεθειμένες να προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες γιατί δεν έχουν καλύτερη επιλογή. Είναι ουτοπία να νομίζει κανείς ότι μπορεί να εξαλείψει αυτό το φαινόμενο. Η ποινικοποίηση της πορνείας επιτυγχάνει μόνο την ένταξή της στην παραοικονομία, εκεί όπου η εξουσία δεν ασκείται από το κράτος αλλά από τον υπόκοσμο.

Η αποποινικοποίηση της πορνείας θα την καταστήσει μέρος της κύριας οικονομίας του τόπου και θα επιτρέψει στο κράτος να ασκήσει πιο αποτελεσματικό έλεγχο στις δραστηριότητες αυτής της βιομηχανίας. Τα καμπαρέ και άλλα παρόμοια υποστατικά θα λειτουργούν με βάση ένα πρακτικό και εφαρμόσιμο νομικό πλαίσιο και θα πληρώνουν φόρους (αυτό θα πρέπει να ενδιαφέρει το Υπουργείο Οικονομικών). Το οργανωμένο έγκλημα που σχετίζεται με την πορνεία θα εξαλειφθεί. Οι ξένες γυναίκες που έρχονται στην Κύπρο θα εργοδοτούνται νόμιμα και θα έχουν δικαιώματα τα οποία θα αποτρέψουν τα φαινόμενα καταπίεσης που παρατηρούνται σήμερα. Ταυτόχρονα, το κράτος θα είναι σε θέση να ασκεί υγειονομικούς ελέγχους που θα περιορίσουν την πιθανότητα εξάπλωσης σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών.

Θα ήταν ευχής έργον αν καμία γυναίκα δεν ένοιωθε την ανάγκη να καταφύγει στην πορνεία για να εξασφαλίσει τα προς το ζειν. Και είναι κατανοητό μια κοινωνία να θέλει να περιορίσει και να εξαλείψει δραστηριότητες τις οποίες θεωρεί επικίνδυνες ή ηθικά απαράδεκτες. Όμως η πραγματικότητα είναι σκληρή. Η πορνεία υπάρχει και η πείρα δείχνει ότι η απαγόρευση φέρνει συνήθως τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τυχόν αποποινικοποίηση της πορνείας δεν θα συνιστά ούτε επικρότηση, ούτε ενθάρρυνσή της. Θα συνιστά απλώς αναγνώριση της πραγματικότητας ότι η δραστηριότητα αυτή υπάρχει και ότι μπορεί καλύτερα να ελεγχθεί στα πλαίσια της έννομης οικονομίας.

Πολίτης, 14/12/2003

31 Αυγούστου 2003

H "κατοχύρωση" των επαγγελμάτων

κατοχύρωση η εξασφάλιση (από κίνδυνο, αμφισβήτηση κ.λπ); η λήψη μέτρων για την προστασία (προσώπου/πράγματος): η ~ των κεκτημένων των εργαζομένων

(Λεξικό Μπαμπινιώτη)

Οι οδηγοί φορτηγών ζητούν την κατοχύρωση του επαγγέλματός τους. Ενδιαφέρουσα λέξη η κατοχύρωση. Τόσα χρόνια την ακούω και, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς τι σημαίνει. Η χρήση στον πολιτικό λόγο ορολογίας που δεν χρησιμοποιείται ευρέως στην καθομιλουμένη είναι σύνηθες φαινόμενο στην κοινωνία μας και γίνεται συνήθως για λόγους εντυπωσιασμού. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί σύγχυση σε μεγάλη μερίδα πολιτών που δεν έχουν το χρόνο και τη διάθεση να ανατρέχουν στον Μπαμπινιώτη για να αποκρυπτογραφήσουν αυτό που είπε ο Α ή Β πολιτικός. Πιθανόν ακόμα η χρήση εξειδικευμένης ορολογίας να γίνεται ευφημιστικά για να αποφευχθούν αντιδράσεις που πιθανόν να προέκυπταν από τη χρήση ενός πιο εκλαϊκευμένου όρου, η έννοια του οποίου θα γινόταν αντιληπτή από όλους.

Κατοχύρωση ουσιαστικά σημαίνει προστασία. Οι μεταφορείς (όπως και πολλοί άλλοι επαγγελματίες) απαιτούν από την πολιτεία να τους προστατεύσει από τον ανταγωνισμό. Ζητούν από το κράτος να καθορίσει τέλος δέκα χιλιάδων λιρών (!) για την έκδοση καινούριων αδειών Α. Ζητούν ακόμα αυστηρότερα κριτήρια για την έκδοση αδειών Β, καθώς και τον καθορισμό κομίστρου για να περιοριστεί ο ανταγωνισμός. Και όλα αυτά πέραν των άμεσων μέτρων στήριξης που απαιτούν. Είναι φανερό ότι τυχόν υιοθέτηση τέτοιων μέτρων συνεπάγεται τεράστιο κόστος το οποίο στο τέλος θα πληρώσουν όπως πάντα οι καταναλωτές.

Όμως δεν φταίνε μόνο οι μεταφορείς με τα εξωφρενικά τους αιτήματα. Οι άνθρωποι μπήκαν σε αυτό το επάγγελμα με βάση κάποια δεδομένα. Δικαίως διαμαρτύρονται τώρα που η πολιτεία χωρίς καμία προειδοποίηση αλλάζει τα δεδομένα και ουσιαστικά τους βγάζει από το επάγγελμα. Όμως το πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε σήμερα. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε πριν πολλά χρόνια όταν αυτό το κράτος αποφάσισε - με το πρόσχημα της διασφάλισης της ποιότητας και της οδικής ασφάλειας - ότι θα έπρεπε κάποιος να έχει ειδική άδεια για να δραστηριοποιηθεί στον τομέα των μεταφορών. Μια απλή ματιά στα πεπαλαιωμένα οχήματα των απεργών είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς πόσο πετυχημένη ήταν αυτή η πολιτική. Το μόνο που πέτυχε ήταν να περιορίσει την ελεύθερη είσοδο στην αγορά και να καταστήσει τις άδειας περουσιακό στοιχείο το οποίο μπορούσε κανείς να εμπορεύεται. Παρόμοιες καταστάσεις επικρατούν και σε άλλους τομείς, όπως είναι τα ταξί. Υποκύπτοντας στις πιέσεις των ταξιτζήδων το κράτος περιόρισε τον αριθμό αδειών ταξί με αποτέλεσμα αυτές να πωλούνται σήμερα πρός είκοσι και τριάντα χιλιάδες λίρες η κάθε μια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι σύνδεσμοι των οδηγών ταξί υποστηρίζουν ένθερμα τον αγώνα των μεταφορέων.

Η απεργία των μεταφορέων αποτελεί πρόκληση για την κυβέρνηση. Ταυτόχρονα όμως της δίνει την ευκαιρία να καταστήσει σαφές ότι τα επαγγέλματα είναι ανοιχτά για όλους και η είσοδος στο κάθε επάγγελμα θα καθορίζεται από τους νόμους της αγοράς και όχι από τα συμφέροντα οποιουδήποτε. Είμαι βέβαιος ότι θα βρει πολλούς υποστηρικτές αν να εξηγήσει στους πολίτες πόσο τους στοιχίζει η "κατοχύρωση" των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων.

Πολίτης, 31/8/2003

3 Νοεμβρίου 2002

Αγροτικές επιδοτήσεις και φτώχεια

Πριν μερικές μέρες ο Αυστραλός πρωθυπουργός Τζων Χάουαρντ ανακοίνωσε ότι η χώρα του προτίθεται να καταργήσει όλους τους εισαγωγικούς δασμούς για προϊόντα που προέρχονται από 50 φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου. Ταυτόχρονα, ο Αυστραλός πρωθυπουργός επέκρινε την προστατευτική αγροτική πολιτική που ακολουθούν ανεπτυγμένες χώρες όπως η Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και η Ιαπωνία.

Το άνοιγμα των αγορών της Αυστραλίας είναι ένα καλό νέο για τις φτωχές χώρες. Πέραν όμως της πρακτικής της αξίας, η ενέργεια της Αυστραλιανής κυβέρνησης έχει και συμβολική σημασία γιατί γίνεται στο τέλος μιας χρονιάς που δεν ήταν ιδιαίτερα καλή για το διεθνές εμπόριο. Πριν μερικούς μήνες η Αμερικανική κυβέρνηση ενέκρινε νομοσχέδιο το οποίο προνοεί επιδοτήσεις ύψους 180 δισεκατομμυρίων δολλαρίων προς τους Αμερικανούς αγρότες. Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρεί με πολύ βραδύ ρυθμό στην μείωση των δικών της επιδοτήσεων που είναι ακόμα ψηλότερες. Συνολικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και η Ιαπωνία δαπανούν κάθε χρόνο $350 δισεκατομμύρια σε αγροτικές επιδοτήσεις. Τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν ότι οι επιδοτήσεις αυτές κοστίζουν στις φτωχές χώρες γύρω στα $50 δισεκατομμύρια το χρόνο σε μη πραγματοποιηθείσες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων. Κατά σύμπτωση, το ποσό αυτό είναι ίσο με το ποσό που οι ανεπτυγμένες χώρες δίνουν στις φτωχές χώρες ως ετήσια οικονομική βοήθεια. Με άλλα λόγια, με την πολιτική των αγροτικών επιδοτήσεων οι ανεπτυγμένες χώρες παίρνουν πίσω από τους φτωχούς του κόσμου ότι τους δίνουν ως βοήθεια.

θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις είναι αναγκαίες γιατί στηρίζουν τους αγρότες των ανεπτυγμένων χωρών οι οποίοι - αν και όχι τόσο φτωχοί όσο αυτοί του τρίτου κόσμου - χρειάζονται όμως κι αυτοί κάποια βοήθεια. Όμως η αλήθεια είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων πηγαίνει σε μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις και όχι στους φτωχούς αγρότες. Ενδεικτικά, στις Ηνωμένες Πολιτείες το 47% των επιδοτήσεων καταλήγει σε μεγάλες φάρμες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα περίπου τριπλάσιο του μέσου ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος της χώρας.

Οι ανεπτυγμένες χώρες διακηρύττουν συνεχώς την προσήλωσή τους στις αρχές του ελεύθερου εμπορίου. Στην πράξη όμως εφαρμόζουν την πολιτική αυτή επιλεκτικά, διατηρώντας την προστατευτική πολιτική τους σε αγορές όπως τα αγροτικά προϊόντα. Η ορθή αντίδραση σε αυτή την αδικία δεν είναι ο περαιτέρω περιορισμός του εμπορίου, όπως υποστηρίζει μεγάλη μερίδα των πολέμιων της παγκοσμιοποίησης. Αντίθετα, αυτοί που ενδιαφέρονται για την ευημερία των φτωχών του κόσμου θα έπρεπε να διαδηλώνουν για την επέκταση του ελεύθερου εμπορίου σε όλους τους τομείς. Η συμμετοχή στο διεθνές οικονομικό σύστημα είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν οι χώρες του τρίτου κόσμου να ξεφύγουν από τον κύκλο της φτώχειας.

Πολίτης, 3/11/2002

14 Σεπτεμβρίου 2002

Προσοχή με τις τηλεπικοινωνίες

Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν την ιστορική απόφαση της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού για τα υπερκέρδη της ΑΤΗΚ δείχνουν την ύπαρξη τριών σχολών σκέψης αναφορικά με το μέλλον του οργανισμού.

  • Μια σχολή σκέψης κατηγορεί την ΑΤΗΚ για αισχροκέρδεια και καταδολίευση και απαιτεί μειώσεις στα τέλη και επιστροφή χρημάτων χωρίς να δείχνει να ανησυχεί για τις μελλοντικές επιπτώσεις.
  • Η δεύτερη σχολή σκέψης θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής και οι επιθέσεις εναντίον της ΑΤΗΚ αποτελούν μέρος μιας ενορχηστρωμένης εκστρατείας από μεγάλα συμφέροντα που επιδιώκουν να αποδυναμώσουν την Αρχή και να την καταστήσουν ευάλωτη στον επερχόμενο ανταγωνισμό.
  • Τέλος, μια τρίτη σχολή ανησυχεί ότι περαιτέρω μείωση των τελών θα αποθαρρύνει τους επίδοξους ανταγωνιστές.

Η κάθε προσέγγιση έχει βέβαια τη λογική της, όμως υπάρχουν ορισμένες πραγματικότητες που όλοι πρέπει να αναγνωρίσουν. Η εμπειρία των Ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι τα πρώην κρατικά τηλεπικοινωνιακά μονοπώλια δύσκολα χάνουν την ηγεμονία στην αγορά. Αντίθετα, οι εκθέσεις της ΕΕ δηλώνουν ανησυχία για το γεγονός ότι οι νέοι ανταγωνιστές δυσκολεύονται να αποσπάσουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς. Έτσι, δεδομένου ότι η ΑΤΗΚ είναι ένας οργανισμός με αξιόλογη τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό και νοουμένου ότι η βουλή θα εγκρίνει τη προτεινόμενη μετοχοποίησή της, μάλλον δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας για τη βιωσιμότητά της.

Αντίθετα, η ανησυχία για τη σωστή λειτουργία της αγοράς μετά την φιλελευθεροποίηση είναι πλήρως δικαιολογημένη. Για να υπάρξει υγιής ανταγωνισμός θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι θα υπάρχουν τουλάχιστον δύο (καλύτερα περισσότεροι) ισότιμοι παίχτες. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξει σαφής διαχωρισμός μεταξύ των υπηρεσιών στις οποίες η ΑΤΗΚ αντιμετωπίζει ανταγωνισμό και αυτών στις οποίες διατηρεί το μονοπώλιο. Τα τέλη της κινητής και διεθνής τηλεφωνίας στα οποία θα υπάρξει ανταγωνισμός πρέπει να αντικατοπτρίζουν το πραγματικό κόστος παροχής τους και για κανένα λόγο δεν πρέπει να υπάρξει επιδότηση αυτών των υπηρεσιών από άλλους πόρους της Αρχής.

Η εξακρίβωση του κόστους παροχής των διαφόρων υπηρεσιών δεν είναι απλή υπόθεση γιατί πολλές δαπάνες, όπως αυτές για έργα υποδομής, είναι κοινές για όλες τις υπηρεσίες. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι κατανομής του κόστους των έργων αυτών στις διάφορες υπηρεσίες. Αναπόφευκτα η κάθε μέθοδος καταλήγει σε διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς το κόστος που αντιστοιχεί στην κάθε υπηρεσία. Ο Ρυθμιστής Τηλεπικοινωνιών είναι το αρμόδιο όργανο για να καθορίσει τη μέθοδο που θα χρησιμοποιηθεί. Όμως η στελέχωση και οργάνωση της σημαντικής αυτής υπηρεσίας φαίνεται να καθυστερεί με αποτέλεσμα να αδυνατεί να παρέμβει αποτελεσματικά. Στο μεταξύ ο χρόνος κυλά, η ώρα της εισόδου του ανταγωνιστή πλησιάζει και η ΑΤΗΚ μειώνει περαιτέρω τα τέλη. Κάποιοι θα πρέπει να κινηθούν γρήγορα για να μην καταλήξουμε με μια προβληματική αγορά.

Πολίτης, 14/9/2002

2 Ιουνίου 2002

Λιγότερο κράτος, εξυπνότερο κράτος

Η ανάγκη για μείωση της άμεσης εμπλοκής του κράτους στην οικονομία τυγχάνει σήμερα σχεδόν καθολικής αποδοχής. Αυτή η τάση για "λιγότερο κράτος" είναι απόρροια τριών σημαντικών εξελίξεων στο διεθνή χώρο:

  • Η βελτίωση των διεθνών σχέσεων συνέβαλε στη μείωση της καχυποψίας, και της εσωστρέφειας που δικαιολογούσαν την χειραγώγηση της οικονομίας από το κράτος.
  • Η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη κατέστησε δυνατή την εισαγωγή του ανταγωνισμού σε αγορές που παραδοσιακά θεωρούντο φυσικά μονοπώλια και αποτελούσαν αποκλειστικότητα του κράτους.
  • Η εμπειρία μερικών δεκαετιών κρατικής διαχείρισης κατέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το κράτος δεν είναι καλός επιχειρηματίας. Η κρατική εμπλοκή στην παραγωγική διαδικασία χαρακτηρίζεται γενικά από χαμηλή παραγωγικότητα, τεχνολογική στασιμότητα και διαφθορά.

Οι εξελίξεις αυτές έχουν δημιουργήσει μια δυναμική ιδιωτικοποιήσεων και ελευθεροποιήσεων που δίνουν μια σημαντική ώθηση στη διεθνή οικονομία. Καινούριες αγορές δημιουργούνται σε τομείς όπως τις συγκοινωνίες, τις τηλεπικοινωνίες, την ενέργεια και τις ταχυδρομικές υπηρεσίες.

Θα ήταν λάθος όμως να συμπεράνει κανείς ότι λιγότερο κράτος σημαίνει αμέτοχο κράτος. Ταυτόχρονα με την απόσυρσή του από την παραγωγική διαδικασία το κράτος αναλαμβάνει σήμερα ένα εποπτικό ρόλο ο οποίος είναι και σημαντικός και δύσκολος. Η ορθή και αποτελεσματική λειτουργία των αγορών (ειδικά των καινούριων αγορών) χρειάζεται σωστό νομοθετικό πλαίσιο και συνεχή επίβλεψη από τις αρμόδιες ρυθμιστκές αρχές. Το πλαίσιο που έχει δημιουργήσει η ΕΕ και έχει υιοθετήσει και η Κύπρος εξυπηρετεί αυτόν ακριβώς το σκοπό. Όμως η ύπαρξη του πλαισίου δεν είναι αρκετή. Τα ρυθμιστικά όργανα πρέπει να έχουν πλήρη ανεξαρτησία και να είναι επαρκώς στελεχωμένα με ικανά και προσοντούχα άτομα. Πάνω από όλα τα ρυθμιστικά όργανα πρέπει να παίρνουν στα σοβαρά την αποστολή τους που είναι η διασφάλιση του ανταγωνισμού προς όφελος των καταναλωτών.

Δυστυχώς η προϊστορία δεν μας επιτρέπει να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι για τη σωστή λειτουργία των ρυθμιστικών αρχών στην Κύπρο. Ελάχιστοι θα υποστήριζαν ότι οι υπάρχουσες εποπτικές αρχές όπως η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού και η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης ανταποκρίθηκαν στην αποστολή τους. Η συνεχιζόμενη πρακτική του διορισμού των εκλεκτών των κομμάτων στις ρυθμιστικές αρχές συμβάλλει σημαντικά στη διαιώνιση του προβλήματος. Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι στο Συμβουλευτικό Συμβούλιο του Ρυθμιστή Τηλεπικοινωνιών διορίστηκαν τρία άτομα που είχαν προταθεί από τα τρία μεγαλύτερα κόμματα, χωρίς να μπει κανείς στον κόπο να μας εξηγήσει ποια είναι τα προσόντα που καθιστούν αυτά τα άτομα κατάλληλα για αυτό το πόστο. Διερωτάται επίσης κανείς πόσο ανεξάρτητοι μπορεί να είναι όταν είτε είναι κομματικά στελέχη είτε νιώθουν υποχρεωμένοι στο κόμμα που τους πρότεινε. Ο Κύπριος πολίτης δικαιούται να νιώθει μια έντονη ανησυχία για τον τρόπο που η πολιτεία αντιμετωπίζει τη δημιουργία και λειτουργία των ρυθμιστικών αρχών και εποπτικών οργάνων.

Πολίτης, 2/6/2002

28 Απριλίου 2002

Ανοικτοί ουρανοί και Κυπριακές Αερογραμμές

Την 1η Ιανουαρίου του 2003 η Ευρώπη περνά στην εποχή των "ανοικτών ουρανών". Οποιαδήποτε Ευρωπαϊκή εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να δρομολογεί πτήσεις από και προς οποιοδήποτε αεροδρόμιο χώρας-μέλους ή υποψήφιας για ένταξη χώρας. Πρόκειται για μια ιστορική εξέλιξη που σηματοδοτεί το τέλος της εποχής των εθνικών αερομεταφορέων. Ώς υπό ένταξη χώρα η Κύπρος θα προχωρήσει και αυτή στην απελευθέρωση της σημαντικής αυτής αγοράς.

Ποιο είναι το μέλλον των Κυπριακών Αερογραμμών σε αυτή τη νέα κατάσταση πραγμάτων; Θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στο επερχόμενο ανταγωνισμό; Η απάντηση που έδωσε ο ίδιος ο πρόεδρος της εταιρείας σε πρόσφατη συνέντευξή του στη Sunday Mail ήταν ένα πρωτοσέλιδο όχι. Ο κ. Λοϊζίδης απέδωσε την αδυναμία αυτή των ΚΑ στην κρατική κηδεμόνευση και κάλεσε την κυβέρνηση να καθυστερήσει την ελευθεροποίηση και να ιδιωτικοποιήσει τις ΚΑ για να τους δώσει τη δυνατότητα να προσαρμοστούν.

Όμως η δικαιολογία της κρατικής κηδεμόνευσης δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για τις ΚΑ. Η εταιρεία γνώριζε εδώ και πολύ καιρό για τις επερχόμενες αλλαγές. Οι αεροπορικές εταιρείες ανά το παγκόσμιο είναι σε κατάσταση συνεχούς αναδιάρθρωσης και προσπάθειας μείωσης των δαπανών. Οι ΚΑ δεν φαίνεται να έχουν τις δυαντότετες να αντιστρέψουν τη ζημιογόνα πορεία που ακολουθούν εδώ και αρκετά χρόνια. Μέχρι τώρα οι ζημιές από τις αεροπορικές δραστηριότητες καλύπτονταν από τα τεράστια κέρδη που απέφερε η λειτουργία των καταστημάτων αδασμολογήτων ειδών (6.6 εκ. πέρσι). Όμως, η διαχείριση των καταστημάτων αυτών δόθηκε στις ΚΑ χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού και κρίθηκε παράτυπη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αργά ή γρήγορα η κυβέρνηση θα συμμορφωθεί με την απόφαση του Ανωτάτου και θα προκηρύξει διαγωνισμό για τα καταστήματα. Πως θα καλυφθούν τότε οι ζημιές των ΚΑ;

Όμως η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τις ΚΑ. Μεγάλο μέρος της ευθύνης φέρουν και οι εκάστοτε κυβερνήσεις που επέτρεπαν την διαιώνιση αυτής της κατάστασης ικανοποιώντας τα παράλογα αιτήματα των εργαζομένων και κλείνοντας τα μάτια στις σπατάλες και την κακοδιαχείριση των διοικήσεων. Οι ΚΑ χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς για να εξυπηρετήσουν εθνικούς, πολιτικούς, κομματικούς και προσωπικούς σκοπούς. Σήμερα πρέπει να αφεθούν ελεύθερες όπως κάθε ιδιωτική εταιρεία, χωρίς ειδικά προνόμια αλλά και χωρίς παρεμβολές από το κράτος.

Σε τελική ανάλυση δεν έχει σημασία ποιος φταίει για τη σημερινή κατάσταση. Το σημαντικό είναι ότι διοίκηση και οι πολιτικοί προϊστάμενοι των ΚΑ είχαν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους για να προετοιμάσουν την εταιρεία για τον επερχόμενο ανταγωνισμό. Δεν τα κατάφεραν και ούτε πρόκειται να τα καταφέρουν, όσος χρόνος κι αν τους δοθεί. Ο Κύπριος πολίτης και η οικονομία του τόπου δεν μπορούν να συνεχίσουν να επωμίζονται το κόστος της αποτυχίας τους. Η απελευθέρωση της αγοράς πρέπει να συνεχιστεί με τον ταχύτερο δυνατό ρυθμό. Η πειθαρχία που επιβάλλουν οι δυνάμεις της αγοράς είναι ο μόνος σίγουρος τρόπος να υποχρεωθούν οι ΚΑ να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, να μειώσουν τις δαπάνες και να βελτιώσουν τις προσφερόμενες υπηρεσίες.

Πολίτης, 28/4/2002

14 Απριλίου 2002

Η ήσυχη ζωή του Κύπριου εισαγωγέα καυσίμων

Η κατακόρυφη αύξηση της τιμής του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές θα έχει αρνητικές επιδράσεις σε όλο το φάσμα της Κυπριακής οικονομίας. Καταναλωτές, βιομήχανοι, αγρότες, εμπορευόμενοι, αλλά και το ίδιο το κράτος θα επηρεαστούν από την αύξηση στην τιμή της ενέργειας και δικαίως όλοι ανησυχούν.

Παραδόξως οι εταιρείες εισαγωγής καυσίμων αποτελούν εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα. Λογικά οι εταιρείες αυτές θα έπρεπε να ήταν οι πρώτες που θα επηρεάζοντο αρνητικά από την αύξηση στην τιμή της πρώτης τους ύλης. Όμως, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, τα κέρδη των εισαγωγέων καυσίμων είναι εντελώς αποσυνδεδεμένα από τις διακυμάνσεις στην τιμή του πετρελαίου διεθνώς.

Αυτό συμβαίνει γιατί οι Κυπριακές εταιρείες πετρελαιοειδών λειτουργούν υπό καθεστώς ρύθμισης ποσοστού απόδοσης (ΡΠΑ). H μέθοδος αυτή επιτρέπει σε μια εταιρεία να έχει κέρδος που να μην υπερβαίνει κάποιο "δίκαιο" ποσοστό επί του κεφαλαίου της. Η ΡΠΑ έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλές χώρες του κόσμου, κυρίως για σκοπούς ρύθμισης κρατικών μονοπωλίων. Σήμερα όμως έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω των προβλημάτων που δημιουργεί η εφαρμογή της. Σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι σε αγορές που υπόκεινται σε ΡΠΑ παρατηρείται το φαινόμενο των υπερβολικών κεφαλαιουχικών επενδύσεων. Εταιρείες που φτάνουν το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό απόδοσης δεν μπορούν να αυξήσουν περαιτέρω τα κέρδη τους εκτός αν αυξήσουν το κεφάλαιό τους. Για να υπερπηδήσουν αυτό το εμπόδιο προχωρούν σε αχρείαστες κεφαλαιουχικές επενδύσεις που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ασύμφορες.

Το πρόβλημα των υπερβολικών επενδύσεων γίνεται εύκολα αντιληπτό όταν κοιτάξει κανείς τι συμβαίνει στην Κυπριακή αγορά καυσίμων. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών ξοδεύουν τεράστια ποσά για να κτίσουν υπερπολυτελή πρατήρια βενζίνης που προσφέρουν κάθε λογής υπηρεσίες και καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση σε ακριβές περιοχές. Με αυτό τον τρόπο αυξάνουν την κεφαλαιουχική τους βάση και κατ' επέκταση το επιτρεπόμενο επίπεδο κερδών. Όμως η αγορά θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί πολύ πιο οικονομικά με μικρότερα πρατήρια σε λιγότερο κεντρικές περιοχές.

Πέραν αυτού, ο τρόπος εφαρμογής της ΡΠΑ στην Κύπρο είναι ιδιαίτερα ευνοϊκός για τις ρυθμιζόμενες εταιρείες. Αφ' ενός το επιτρεπόμενο ποσοστό απόδοσης έχει καθοριστεί στο πολύ γενναιόδωρο 12%, σε σύγκριση με 6-8% που χρησιμοποιείται συνήθως διεθνώς. Αφ' ετέρου η Κυπριακή κυβέρνηση δεν επιτρέπει απλώς το 12%, αλλά το ΕΓΓΥΑΤΑΙ. Με άλλα λόγια το κράτος αναλαμβάνει ολόκληρο το ρίσκο ενώ οι εταιρείες λειτουργούν με μηδαμινό επιχειρηματικό κίνδυνο και με εγγυημένο ένα ποσοστό απόδοσης που θα ζήλευαν πολλές εταιρείες που λειτουργούν σε συνθήκες ανταγωνισμού.

Η Κυπριακή πολιτεία φέρει τεράστια ευθύνη για την κατάσταση αυτή. Ευτυχώς η ενταξιακή πορεία έχει αναγκάσει την κυβέρνηση να ασχοληθεί με αυτό το θέμα και σύντομα το Υπουργείο Εμπορίου θα δημοσιοποιήσει σχέδιο απελευθέρωσης της αγοράς καυσίμων. Αναμένουμε να δούμε πως το σχέδιο αυτό θα εισαγάγει τον ανταγωνισμό σε αυτή τη σημαντική αγορά και θα θέσει τέρμα στην προνομιακή μεταχείριση των εταιρειών πετρελαιοειδών που θησαυρίζουν εδώ και δεκαετίες εις βάρος των πολιτών και της οικονομίας.

Πολίτης, 14/4/2002

20 Ιανουαρίου 2002

Ο εκσυγχρονισμός του λιανικού εμπορίου

Στα παλιά τα χρόνια ο κόσμος είχε λιγοστές ανάγκες και άφθονο χρόνο στη διάθεσή του. Οι γυναίκες δεν εργάζονταν και αφιέρωναν όλο τους το χρόνο στις ανάγκες του σπιτιού. Τα μεταφορικά μέσα ήταν περιορισμένα και οι μακρινές αποστάσεις απαγορευτικές. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ευδοκίμησε ένα σύστημα λιανικού εμπορίου με κύριο χαρακτηριστικό τα πολλά και μικρά συνοικιακά υποστατικά. Το σύστημα αυτό εξυπηρέτησε την κοινωνία για πολλές δεκαετίες.

Σήμερα η κοινωνία είναι πολύ διαφορετική. Οι περισσότερες γυναίκες εργάζονται και ο χρόνος που περισσεύει για οικιακές αγγαρείες είναι λίγος. Η κυκλοφοριακή συμφόρηση και η έλλειψη χώρων στάθμευσης καθιστούν τη διακίνηση από κατάστημα σε κατάστημα χρονοβόρα και κουραστική. Είναι πολύ πιο εύκολο να γίνονται όλα τα ψώνια μαζεμένα και με όσο το δυνατό λιγότερες μετακινήσεις.

Ανταποκρινόμενη στις ανάγκες της κοινωνίας η αγορά έχει αρχίσει να συσπειρώνεται σε μεγάλα καταστήματα, αλυσίδες και εμπορικά κέντρα. Η συσπείρωση αυτή είναι αναπόφευκτη και επιβεβλημένη. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη* στην Κύπρο αναλογούν 12 άτομα ανά υποστατικό, σε σύγκριση με 86 άτομα ανά υποστατικό που είναι ο διεθνής μέσος όρος. Υπάρχουν δηλαδή στην Κύπρο επταπλάσια υποστατικά από ότι δικαιολογεί ο πληθυσμός της. Παρόμοια φαίνεται ότι θα είναι και τα ευρήματα της έρευνας που διεξήχθη πρόσφατα για λογαριασμό του Υπουργείου Εμπορίου, προκαταρκτικά αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν πριν λίγες μέρες στον τύπο. Είναι φανερό ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να κρατήσει επ' άπειρον.

Οι ιδιοκτήτες μικρών υποστατικών διαμαρτύρονται για την ανάπτυξη των μεγάλων επιχειρήσεων γιατί πλήττει τα συμφέροντά τους. Στην προσπάθεια της να μετριάσει τις αντιδράσεις, η πολιτεία λαμβάνει μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία των μικρών καταστημάτων. Τέτοια μέτρα είναι η ρύθμιση των ξεπουλημάτων και του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, ενώ σε αυτό αποσκοπεί και η πρόταση που ακούστηκε πρόσφατα για απαγόρευση της πώλησης προϊόντων σε τιμές κάτω του κόστους.

Τα μέτρα αυτά επιβραδύνουν τον εκσυγχρονισμό της αγοράς και ταλαιπωρούν τους καταναλωτές. Το λιανικό εμπόριο πρέπει να αφεθεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες της κοινωνίας. Είναι γεγονός ότι η αναδιάταξη της αγοράς αποτελεί πρόκληση για τις μικρές επιχειρήσεις. Όμως υπάρχουν περιθώρια αντίδρασης. Στην αγορά υπάρχει χώρος και για μικρά υποστατικά που θα προσφέρουν γρήγορη και προσωπική εξυπηρέτηση και εξειδικευμένα προϊόντα και υπηρεσίες. Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθούν όσοι θέλουν να εξυπηρετήσουν την κοινωνία και τους καταναλωτές. Αυτή άλλωστε είναι και η αποστολή του εμπορικού τομέα.

* "Ανατομία της Κυπριακής Μικροοικονομίας," Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λίμιτεδ, Οκτώβριος 1997.

Πολίτης, 20/1/2002

13 Ιανουαρίου 2002

Πόλεμοι τιμών, ανταγωνισμός, και ο ρόλος του κράτους

Οι αντιδράσεις που προκαλεί ο συνεχιζόμενος πόλεμος τιμών μεταξύ ορισμένων μεγάλων υπεραγορών καταδεικνύουν ότι μεγάλο μέρος της Κυπριακής κοινωνίας δεν έχει ακόμα αποδεχθεί την αγορά και τον ανταγωνισμό ως την κινητήριο δύναμη της οικονομίας. Ενώ η Κύπρος υστερεί αισθητά στην εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού, ακούγονται σήμερα φωνές που ζητούν τον περαιτέρω στραγγαλισμό της αγοράς με καινούρια νομοθετήματα.

Ο πόλεμος τιμών δεν αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο περί προστασίας του ανταγωνισμού. Ο νόμος καθιστά παράνομες δύο ειδών δραστηριότητες: την σύμπραξη των εταιρειών ενός κλάδου με στόχο τον καθορισμό τεχνητά ψηλών τιμών, και την εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά από μία επιχείρηση. Κανένα από τα δύο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Θέμα σύμπραξης δεν τίθεται αφού υπάρχει μείωση και όχι αύξηση των τιμών. Αλλά ούτε και εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης υπάρχει αφού για να μπορεί να θεωρηθεί μια επιχείρηση ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά πρέπει το μερίδιό της να ξεπερνά το 40%, κάτι που πολύ απέχει από την πραγματικότητα.

Ακούστηκε η άποψη ότι πρέπει να απαγορευτεί η πώληση προϊόντων σε τιμές κάτω του κόστους. Πέραν του ότι θα είναι αντίθετη με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, μια τέτοια κίνηση θα ωφελέσει τους εμπόρους - μικρούς και μεγάλους - και θα πλήξει το σύνολο των καταναλωτών. Η πώληση προϊόντων σε τιμές κάτω του κόστους πιθανόν να είναι κακή επιχειρηματική τακτική. Πολλές φορές όμως είναι αναγκαία και χρήσιμη για τους εμπόρους που θέλουν να ξεφορτωθούν αδιάθετο εμπόρευμα αλλά και για νέες εταιρείες που προσπαθούν να καθιερωθούν στην αγορά. Κατά πόσον η τακτική αυτή είναι ορθή στην προκειμένη περίπτωση είναι κάτι που θα το δείξει η αγορά. Η πολιτεία δεν έχει τις δυνατότητες να το κρίνει εκ των προτέρων, και ούτε νομιμοποιείται να παρεμβαίνει στα εσωτερικά των ιδιωτικών επιχειρήσεων επειδή θεωρεί ότι ακολουθούν λανθασμένη στρατηγική.

Εκφράζεται ο φόβος ότι ο πόλεμος τιμών θα οδηγήσει σε χρεωκοπία όλες τις μικρές επιχειρήσεις, κάτι που θα εκμεταλλευτούν αργότερα οι μεγάλες υπεραγορές για να αποκομίσουν κέρδη. Το ενδεχόμενο αυτό θα ήταν όντως ανησυχητικό αν υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να γίνει πραγματικότητα. Όμως ούτε κι αυτό συμβαίνει. Στην Κυπριακή αγορά δραστηριοποιούνται αρκετές μεγάλες υπεραγορές, πολλές υπεραγορές μετρίου μεγέθους, καθώς και πλήθος μικρότερων υποστατικών. Το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε μονοποπωλιακές καταστάσεις είναι απομακρυσμένο. Αντίθετα, ο έντονος ανταγωνισμός μάλλον θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό ακόμα, μέχρι που η αγορά να κατασταλάξει σε μια νέα δομή που θα χαρακτηρίζεται από λιγότερα και μεγαλύτερα υποστατικά. Αυτό θα γίνει με ή χωρίς πολέμους τιμών γιατί οι μεγάλες υπεραγορές και οι αλυσίδες είναι πιο αποτελεσματικές και εξυπηρετούν καλύτερα τον σημερινό καταναλωτή.

Οι μεγάλοι κερδισμένοι από τον πόλεμο τιμών είναι οι καταναλωτές, οι οποίοι έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν τα προϊόντα της προτίμησής τους σε χαμηλές τιμές. Τα μεγαλύτερα δε οφέλη αποκομίζουν οι καταναλωτές που προέρχονται από τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα γιατί τα προϊόντα που είναι σε προσφορά αποτελούν για αυτούς σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού και έτσι θα είναι οι πρώτοι που θα σπεύσουν να εκμεταλλευτούν τις χαμηλές τιμές.

Η πολιτεία έχει την υποχρέωση να αντιστέκεται στις πιέσεις από μεμονωμένες ομάδες και να προστατεύσει τον ανταγωνισμό και κατ' επέκταση το σύνολο του καταναλωτικού κοινού.

Πολίτης, 13/1/2002