Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημόσιοι οργανισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημόσιοι οργανισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιουνίου 2015

We can do better with SOE reform

[Accountancy Cyprus No. 119, June 2015.]

The (mis)management of state-owned enterprises (SOEs) is widely recognized to be a major and chronic problem in Cyprus. The SOE label covers a large number of very diverse organizations. They are often classified into two groups on the basis of their legal status: the large majority are so-called semi-governmental organizations (SGOs) operating under public law, while a smaller group operates under private law. The distinction is not very helpful, however, as within each group one can find organizations that are very different in nature. The SGO group in particular includes commercial companies, universities, regulatory agencies, the CyBC (RIK), the CSE (XAK), and others. 

Governments set up SOEs for several reasons: to provide services that the private sector cannot provide; to manage state assets; or to provide regulation and oversight. Over time these reasons often cease to exist or the circumstances change significantly, giving rise to a need for change or even dissolution. But change is hard, especially in Cyprus. Cyta is a prime example. It was set up in the 1950s as a state monopoly to unify the island’s telecommunications network. Today’s telecommunications landscape is radically different and continues to evolve rapidly, yet Cyta must continue to operate within the archaic and inflexible framework of an SGO.

Although the problematic governance of SOEs has been long and widely recognized, the Cypriot political system has been unable to deliver change. Enter the Memorandum of Understanding (MoU), which forced Cyprus to take a hard look at the way its SOEs operate. SOEs that no longer serve a meaningful purpose are to be closed, while others are to be turned into public companies (operating under corporate law) and possibly privatized. But progress has been slow as there is a lot of resistance to these much belated moves toward modernization.

The government has drafted a new bill aiming to streamline the operations of SOEs and bring them under tighter ministerial control. The move is motivated by the large number of financial scandals, mismanagement and corruption that have plagued SOEs. Although the frustration is understandable, this is not the right response. SOEs are very diverse; it is impractical to have a single framework for all of them. Moreover, SOEs are set up as independent organizations for a reason. If this reason no longer applies to some organizations, they should be folded into the civil service. If not, they should retain their operational flexibility and autonomy and be judged on the basis of their performance. Handing additional powers to ministers will lead to the overt politicization of these supposedly independent organizations. If tighter control is deemed necessary, it should be granted to an independent entity, as recommended by the OECD.

The draft bill does not address one of the main problems plaguing the management of SOEs: the selection of directors. It stipulates that appointments will be made by the Council of Ministers on the basis of recommendations by the responsible minister. This is just a continuation of the failed policies of the past, where positions on SOE boards were one of the most lucrative spoils of power. Positions on boards were divvied up among political parties, with the governing parties receiving the lion’s share. SOE boards have significant authority over tenders, appointments and promotions, which are an important way of doling out favors.

The appointment of SOE directors needs to be radically overhauled. The process needs to be transparent and meritocratic. For each SOE, an assessment needs to be made for the type of skills needed on the board. In addition to basic managerial and financial skills, some boards may need directors with expertise in engineering, economics, or other specific areas. Once the desired profile of each board is determined, positions should be widely advertised. Expressions of interest should be submitted to an independent body that will evaluate the candidates. A set of suitable candidates will be selected and passed on to the Council of Ministers to make its choice. The private sector can be involved in the selection process as it has the required expertise.

The government has done well to take an initiative to reform SOE governance, but it can do better in terms of many of the details. The time is ripe and the opportunity must not be lost.


24 Ιανουαρίου 2010

Ημικρατικοί: προσαρμογή ή παρακμή

Σε ένα κόσμο που αλλάζει με γοργούς ρυθμούς, ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένας οργανισμός είναι η δυνατότητα να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα και να μετεξελίσσεται όταν αυτό είναι αναγκαίο. Αυτό το χαρακτηριστικό λείπει συνήθως από δημόσιους οργανισμούς, ειδικά αυτοί λειτουργούν με μονοπωλιακό καθεστώς και δεν αντιμετωπίζουν την πίεση της αγοράς. Οι ιδιωτικοί οργανισμοί που δεν προσαρμόζονται φθίνουν σταδιακά και τελικά κλείνουν. Οι δημόσιοι οργανισμοί πολύ δύκολα κλείνουν, ακόμα και όταν οι συνθήκες οι οποίες κατέστησαν τη δημιουργία τους αναγκαία έχουν προ πολλού ξεπεραστεί. Όπως εύστοχα διερωτήθηκε πριν μερικές μέρες η Γενική Ελέγκτρια, ποιος είναι ο ρόλος στη σύγχρονη εποχή του Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων, του Συμβουλίου Σιτηρών και του Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης; Θα μπορούσε επίσης κάποιος εύλογα να διερωτηθεί ποια είναι η αποστολή σήμερα του ΡΙΚ, του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων και του ΚΟΤ, καθώς και σε ποιο βαθμό οι οργανισμοί αυτοί φέρνουν εις πέρας την αποστολή τους.

Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται οργανισμοί όπως η ΣΥΤΑ και η ΑΗΚ οι οποίοι παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες και ασφαλώς δεν πρόκειται να κλείσουν. Εδώ και πολλά χρόνια όμως γίνεται λόγος για την ανάγκη εκσυγχρονισμού του τρόπου λειτουργίας τους ώστε να μπορούν να λειτουργούν πιο αποτελεσματικά στο σύγχρονο περιβάλλον. Η ανάγκη αυτή είναι ιδιαίτερα επιτακτική για τη ΣΥΤΑ, η οποία αντιμετωπίζει πλέον ανταγωνισμό στις περισσότερες αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται. Όμως καμιά απόφαση δεν έχει παρθεί, με αρνητικές επιπτώσεις στη δυνατότητα του οργανισμού να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Η προσέλκυση ενός στρατηγικού επενδυτή θα μπορούσε να δώσει στη ΣΥΤΑ άμεση πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες και σύγχρονες μεθόδους διοίκησης και θα της έδινε την δυνατότητα να αναπτυχθεί και να επεκταθεί, προς όφελος όλων.

Το ενδεχόμενο ιδιωτικοποίησης δημοσίων οργανισμών εγείρεται συχνά σε περιόδους δημοσιονομικής στενότητας και παρουσιάζεται ως ένας εύκολος τρόπος να γεμίσουν τα δημόσια ταμεία. Αυτό είναι ατυχές. Η πώληση περιουσιακών στοιχείων απλώς για να συντηρείται μια σπάταλη και υδροκέφαλη κρατική μηχανή δεν είναι σοφή ενέργεια. Αλλά ούτε και η δογματική αντίθεση σε πώληση δημόσιας περιουσίας είναι σοφή. Σοφό θα ήταν τα όποια έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις να διατεθούν για μεγάλες επενδύσεις που θα αναβαθμίσουν τις δημόσιες υποδομές, θα ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα και θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των πολιτών. Για παράδειγμα, με τη διάθεση ενός ποσοστού της τάξης του 30% της ΣΥΤΑ σε στρατηγικό επενδυτή το κράτος μπορεί να εισπράξει μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ τα οποία θα μπορούσαν να επενδυθούν για τη δημιουργία δημόσιων συγκοινωνιών στις μεγάλες πόλεις. Με αυτό τον τρόπο και η ΣΥΤΑ ενδυναμώνεται, και η δημόσια υποδομή αναβαθμίζεται.

Πολίτης, 24/1/2010

22 Ιουνίου 2003

Ιδιωτικά ή κρατικά μονοπώλια;

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον "Π" ο Υπουργός Εμπορίου εξέφρασε την θέση ότι τα κρατικά μονοπώλια είναι προτιμότερα από τα ιδιωτικά. Εκ πρώτης όψεως δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς με αυτή την τοποθέτηση. Στο κάτω-κάτω τα μονοπώλια πραγματοποιούν υπερκέρδη και είναι σίγουρα προτιμότερο τα κέρδη αυτά να περνούν στα κρατικά ταμεία παρά στην τσέπη κάποιου ιδιώτη που δεν χρειάστηκε να κοπιάσει ιδιαίτερα για αυτά.

Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η επιλογή μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής διαχείρισης μιας εταιρείας δεν είναι θέμα του ποιος θα αποκομίζει τα κέρδη. Τα προβλήματα με τους δημόσιους οργανισμούς είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Διευθύνονται από συμβούλια που ως επί το πλείστον είναι άσχετα με τον τομέα δράσης του οργανισμού αφού τα μέλη τους διορίζονται για να εκπροσωπούν κομματικά συμφέροντα. Γίνονται έτσι χώρος συνδιαλλαγής και αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης από την εκάστοτε κυβέρνηση. Η κακοδιαχείριση και οι ατασθαλίες σε θέματα αγοράς αγαθών και υπηρεσιών είναι συχνά φαινόμενα που σπάνια τιμωρούνται γιατί τα πλοκάμια της διαφθοράς φτάνουν συνήθως πολύ ψηλά. Ταυτόχρονα, η έλλειψη κινήτρων και η ισοπέδωση των εργαζομένων καλλιεργεί μια κουλτούρα απάθειας που οδηγεί σε χαμηλή παραγωγικότητα. Η απάθεια βέβαια εξαφανίζεται όταν έρθει η ώρα για μισθολογικές ή άλλες διεκδικήσεις τις οποίες καμία κυβέρνηση δεν έχει το θάρρος να απορρίψει. Έτσι αυξάνεται συνεχώς το εργατικό κόστος χωρίς να υπάρχει ανάλογη αύξηση της παραγωγικότητας.

Το αποτέλεσμα είναι οι δημόσιες εταιρείες να μετατρέπονται σε αδηφάγους οργανισμούς που όχι μόνο δεν πραγματοποιούν κέρδη, αλλά αντίθετα απομυζούν τα κρατικά ταμεία. Οι Κυπριακές Αερογραμμές, το Διυλιστήριο, το ΡΙΚ, οι Δασικές Βιομηχανίες είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτυχημένης κρατικής διαχείρισης που συνεχίζεται για δεκαετίες. Ακόμα και οι οργανισμοί που λειτουργούν σχετικά ικανοποιητικά όπως η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ έχουν ψηλά κόστη λειτουργίας τα οποία στο τέλος πληρώνει ο καταναλωτής υπό μορφή αυξημένων τελών. Αυτό πλήττει κυρίως τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα τα οποία ξοδεύουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τις υπηρεσίες αυτές. Αυτό καταρρίπτει και το μύθο ότι οι ιδιωτικοποιήσεις πλήττουν τους φτωχούς. Οι φτωχοί δεν είναι υπάλληλοι των ημικρατικών, απλώς πληρώνουν για την κακοδιαχείρισή τους.

Η επιχειρηματική δραστηριότητα είναι δουλειά του ιδιωτικού τομέα. Οι ιδιώτες έχουν και τις ικανότητες αλλά και τους λόγους να διαχειριστούν αποτελεσματικά ένα οργανισμό. Απο κει και πέρα το κράτος πρέπει να διαδραματίσει τον εποπτικό και ρυθμιστικό του ρόλο. Για να γίνει αυτό σωστά απαιτείται η ύπαρξη εποπτικών αρχών που να διαθέτουν την τεχνογνωσία και την ελευθερία δράσης να παρεμβαίνουν όποτε κρίνεται αναγκαίο. Σε αυτό το παιγνίδι είμαστε ακόμα πολύ πίσω. Η προϊστορία του κράτους μας στην εποπτεία των αγορών είναι γεμάτη με αποτυχίες, όπως οι περιπτώσεις των πετρελαιοειδών και των φαρμάκων. Αν αφήσουμε κατά μέρος την επιμονή σε ξεπερασμένες αντιλήψεις μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις εμπειρίες των Ευρωπαίων εταίρων μας.

Πολίτης, 22/6/2003

8 Σεπτεμβρίου 2002

Τα εκατομμύρια της ΑΤΗΚ

Η απόφαση της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού για επιβολή προστίμου ύψους 20 εκατομμυρίων λιρών στην ΑΤΗΚ σηματοδοτεί την έναρξη μιας καινούριας εποχής στο θέμα του ανταγωνισμού στην Κυπριακή οικονομία. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη σημαντική καταδικαστική απόφαση της Επιτροπής που δηλώνει με αυτό τον τρόπο παρούσα στο οικονομικό γίγνεσθαι του τόπου.

Η απόφαση της Επιτροπής θα έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην ίδια την ΑΤΗΚ όσο και στην εξέλιξη της τηλεπικοινωνιακής αγοράς στον τόπο μας. Χωρίς αμφιβολία το θέμα αυτό θα συνεχίσει να μας απασχολεί για αρκετό καιρό ακόμα. Ένα από τα πρώτα θέματα που ανέκυψαν είναι αυτό του τρόπου διάθεσης τόσο του ποσού του προστίμου όσο και των υπολοίπων εκατομμυρίων της ΑΤΗΚ. Ακούστηκαν διάφορες προτάσεις για τα 20 εκατομμύρια του προστίμου, όπως για παράδειγμα η διάθεση του ποσού για επενδύσεις σε τεχνολογική υποδομή. Η ίδια η ΑΤΗΚ υποσχέθηκε να διαθέσει επιπρόσθετο ποσό 30 εκατομμυρίων για τη στήριξη του πολιτισμού και του αθλητισμού. Από την άλλη οι σύνδεσμοι των καταναλωτών ζητούν την επιστροφή των χρημάτων στους δικαιούχους τους, τους καταναλωτές δηλαδή που πληρώνουν για τις υπηρεσίες της ΑΤΗΚ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρόταση των συνδέσμων των καταναλωτών είναι η ορθότερη και δικαιότερη. Για να γίνει όμως σωστά η επιστροφή χρημάτων θα πρέπει να διεξαχθεί λεπτομερής έρευνα ώστε να διαπιστωθεί η επιπρόσθετη επιβάρυνση που επωμίστηκε ο κάθε καταναλωτής την περίοδο για την οποία επεβλήθηκε το πρόστιμο. Το κόστος ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι μάλλον απαγορευτικό και καθιστά ανέφικτη αυτή την επιλογή.

Από την άλλη, οι προτάσεις για διάθεση των χρημάτων σε διάφορους κοινωφελείς σκοπούς έχουν το μειονέκτημα ότι δεν είναι αποτέλεσμα σοβαρής μελέτης και προγραμματισμού αλλά αποτελούν μάλλον ενστικτώδη αντίδραση στο αναπάντεχο κελεπούρι. Ιδιαίτερα η "προσφορά" της ΑΤΗΚ θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολλή σκεπτικισμό. Αν τα 30 εκ. αποτελούν περιουσία του Κυπριακού λαού τότε αρμόδιο όργανο να αποφασίσει τη διάθεσή τους δεν είναι βέβαια η ΑΤΗΚ αλλά το Κυπριακό κράτος. Το κράτος έχει την ευθύνη να ιεραρχεί τις προτεραιότητές του και ανάλογα να αποφασίζει πού και πώς θα διαθέσει τα έσοδά του, από όπου κι αν προέρχονται. Έτσι και τα εκατομμύρια της ΑΤΗΚ θα πρέπει να περάσουν στα δημόσια ταμεία που σίγουρα τα χρειάζονται.

Είναι σημαντικό το θέμα αυτό να αντιμετωπιστεί από την αρχή με τη δέουσα σοβαρότητα για να μην δημιουργηθούν κακά προηγούμενα. Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού δείχνει να έχει τη διάθεση να προχωρήσει δυναμικά στη εξέταση υποθέσεων εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης και προσυνεννοημένης τιμολόγησης. Αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα από πρόστιμα θα συνεχίσουν να έρχονται. Δεν είναι δυνατό κάθε φορά που κάποια εταιρεία τιμωρείται να της επιτρέπουμε να προσπαθήσει να βελτιώσει την εικόνα της δωροδοκώντας ουσιατικά τους πολίτες.

Πολίτης, 8/9/2002