Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαφθορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαφθορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Μαΐου 2019

Διορισμοί: μια μεταρρύθμιση που δεν έγινε

[Ευρωκέρδος 209, Απρίλιος-Ιούνιος 2019]

Μια από τις μεγαλύτερες διαχρονικές αδυναμίες του Κυπριακού πολιτικού συστήματος, αφορά τον τρόπο επιλογής των ανθρώπων που θα στελεχώσουν δημόσιους και ημικρατικούς οργανισμούς, ανεξάρτητα συμβούλια και εποπτικές αρχές. Το θέμα είναι πάντα επίκαιρο, ιδιαίτερα όμως την τελευταία περίοδο λόγω του πορίσματος για το Συνεργατισμό και της διαδοχής στην Κεντρική Τράπεζα (σημείωση: το παρόν γράφτηκε πριν ανακοινωθεί η επιλογή για την ΚΤΚ).

Η θέση του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί καλό παράδειγμα γιατί είναι μια από τις σημαντικότερες σε κάθε κράτος, και είναι ταυτόχρονα και εξαιρετικά απαιτητική. Ένας διοικητής θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ήθος και εντιμότητα, να έχει άριστες γνώσεις οικονομικών και τραπεζικής, και ταυτόχρονα να έχει τις διοικητικές ικανότητες που χρειάζονται για να μπορεί να διευθύνει ένα μεγάλο οργανισμό (ειδικά όταν ο οργανισμός αντιμετωπίζει πολλά εσωτερικά προβλήματα, όπως η ΚΤΚ).

Με αυτά τα δεδομένα θα περίμενε κανείς ότι θα υπήρχε μια συστηματική διαδικασία αναζήτησης και επιλογής του κατάλληλου ανθρώπου για να αναλάβει αυτό το δύσκολο έργο. Και όμως. Εδώ και μήνες διαβάζουμε στις εφημερίδες και στα ΜΚΔ διάφορα ονόματα που κυκλοφορούν. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει, πώς λειτουργεί η διαδικασία, πώς αξιολογούνται οι υποψήφιοι και με ποια κριτήρια. Όλα δείχνουν ότι επιλέγουμε διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με τον ίδιο τρόπο που επιλέγουμε το κάθε μέλος διοικητικού συμβουλίου ενός ημικρατικού οργανισμού.

Το πόρισμα της ερευνητικής επιτροπής για τον Συνεργατισμό χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά την προ του 2013 περίοδο, κατά την οποία ο Συνεργατισμός φορτώθηκε με τα προβληματικά δάνεια που επέφεραν τελικά την κατάρρευση. Η επιτροπή είναι καταπελτική για το ρόλο των κομμάτων στη διακυβέρνηση των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΣΠΙ) και για το διορισμό στις επιτροπείες των ΣΠΙ ατόμων χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα για τις θέσεις αυτές.

Το δεύτερο μέρος του πορίσματος αφορά τη διαχείριση των συσσωρευμένων προβλημάτων του Συνεργατισμού μετά το 2013. Παρά τα όσα είχαν προηγηθεί, το πάθημα δεν έγινε μάθημα. Δεν ακολουθήθηκαν αξιοκρατικές διαδικασίες επιλογής ανθρώπων για να στελεχώσουν το Συνεργατισμό σε αυτή την κρίσιμη καμπή. Το κράτος-ιδιοκτήτης δεν κράτησε τις απαραίτητες αποστάσεις από τη διεύθυνση του οργανισμού και δεν επέτρεψε την αμφισβήτηση και την αντιπαράθεση απόψεων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερες αποφάσεις.

Υπάρχει όμως και μια σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο περιόδων, η οποία πιστεύω δεν έχει αναδειχθεί στο βαθμό που θα έπρεπε. Την περίοδο πριν το 2013, βασικό κριτήριο επιλογής προσώπων ήταν η εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων και ισορροπιών. Την περίοδο μετά το 2013 το στοιχείο αυτό εξακολουθεί μεν να υπάρχει, όμως είναι λιγότερο καθοριστικό. Το κυριότερο προσόν που φαίνεται να χρειάζεται κάποιος για να διοριστεί είναι να ανήκει σε ένα στενό επαγγελματικό/κοινωνικό κύκλο. Το κίνητρο δεν είναι (μόνο) το βόλεμα ημετέρων και η εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων, αλλά η υπερβολική αυτοπεποίθηση που φτάνει στα όρια της αλαζονείας: εμείς ξέρουμε καλύτερα.

Πώς θα πρέπει να γίνονται οι διορισμοί σε μια ευνομούμενη χώρα; Καμία διαδικασία δεν είναι αψεγάδιαστη, όμως υπάρχουν καλές διεθνείς πρακτικές από τις οποίες μπορούμε να μάθουμε. Μια απλή διαδικασία είναι η εξής: (α) όλες οι θέσεις θα δημοσιοποιούνται, μαζί με τις ευθύνες και υποχρεώσεις που συνεπάγεται η κάθε μια και τα προσόντα που απαιτεί· (β) κάθε ενδιαφερόμενος θα μπορεί να υποβάλει αίτηση σε μια ανεξάρτητη επιτροπή η οποία θα αξιολογεί τους υποψήφιους· (γ) η επιτροπή θα υποβάλει μια έκθεση με τις συστάσεις της στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο έχει την τελική ευθύνη της επιλογής.

Στο τέλος βέβαια ακόμα και η πιο άψογη διαδικασία χρειάζεται και την κατάλληλη κουλτούρα αξιοκρατίας για να αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αυτή η μεταρρύθμιση στη νοοτροπία μας αποδεικνύεται η πιο δύσκολη.

15 Ιουνίου 2017

Το πρόβλημα με τα διαβατήρια

[Ευρωκέρδος 199, Ιούνιος-Ιούλιος 2017.]

Η Κυπριακή οικονομία καταγράφει ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα το 3.3% του πρώτου τριμήνου του 2017. Πέρα από τον τουρισμό, η ανάπτυξη οφείλεται στην κτηματαγορά και τις κατασκευές, τομείς που επωφελούνται κυρίως από το σχέδιο πολιτογράφησης ξένων επενδυτών.

Πολλές χώρες έχουν καταρτίσει σχέδια προσέλκυσης ξένων επενδυτών με παραχώρηση υπηκοότητας ή μόνιμης διαμονής. Επί της αρχής, η ιδέα είναι καλή. Οι ξένοι επενδυτές μπορούν να φέρουν κεφάλαια, τεχνογνωσία και εμπειρία, και να πραγματοποιήσουν επενδύσεις που να συνεισφέρουν σημαντικά σε μια οικονομία, ειδικά όταν αυτή είναι μικρή όπως τη δική μας.  Το πρόβλημα είναι ότι τα περισσότερα σχέδια –περιλαμβανομένου και του Κυπριακού– δίνουν έμφαση σε επενδύσεις σε ακίνητα. Μια ξένη επένδυση σε ακίνητη περιουσία αποφέρει πολύ λιγότερα οφέλη από μια ισομεγέθη επένδυση σε δραστηριότητες όπως η ανέγερση ενός εργοστασίου, η δημιουργία ενός ερευνητικού εργαστηρίου ή η εγκατάσταση των κεντρικών γραφείων μιας εταιρείας. Αυτές οι δραστηριότητες δημιουργούν ελκυστικές θέσεις εργασίας, εισαγάγουν τεχνολογία και εμπειρογνωμοσύνη, και δημιουργούν ζήτηση για τοπικά προϊόντα και υπηρεσίες όπως σχολεία και εστιατόρια. Αποφέρουν συνεχή και μακροπρόθεσμα οφέλη που διανέμονται ευρέως σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού.

Αντίθετα, τα οφέλη από τις επενδύσεις σε ακίνητα είναι βραχύβια και συγκεντρωμένα. Επωφελούνται κυρίως οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, οι εταιρείες ανάπτυξης γης, και οι μεσάζοντες που μεσολαβούν στις συναλλαγές. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν οι νέοι πολίτες δεν έχουν καμία υποχρέωση διαμονής στη καινούρια τους πατρίδα, όπως ισχύει στην Κύπρο και κάποια νησάκια της Καραϊβικής και του Ειρηνικού. Kαι καταλήγουμε να έχουμε πολυτελή κτήρια-φαντάσματα.

Σχέδια προσέλκυσης επενδυτών μέσω της αγοράς γης οδηγούν σε τεχνητή αύξηση των τιμών των ακινήτων και συνεπώς σε δημιουργία υπεραξίας, ή άλλως οικονομικών προσόδων (rents). Όπως μας εξήγησε ο Ντέιβιντ Ρικάρντο πριν 200 χρόνια, πρόσοδος είναι το υπερκέρδος που αποκομίζουν οι ιδιοκτήτες κάποιου σπάνιου συντελεστή παραγωγής χωρίς να κοπιάσουν ή να επενδύσουν, απλώς γιατί αυξήθηκε η τιμή του. Την εποχή του Ρικάρντο αυτός ο συντελεστής ήταν η γη και κερδισμένοι ήταν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες που την κληρονόμησαν. Την δική μας εποχή υπάρχει ένας επιπρόσθετος πόρος που τελεί σε σπανιότητα: η πληροφορία και οι διασυνδέσεις (προσωπικές, πολιτικές, ή άλλες). Πέραν των ιδιοκτητών γης λοιπόν, επωφελούνται όσοι γνωρίζουν το σύστημα και μπορούν να το αξιοποιήσουν προς ίδιον όφελος, εισπράττοντας έτσι ένα σημαντικό μερίδιο των προσόδων που δημιουργεί αυτή η κρατική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί πολιτικοί και άτομα συνδεδεμένα με αυτούς δραστηριοποιούνται σε αυτό τον τομέα. Το πρόσφατο παράδειγμα της οικογένειας του γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ είναι ενδεικτικό.

Πέρα από τον πλουτισμό των τυχερών ιδιοκτητών τους, η αύξηση των τιμών των ακινήτων δημιουργεί και άλλα προβλήματα. Το σημαντικότερο είναι ότι καθιστά άλλες επενδύσεις μη κερδοφόρες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται παραγκωνισμός επενδύσεων σε άλλους τομείς της οικονομίας. Οι τιμές των ακινήτων στο παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού έχουν ανέβει σε τέτοια επίπεδα όπου ουσιαστικά η μόνη συμφέρουσα επένδυση είναι η ανέγερση πύργων με διαμερίσματα για όσους ενδιαφέρονται για διαβατήρια. Δεν είναι συμφέρουσα, για παράδειγμα, η ανέγερση ενός καινούριου ξενοδοχείου. Πρόκειται για μια μορφή της Ολλανδικής νόσου: η μεγάλη ανάπτυξη ενός κλάδου της οικονομίας οδηγεί σε αύξηση των τιμών αγαθών και ακινήτων, καθώς και μισθών, σε τέτοιο βαθμό που καθιστά τους υπόλοιπους τομείς μη ανταγωνιστικούς και τους οδηγεί σε συρρίκνωση. Δημιουργείται εξάρτηση από ένα κλάδο της οικονομίας, και όταν αυτός σταματήσει να αναπτύσσεται δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα σε όλη την οικονομία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Κυπριακό σχέδιο προσέλκυσης επενδυτών είναι επιτυχημένο αν το κρίνουμε με βάση το ενδιαφέρον που προσέλκυσε και τη συνεισφορά του στην αναζωογόνηση του τομέα των κατασκευών, αλλά και στην οικονομική ανάπτυξη γενικότερα. Αν ήταν σε όλους κατανοητό ότι πρόκειται για ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση της κρίσης, τότε οι αρνητικές του επιπτώσεις θα μπορούσαν να προσπεραστούν. Δυστυχώς όμως αυτό δεν φαίνεται να ισχύει. Η ευφορία που δημιουργείται από την εφήμερη ανάπτυξη δημιουργεί εφησυχασμό και υποσκάπτει τις προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό.

Η υπηκοότητα είναι δημόσιος πλούτος. Αν είναι να πωληθεί, πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι στρεβλώσεις να ελαχιστοποιούνται και τα οφέλη να διαχέονται σε όσο το δυνατό περισσότερους. Όπως έγραψε πρόσφατα το περιοδικό Economist, θα ήταν καλύτερο οι ενδιαφερόμενοι να βγάζουν μια επιταγή στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τον τρόπο που εφαρμόζεται σήμερα, το σχέδιο ωφελεί τους λίγους και δημιουργεί τεράστιες στρεβλώσεις που αποθαρρύνουν τις επενδύσεις σε άλλους τομείς της οικονομίας. Χρειάζεται να επανεξεταστεί το συντομότερο, προτού προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά.

18 Σεπτεμβρίου 2011

Διαχείριση Φυσικού Αερίου: Ερωτήματα και Εισηγήσεις

Σωφρόνης Κληρίδης - Αναπληρωτής Kαθηγητής Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Αλέξανδρος Μιχαηλίδης – Καθηγητής Χρηματοοικονομικών, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Πάνος Παπαναστασίου – Καθηγητής Γεωμηχανικής Πετρελαίων, Κοσμήτορας Πολυτεχνικής Σχολής, Πανεπιστήμιο Κύπρου

Πριν λίγους μήνες κάποιος μας ρώτησε αν η ανεύρεση φυσικού αερίου θα μας κάνει περισσότερο σαν τη Νορβηγία ή περισσότερο σαν τη Λιβύη. Δεδομένης της παρουσίας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα θέλαμε να πιστεύουμε ότι η διαχείριση του φυσικού αερίου θα μας φέρει πιο κοντά στη Νορβηγία. Τελευταία, όμως, έχουμε αρχίσει να ανησυχούμε διότι το θέμα του φυσικού αερίου έχει τόσο διεθνείς διαστάσεις όσο και διαστάσεις εσωτερικής, οικονομικής και τεχνικής διαχείρισης, όπως ακριβώς και η παραλαβή και διαχείριση των εκρηκτικών. Ανησυχούμε, γιατί αν εξαιρέσουμε την απώλεια ζωών που δεν μετράται σε αριθμούς, η οικονομική πτυχή του φυσικού αερίου είναι τουλάχιστο δεκαπλάσιας σημασίας από ότι οι ζημιές στο Βασιλικό.

Η διαχείριση του φυσικού αερίου αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για ένα θέμα υψίστης εθνικής σημασίας με τεράστιες γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις. Είναι ένα θέμα περίπλοκο που χρειάζεται προγραμματισμό και εμπειρογνωμοσύνη από πολλά και πολύ διαφορετικά επιστημονικά πεδία (μηχανικούς πολλών ειδικοτήτων, γεωλόγους, οικονομολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και νομικούς, τουλάχιστον). Για ένα τόσο σημαντικό θέμα, αναμέναμε ότι θα διεξαγόταν ένας σοβαρός δημόσιος διάλογος, ότι θα υπήρχε μια διαδικασία λήψης αποφάσεων που θα αξιοποιούσε την επιστημονική γνώση, και ότι όλα αυτά θα κατέληγαν σε μια καλά σχεδιασμένη κρατική πολιτική η οποία θα εκφραζόταν με προσεκτικό τρόπο στο ανώτατο δυνατό επίπεδο.

Αντί αυτού, τι παρατηρούμε; Ο δημόσιος διάλογος είναι απελπιστικά ανεπαρκής. Η πληροφόρηση από πλευράς κυβέρνησης είναι σχεδόν ανύπαρκτη, ενώ η αντιπολίτευση δεν δείχνει να προβληματίζεται για το θέμα. Η ενεργειακή πολιτική της Κύπρου εκφράζεται κατά κύριο λόγο από το Διευθυντή της Υπηρεσίας Ενέργειας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με αδιαφανή τρόπο στα ενδότερα του κρατικού μηχανισμού χωρίς να αξιοποιείται η υπάρχουσα επιστημονική γνώση. Οι προσφορές εμπειρογνωμοσύνης δεν βρίσκουν ανταπόκριση. Οι πολίτες δεν τυγχάνουν σωστής ενημέρωσης για ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα που μας απασχολούν.

Το Κυπριακό κράτος χαρακτηρίζεται διαχρονικά από μια νοοτροπία μυστικοπάθειας και πατερναλισμού. Τα συρτάρια των υπουργείων είναι γεμάτα από εμπιστευτικές εκθέσεις για όποιο θέμα μπορεί να φανταστεί κανείς. Σύμφωνα με αυτή τη νοοτροπία, ο πολίτης δεν δικαιούται να γνωρίζει τι έγινε στην υπόθεση του αεροπλάνου της Ήλιος και δεν μπορεί να ξέρει σε ποιά κατάσταση βρίσκεται το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (από το οποίο θα εξαρτάται στα γεράματά του). Το κράτος γνωρίζει καλύτερα και θα φροντίσει για όλα.

Μετά τις 11-07-11, ο μύθος αυτός έχει καταρρεύσει. Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται πλέον την πολιτική ηγεσία, ούτε το κράτος και τις δομές του. Ακόμα και στο θέμα του φυσικού αερίου, πολύ σημαντικές αποφάσεις καθυστέρησαν να ληφθούν (η έλευση φυσικού αερίου συζητιόταν από το 1995) και μερικές από τις σημαντικότερες αποφάσεις που έχουν ληφθεί (η απόφαση του 2007 για τον τρόπο έλευσης) έχουν αποδειχθεί λανθασμένες. Χρειάζεται να ξεκινήσει μια νέα εποχή διαφάνειας στα δημόσια πράγματα της Κύπρου. Στο πνεύμα αυτής της ανάγκης, εμείς ως προβληματισμένοι πολίτες και επιστήμονες, καταθέτουμε πιο κάτω τους προβληματισμούς και τις προτάσεις μας για τις τρεις κύριες πτυχές που συνθέτουν το πολύπλοκο θέμα της διαχείρισης του φυσικού αερίου.

Α. Η συμφωνία με τη Noble

Πιστεύουμε ότι κακώς η συμφωνία με τη Noble έχει χαρακτηριστεί ως απόρρητη. Ο πολίτης έχει το δικαίωμα να δει και να αξιολογήσει τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν αυτοί που τον εκπροσωπούν. Υπάρχουν πολλά ερωτήματα για αυτό το θέμα:
  1. Γιατί υπάρχει ρήτρα εμπιστευτικότητας που προβλέπει την πληρωμή προστίμου από την Κυπριακή Κυβέρνηση προς τη Noble αν η συμφωνία διαρρεύσει; Με βάση ποιά αρχή εταιρικής διακυβέρνησης για τη Noble έχει περιληφθεί τέτοια ρήτρα η οποία εμποδίζει τη διαφάνεια και δημιουργεί  συνθήκες για διαφθορά; Ποιός από Κυπριακής πλευράς ήθελε ή συμφώνησε σε τέτοια ρήτρα; Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τη διαπλοκή (μίζες) και να εξασφαλίσουμε συνθήκες χρηστής διοίκησης όταν  δεν υπάρχει διαφάνεια, μηχανισμοί ελέγχου αποφάσεων και ξεκάθαρη κατανομή ρόλων και αρμοδιοτήτων;
  2. Είναι αλήθεια ότι περιλαμβάνεται στη συμφωνία ο όρος ότι θα πρέπει πρώτα η Noble να αποσβέσει όλη την επένδυση πριν  πάρει το Κράτος οποιαδήποτε έσοδα; Σε άλλες συμφωνίες γίνεται ροή στα ταμεία του κράτους από την πρώτη μέρα της εμπορικής εκμετάλλευσης. Γιατί δεν απαντηθήκανε τα σχετικά ερωτήματα σε προηγούμενες δημοσιεύσεις τα οποία δημιουργούν εύλογες ανησυχίες; 
  3. Όταν θα παίρνουμε τον απολογισμό  από τη Noble, πως θα μπορούμε να εξετάσουμε αν το κόστος εξόρυξης που δηλώνει η εταιρεία είναι ορθό και δικαιολογημένο; Γιατί δεν δημιουργήθηκε Εταιρεία Πετρελαίου –Φυσικού Αερίου Κυπριακών συμφερόντων η οποία θα έμπαινε σε κοινοπραξία με τη Noble και άλλες εταιρείες στο μέλλον ώστε να μπορούν να ελέγχονται τα έξοδα; Γιατί έχουν αγνοηθεί  οι επανειλημμένες προτροπές να δημιουργηθεί μία τέτοια εταιρεία για να αποκτήσουμε την τεχνογνωσία που θα ανοίξει ακόμη ένα αναπτυξιακό τομέα στην Κυπριακή οικονομία; 
  4. Γιατί η Αντιπολίτευση δεν ζητά πλήρη διαφάνεια σε αυτό τον τομέα; Είναι η οικονομική πτυχή του θέματος υψίστης εθνικής σημασίας ή εξυπηρετούνται άλλες σκοπιμότητες; Θέτουμε αυτό το ερώτημα στην Αντιπολίτευση επειδή για το πόρισμα Πολυβίου (που όλες οι μαρτυρίες παρέλασαν στους δέκτες μας), η Αντιπολίτευση ήθελε πλήρη δημοσιοποίηση του τελικού πορίσματος. Για τους όρους αυτού του Συμβολαίου, που πιθανόν να μας δένει τα χέρια για πολλά χρόνια, και τα ποσά συμποσούνται σε δισεκατομμύρια ευρώ, δεν ακούσαμε καμία απαίτηση για διαφάνεια.
Σημειώνουμε ότι η αντίστοιχη συμφωνία του Ισραήλ με την ίδια εταιρεία είναι γνωστή και μάλιστα έχει τύχει αναθεώρησης προς όφελος του Ισραήλ μετά από μελέτη της Επιτροπής Sheshinski τον περασμένο χρόνο.  Τα πορίσματα της μελέτης είναι αναρτημένα στην ιστοσελίδα του Ισραηλινού Υπουργείου Οικονομικών όπου ο καθένας μπορεί να τα βρει και να τα μελετήσει.

Προτείνουμε: α) την άμεση δημοσιοποίηση της συμφωνίας με τη Noble, β) τη σύσταση Εταιρείας Πετρελαίων-Φυσικού Αερίου  και γ) τη σύσταση επιτροπής ειδικών η οποία θα διαχειρίζεται από εδώ και μπρος τα τεχνικά ζητήματα που σχετίζονται με την εξόρυξη του φυσικού αερίου από το οικόπεδο Αφροδίτη. Η επιτροπή θα πρέπει να αποτελείται από κυβερνητικούς τεχνοκράτες αλλά και εξωτερικούς εμπειρογνώμονες.

Β. Τα έσοδα


Ποια είναι τα αναμενόμενα έσοδα για την Κυπριακή Δημοκρατία και πότε να αναμένονται; Πώς θα αξιοποιηθούν αυτά τα χρήματα; Θα μπουν στα δημόσια ταμεία για να κατασπαταληθούν ή θα επενδυθούν για να ευεργετήσουν και τις επόμενες γενεές στις οποίες επίσης ανήκουν;

Προτείνουμε τη δημιουργία - στο πρότυπο της Νορβηγίας - ενός Κυπριακού Ταμείου Επενδύσεων Φυσικού Αερίου (ΚΤΕΦΑ) για λόγους ανταγωνιστικότητας, σωστής μακροπρόθεσμης επενδυτικής διαχείρισης και σωστής εταιρικής διακυβέρνησης το οποίο θα αναλάβει τη διαχείριση και επένδυση των προσόδων από το φυσικό αέριο. Είναι σημαντικό το Ταμείο αυτό να δημιουργηθεί πριν ξεκινήσει η ροή εσόδων και να το διαχειρίζεται μία ανεξάρτητη Επιτροπή από ανθρώπους ειδικούς, εγνωσμένου κύρους και αδιάβλητου χαρακτήρα.

Γ. Η πολιτική διαχείριση

Ποιος χειρίζεται το θέμα από πλευράς κυβέρνησης; Οι δύο κατ’ εξοχήν αρμόδιοι υπουργοί (Εξωτερικών και Εμπορίου) και η περί των Υδρογονανθράκων Επιτροπή των γενικών διευθυντών (που εξ όσων γνωρίζουμε συγκαλείται επιλεκτικά)  έχουν γνώσεις στα θέματα αυτά;  Ή μήπως έχουμε αφήσει ένα τεχνοκράτη να χειρίζεται ένα ζήτημα ύψιστης εθνικής σημασίας σε συνθήκες πλήρους αδιαφάνειας ;

Εξαιτίας της 11ης Ιουλίου γνωρίζουμε ότι τα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ τουλάχιστον ενός εκ των αρμοδίων υπουργών και του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν λειτουργούσαν κανονικά. Σε ποιο βαθμό είναι ενήμερος ο Πρόεδρος για τις ενέργειες που γίνονταν όλα αυτά τα χρόνια; Οι νέοι υπουργοί που μόλις έχουν αναλάβει χρειάζονται κάποιο χρόνο να προσαρμοστούν. Σε 17 μήνες έχουμε εκλογές και πιθανότατα να έχουμε νέους υπουργούς. Αυτή η συνεχής εναλλαγή προσώπων και η αποδεδειγμένη έλλειψη συντονισμού σε κυβερνητικό επίπεδο αφήνουν ένα τεράστιο κενό ηγεσίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα ζήτημα ύψιστης εθνικής σημασίας να καταλήγει να τυγχάνει διαχείρισης από κρατικές υπηρεσίες, χωρίς να υπάρχει καθοδήγηση από μία ξεκάθαρη εθνική πολιτική.

Προτείνουμε όπως συσταθεί μια Εθνική Επιτροπή Διαχείρισης Φυσικού Αερίου. Το θέμα δεν είναι κομματικό, ούτε θέμα μιας κυβέρνησης. Αφορά ολόκληρο το λαό, καθώς και τις μελλοντικές γενιές. Είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί η συνέχεια και σταθερότητα της πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας πάνω σε αυτό το κρίσιμο θέμα.

Πολίτης, Φιλελεύθερος, Αλήθεια, 18/9/2011

1 Αυγούστου 2010

Υπουργείο Ρουσφετιού

Έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα του ρουσφετιού. Είναι βαζιά ριζωμένο στη ψυχολογία του Κύπριου. Όλοι το κατακρίνουν, όλοι το καταδικάζουν, αλλά ταυτόχρονα όλοι (ή τουλάχιστον η μεγάλη πλειοψηφία) το επιζητούν. Γεγονότα όπως αυτά που ζήσαμε το τελευταίο δεκαπενθήμερο θα μου προκαλούσαν οργή και αγανάκτηση πριν μερικά χρόνια. Τώρα, ήταν απλώς ένα κωμικό επεισόδιο που έσπασε τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Και δεν είμαι μόνος. Είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι Κύπριοι αντιμετωπίζουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το θέατρο που παρακολουθούμε.

Παρόλα αυτά, ο οικονομολόγος μέσα μου δεν παύει να με ενοχλεί. Εμείς οι οικονομολόγοι έχουμε μανία με την αποτελεσματικότητα. Κι αυτό που με τρώει είναι ότι ο τρόπος που διεκπεραιώνεται το ρουσφέτι δεν είναι καθόλου αποτελεσματικός. Οι διαδικασίες είναι πολύκλοκες και αδιάφανες. Ο πολίτης είναι υπόχρεως να παίρνει σβάρνα τα τηλέφωνα για να μπορέσει να εξασφαλίσει μια απλή εξυπηρέτηση. Από την άλλη, ο κάθε υπουργός, βουλευτής, ή άλλος αξιωματούχος αναγκάζεται να ξοδεύει πολλές ώρες ακούγοντας παράπονα, αξιολογώντας αιτήματα και ζητώντας εξυπηρετήσεις. Αν δε είναι καλά οργανωμένος πρέπει να τηρεί αρχείο όλων των αιτημάτων που παίρνει για να μπορεί μετά να τα χρησιμοποιήσει εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. (Όλα αυτά βέβαια γίνονται αυστηρά και μόνο για σκοπούς άσκησης διοικητικού ελέγχου και αποκατάσταση αδικιών.)

Αυτό που χρειάζεται πιστεύω είναι η θεσμοθέτηση της διαδικασίας μέσω ενός κεντρικού φορέα, ίσως και ενός Υπουργείου Ρουσφετιού. Το υπουργείο αυτό θα αναλάβει τη διεκπεραίωση του ρουσφετιού σε ολόκληρη την κρατική μηχανή. Ο πολίτης που ζητά εξυπηρέτηση θα παρουσιάζει στο εν λόγω υπουργείο το αίτημά του μαζί με τα απαραίτητα δικαιολογητικά όπως κομματικές ταυτότητες και συστατικές επιστολές από κομματικούς αξιωματούχους. Ανάλογα με το ποιος είναι στην εξουσία τα πιστοποιητικά αυτά θα αξιολογούνται δεόντως και θα λαμβάνεται απόφαση. Όμορφα και παστρικά, χωρίς άσκοπες ταλαιπωρίες.

Κυρίως, όμως, η δημιουργία Υπουργείου Ρουσφετιού θα απελευθερώσει το χρόνο των υπόλοιπων υπουργών της κυβέρνησης. Μπορούμε τότε να ελπίζουμε ότι οι υπουργοί μας θα έχουν περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους για να ασχοληθούν με τα μεγάλα προβλήματα που ταλανίζουν αυτόν τον δύσμοιρο τόπο.

Πολίτης, 1/8/2010

Σημείωση: το πιο κάτω κείμενο είχε πρωτοδημοσιευτεί στον "Πολίτη" στις 15/5/2005 με αφορμή κάποια άλλα φαξ κάποιων άλλων στελεχών κάποιας άλλης κυβέρνησης...

15 Μαΐου 2005

Υπουργείο Ρουσφετιού

Έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα του ρουσφετιού. Είναι βαζιά ριζωμένο στη ψυχολογία του Κύπριου. Όλοι το κατακρίνουν, όλοι το καταδικάζουν, αλλά ταυτόχρονα όλοι (ή τουλάχιστον η μεγάλη πλειοψηφία) το επιζητούν. Γεγονότα όπως αυτά που ζήσαμε το τελευταίο δεκαπενθήμερο θα μου προκαλούσαν οργή και αγανάκτηση πριν μερικά χρόνια. Τώρα, ήταν απλώς ένα κωμικό επεισόδιο που έσπασε τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Και δεν είμαι μόνος. Είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι Κύπριοι αντιμετωπίζεουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το θέατρο που παρακολουθούμε.

Παρόλα αυτά, ο οικονομολόγος μέσα μου δεν παύει να με ενοχλεί. Εμείς οι οικονομολόγοι έχουμε μανία με την αποτελεσματικότητα. Κι αυτό που με τρώει είναι ότι ο τρόπος που διεκπεραιώνεται το ρουσφέτι δεν είναι καθόλου αποτελεσματικός. Οι διαδικασίες είναι πολύκλοκες και αδιάφανες. Ο πολίτης είναι υπόχρεως να παίρνει σβάρνα τα τηλέφωνα για να μπορέσει να εξασφαλίσει μια απλή εξυπηρέτηση. Από την άλλη, ο κάθε υπουργός, βουλευτής, ή άλλος αξιωματούχος αναγκάζεται να ξοδεύει πολλές ώρες ακούγοντας παράπονα, αξιολογώντας αιτήματα και ζητώντας εξυπηρετήσεις. Αν δε είναι καλά οργανωμένος πρέπει να τηρεί αρχείο όλων των αιτημάτων που παίρνει για να μπορεί μετά να τα χρησιμοποιήσει εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. (Όλα αυτά βέβαια γίνονται αυστηρά και μόνο για σκοπούς άσκησης διοικητικού ελέγχου και αποκατάσταση αδικιών.)

Αυτό που χρειάζεται πιστεύω είναι η θεσμοθέτηση της διαδικασίας μέσω ενός κεντρικού φορέα, ίσως και ενός Υπουργείου Ρουσφετιού. Το υπουργείο αυτό θα αναλάβει τη διεκπεραίωση του ρουσφετιού σε ολόκληρη την κρατική μηχανή. Ο πολίτης που ζητά εξυπηρέτηση θα παρουσιάζει στο εν λόγω υπουργείο το αίτημά του μαζί με τα απαραίτητα δικαιολογητικά όπως κομματικές ταυτότητες και συστατικές επιστολές από κομματικούς αξιωματούχους. Ανάλογα με το ποιος είναι στην εξουσία τα πιστοποιητικά αυτά θα αξιολογούνται δεόντως και θα λαμβάνεται απόφαση. Όμορφα και παστρικά, χωρίς άσκοπες ταλαιπωρίες.

Κυρίως, όμως, η δημιουργία Υπουργείου Ρουσφετιού θα απελευθερώσει το χρόνο των υπόλοιπων υπουργών της κυβέρνησης. Μπορούμε τότε να ελπίζουμε ότι οι υπουργοί μας θα έχουν περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους για να ασχοληθούν με τα μεγάλα προβλήματα που ταλανίζουν αυτόν τον δύσμοιρο τόπο.

Πολίτης, 15/5/2005

18 Οκτωβρίου 2004

Κυπριακές Αερογραμμές: Ανατομία μιας κρίσης

Οι Κυπριακές Αερογραμμές βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Το γιατί είναι λίγο-πολύ γνωστό σε όλους. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν την εταιρεία ως κέντρο διεκπεραίωσης ρουσφετιού. Τη φόρτωσαν με υπεράριθμο προσωπικό και διόριζαν στο ΔΣ άτομα χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα. Οι συντεχνίες καταχράστηκαν την διαπραγματευτική τους ισχύ και επιδείνωσαν τα οικονομικά προβλήματα. Οι κατά καιρούς διοικήσεις έδειξαν στην καλύτερη περίπτωση ατολμία και στην χειρότερη τραγική ανικανότητα.

Ιδιαίτερα μεγάλες είναι οι ευθύνες των δύο τελευταίων κυβερνήσεων. Η κυβέρνηση Κληρίδη είχε την ευθύνη να προετοιμάσει τις ΚΑ για τον επερχόμενο ανταγωνισμό. Αντί όμως να πιέσει την διοίκηση της εταιρείας να νοικοκυρευτεί, της επέτρεψε να αναλάβει τεράστια ρίσκα με αγορές αεροσκαφών και επέκταση σε νέες αγορές σε μια περίοδο κρίσης στις διεθνείς αερομεταφορές. Η δε κυβέρνηση Παπαδόπουλου ανάλαβε καθήκοντα τον καιρό που οι εφιαλτικές διαστάσεις του προβλήματος μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν στην επιφάνεια. Κι ενώ υπήρχε ακόμα χρόνος για διορθωτικά μέτρα, η κυβέρνηση παρέμεινε επί μήνες απαθής θεατής ενώ το διοικητικό συμβούλιο που η ίδια διόρισε έδινε γενναιόδωρες αυξήσεις στο προσωπικό και κωλυσιεργούσε απροκάλυπτα τόσο στην λήψη μέτρων για την εξυγίανση της εταιρείας όσο και στην ολοκλήρωση των ερευνών για τις καταστροφικές αποφάσεις του προηγούμενου ΔΣ (το οποίο, παρεμπιπτόντως, έχει αρκετά κοινά μέλη με τον νυν συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένου και του αντιπροέδρου και στα δύο συμβούλια Αχιλλέα Κυπριανού.)

Ακόμα και σήμερα το ΔΣ των ΚΑ δεν δείχνει να αντιμετωπίζει την κατάσταση με την τόλμη και αποφασιστικότητα που απαιτούν οι περιστάσεις. Ακούμε ότι έχει καταστρώσει σχέδιο δράσης το οποίο προνοεί κατάργηση δρομολογίων, πώληση ή εκμίσθωση αεροσκαφών και κάποιες απολύσεις προσωπικού. Χωρίς να γνωρίζω τις λεπτομέρειες, έχω την υποψία ότι αυτό δεν θα είναι αρκετό. Οι ΚΑ δεν μπορούσαν να καλύψουν τα έξοδά τους όταν χρέωναν 130-150 λίρες για τη διαδρομή Λάρνακα-Αθήνα. Πώς θα μπορέσουν να τα καλύψουν τώρα που ο ανταγωνισμός τις υποχρέωσε να μειώσουν το ναύλο στις 58 λίρες; Πόση διαφορά μπορεί να κάνει η απόλυση 150 τόσων υπαλλήλων, η πλειοψηφία των οποίων είναι χαμηλόμισθοι;

Τί πρέπει να γίνει;

Η παράθεση ευθυνών δεν γίνεται μόνο για λόγους καταγραφής της ιστορίας. Γίνεται κυρίως για να μας βοηθήσει να αντλήσουμε ορισμένα διδάγματα για το πώς πρέπει να προχωρήσουμε από δω και μπρος. Ένα ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι αυτή η πολιτεία έχει αποτύχει οικτρώς στην διαχείριση των ΚΑ. Θα ήταν ευχής έργον αν η κυβέρνηση αναγνώριζε αυτή την πραγματικότητα και προχωρούσε σε μια ριζική αναδιάρθρωση της εταιρείας με τελικό στόχο να την καταστήσει ελκυστική ώστε να μπορέσει να πουληθεί σε ιδιώτες σε 2-3 χρόνια. Με δεδομένη όμως τη θέση της κυβέρνησης εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων, θα ήταν μάλλον ουτοπία να περιμένει κανείς ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Θα ήταν άλλωστε άδικο να περιμένουμε από την κυβέρνηση να κάνει μια τέτοια κίνηση, τη στιγμή που η υποτιθέμενη δεξιά αντιπολίτευση όχι μόνο δεν τολμά να θέσει θέμα αποκρατικοποίησης, αλλά λαϊκίζει κιόλας για το θέμα των απολύσεων.

Ανεξάρτητα όμως από το αν η ιδιωτικοποίηση είναι εφικτή ή όχι, το νοικοκύρεμα της εταιρείας είναι κάτι περισσότερο από απαραίτητο. Τα προβλήματα των ΚΑ είναι διαρθρωτικά και διαχρονικά και δεν θα επιλυθούν με την πώληση 1-2 αεροσκαφών και την απόλυση μερικών δεκάδων χαμηλόμισθων εργαζομένων. Θα χρειαστούν πολύ πιο γενναίες αποφάσεις για μαζικές απολύσεις και για μείωση των απολαβών αυτών που θα μείνουν, κυρίως των υψηλόμισθων πιλότων και διευθυντικών στελεχών. Τα ημίμετρα και οι αποσπασματικές ενέργειες το μόνο που θα πετύχουν είναι να καθυστερήσουν το αναπόφευκτο, αλλά ταυτόχρονα να το κάνουν και πιο οδυνηρό. Τα παραδείγματα της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Alitalia μιλούν από μόνα τους.

Πολίτης, 17/10/2004

20 Ιουλίου 2003

Ευτυχώς που υπάρχει και το ποδόσφαιρο

Η επιδότηση των ποδοσφαιρικών σωματείων είναι ένα εξωφρενικό φαινόμενο το οποίο για χρόνια ήμουν με την εντύπωση ότι μόνο εμένα ενοχλούσε. Ομολογώ ότι εκπλάγηκα από τις έντονες απόψεις που ακούστηκαν τις τελευταίες μέρες εναντίον των σωματείων τόσο από τα έδρανα της Βουλής όσο και στις στήλες των εφημερίδων. Εκπλάγηκα γιατί ούτε οι βουλευτές ούτε οι δημοσιογράφοι μάς έχουν συνηθίσει σε τέτοιες αντιδράσεις. Το κράτος επιδοτεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλές αποτυχημένες βιομηχανίες αλλά ελάχιστοι είναι αυτοί που διαμαρτύρονται. Γιατί τόση φασαρία για μερικά εκατομμύρια που πήγαν στο ποδόσφαιρο, ένα δημοφιλές άθλημα που συγκινεί δεκάδες χιλιάδες κόσμου και συντηρεί εκατοντάδες οικογένειες;

Ο λόγος, πιστεύω, είναι ότι το ποδόσφαιρο είναι μια από τις λίγες περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος βλέπει ακριβώς πού πηγαίνουν τα λεφτά του. Τα μετεγγραφικά παζάρια για τα ακριβοπληρωμένα αστέρια γίνονται θέμα συζήτησης στα καφενεία, τα κομμωτήρια και τα σαλόνια. Η διαφθορά, η κακοδιαχείριση και η βία που κυριαρχούν στο χώρο του ποδοσφαίρου είναι γνωστά ακόμα και στον πιο αμέτοχο πολίτη. Για αυτό και τα επιχειρήματα των σωματείων μόνο θυμηδία προκαλούν στο ευρύ κοινό. Πώς αλλιώς μπορεί να αντιδράσει κανείς στο επιχείρημα ότι η επιδότηση των σωματείων κρατά τους νέους μακριά από τα ναρκωτικά και την εγκληματικότητα;

Σε αντίθεση με τα ποδοσφαιρικά σωματεία, οι περισσότεροι λοιποί αποδέκτες της κρατικής γενναιοδωρίας δεν έχουν την ατυχία να βρίσκονται καθημερινά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έτσι κανείς δεν ξέρει που ακριβώς πηγαίνουν τα χρήματα που επιδοτούν, για παράδειγμα, τους παραγωγούς πατατών, σιτηρών, ή αμπελουργικών προϊόντων. Όλοι υποθέτουν ότι οι επιδοτήσεις καταλήγουν σε φτωχούς βιοπαλαιστές. Κάποιο ποσό πηγαίνει βέβαια και σε αυτούς που έχουν ανάγκη. Όμως ο κανόνας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι οι πολλοί παίρνουν τα λίγα και οι λίγοι παίρνουν τα πολλά. Παρόλο που δεν έχω δει στοιχεία για την Κύπρο, οι αριθμοί που προέρχονται από την Ευρώπη και την Αμερική είναι μάλλον αντιπροσωπευτικοί. Το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων καταλήγουν συνήθως σε μερικούς μεγάλους γαιοκτήμονες και επιχειρηματίες.

Αυτό ακριβώς βλέπουμε στο ποδόσφαιρο. Οι περισσότερες ομάδες παίρνουν ψίχουλα, ενώ τη μερίδα του λέοντος μοιράζονται οι μεγάλες ομάδες της Α' κατηγορίας, αυτές δηλαδή που είναι πρωτίστως υπεύθυνες για τη σήψη. Όμως ευτυχώς που υπάρχει και το ποδόσφαιρο για να δίνει στους πολίτες μια ιδέα για το που πηγαίνουν οι φόροι που πληρώνουν. Είμαι βέβαιος ότι οι πολίτες θα ήθελαν να ξέρουν πώς ακριβώς κατανέμονται και οι υπόλοιπες χορηγίες και επιδοτήσεις που δίνει το κράτος. Έχω την υποψία ότι πολλοί θα εκπλαγούν αν δουν πόσοι και ποιοι είναι οι κύριοι αποδέκτες της κρατικής αρωγής. Ίσως τότε να αρχίσουμε να αναθεωρούμε μερικές από τις πολιτικές μας που εδώ και δεκαετίες βρίσκονται στο απυρόβλητο.

Πολίτης, 20/7/2003

25 Μαΐου 2003

Οι βαθιές ρίζες της θεσμικής διαφθοράς

Πριν ένα ακριβώς χρόνο (19/5/2002) από αυτό το χώρο είχα επικρίνει την πρακτική του διαμοιρασμού των θέσεων του δημοσίου στους εκλεκτούς των κομμάτων. Παραλληλίζοντας το φαινόμενο αυτό με τη συμπεριφορά ενός καρτέλ, την είχα χαρακτηρίσει ως "σιωπηρή συμπαιγνία των κομμάτων". Μια συμπαιγνία που αποσκοπεί στον κομματικό έλεγχο της δημόσιας υπηρεσίας και την εξόφληση χρεών από τα κόμματα προς τους υποστηρικτές τους. Χρησιμοποίησα το χαρακτηρισμό της συμπαιγνίας γιατί ήθελα να τονίσω το γεγονός ότι η πρακτική αυτή δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο κάποιας συγκεκριμένης πολιτικής παράταξης, αλλά αποτελεί την ενσάρκωση μιας νοσηρής νοοτροπίας που ευδοκιμεί σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και όλους τους ιδεολογικούς χώρους.

Πριν ένα χρόνο η τοποθέτηση αυτή ίσως φάνηκε κυνική και άδικη. Στο κάτω-κάτω, τα κόμματα της τότε αντιπολίτευσης δεν είχαν δοκιμαστεί στο πρόσφατο παρελθόν. Σήμερα όμως, τρεις μόλις μήνες μετά την αλλαγή διακυβέρνησης, ακόμα και ο πλέον καλοπροαίρετος παρατηρητής θα πρέπει να έχει πεισθεί ότι η σήψη των θεσμών έχει ρίζες βαθιές αλλά και πλατιές. Οι θέσεις του δημοσίου εξακολουθούν να παραχωρούνται στους εκλεκτούς των κομμάτων΄ το μόνο που φαίνεται να έχει αλλάξει είναι η κομματική απόχρωση των παραληπτών. Το παζάρι που βλέπουμε να εξελίσσεται αυτές τις μέρες για τους επικείμενους διορισμούς στα συμβούλια των ημικρατικών οργανισμών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νοσηρής πρακτικής. Από τη μια φουντώνουν οι διακομματικές κόντρες στην προσπάθεια για εξασφάλιση όσο το δυνατό μεγαλύτερης εκπροσώπησης, ενώ από την άλλη εντείνονται οι ενδοκομματικές διεργασίες για τον καταρτισμό των καταλόγων αυτών που θα ανταμειφθούν για την υπηρεσία τους στο κόμμα.

Υπάρχει όμως καλύτερος τρόπος. Θα πρέπει επιτέλους να καταργηθούν οι κομματικές ποσοστώσεις και να αφαιρεθεί από τα κόμματα το αποκλειστικό δικαίωμα υπόδειξης υποψηφίων. Η αναζήτηση πρέπει να επεκταθεί σε χώρους πέραν των κομματικών στεγανών. Θα πρέπει να δοθεί σε ανεξάρτητες οργανώσεις, επαγγελματικούς συνδέσμους και άλλους μη κυβερνητικούς οργανισμούς η ευκαιρία να προτείνουν άτομα που διαθέτουν τα προσόντα και την ακεραιότητα χαρακτήρος που απαιτούνται για την υπηρεσία σε καίρια πόστα του δημοσίου. Και όσοι θέλουν να προτείνουν υποψήφιους, ας παραδώσουν μαζί με το όνομα και ένα βιογραφικό σημείωμα με τα προσόντα που καθιστούν το άτομο αυτό κατάλληλο για την θέση για την οποία προτείνεται.

Οι οιωνοί δεν είναι καλοί, όμως υπάρχει χρόνος. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη φήμη ανθρώπου που πιστεύει στην αξιοκρατία. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας είχε θέσει την καταπολέμηση του ρουσφετιού ως πρωταρχικό του στόχο. Ο Κύπριος ψηφοφόρος τον εξέλεξε εν μέρει γιατί πίστεψε ότι αυτή του την δέσμευση. Ο κ. Παπαδόπουλος έχει μπροστά του μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποδείξει στους ψηφοφόρους ότι διαθέτει την πολιτική βούληση να μετατρέψει την προσωπική του προσήλωση στην αξιοκρατία σε πολιτική πράξη. Να είναι βέβαιος ότι μια τέτοια στάση θα βρει απήχηση σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης.

Πολίτης, 25/5/2003

16 Ιουνίου 2002

Το σύστημα απέτυχε, καιρός να αλλάξουμε το σύστημα

"... η κυβέρνηση ασκεί αυτοκριτική γιατί ενέδωσε σε κομματικές πιέσεις και μετέτρεψε το θέμα της σύνθεσης των Διοικητικών Συμβουλίων του ΧΑΚ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε συναλλαγή και βόλεμα κομματικών ευνοούμενων. Στην ουσία διορίσθηκαν οι εκλεκτοί των κομμάτων."

Η πιο πάνω δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου ήρθε σε μια ευνοϊκή χρονική συγκυρία για να επιβεβαιώσει την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από τη στήλη αυτή τον τελευταίο μήνα. Συγκεκριμένα, πριν τέσσερις βδομάδες είχαμε επικρίνει την πρακτική του διαμοιρασμού των θέσεων του δημοσίου στα κοινοβουλετικά κόμματα. Δύο βδομάδες αργότερα είχαμε επισημάνει το σημαντικό ρόλο που πρέπει να διαδραματίζουν τα εποπτικά όργανα του κράτους στη διαχείριση της οικονομίας. Υποστηρίξαμε δε ότι είναι η απαραίτητη η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των εποπτικών οργάνων και η στελέχωσή τους με ικανό και έμπειρο προσωπικό.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ορθά οι δύο επιτροπές της Βουλής αναγνωρίζουν ως σημαντικό παράγοντα που οδήγησε στην κατάρρευση του ΧΑΚ την αποτυχία των εποπτικών οργάνων του χρηματιστηρίου να εφαρμόσουν τη νομοθεσία. Ορθά επίσης επισημαίνουν τις πολιτικές ευθύνες της κυβέρνησης για την αδυναμία της να επέμβει όταν ήταν εμφανής η έλλειψη επίβλεψης. Όμως το γεγονός ότι η απόδωση ευθυνών εκ μέρους της Βουλής σταματά στο σημείο αυτό την καθιστά ελλειπή και παραπλανητική. Δίνει την εντύπωση ότι αν ορισμένα άτομα έκαναν τη δουλειά τους καλύτερα τότε δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η φούσκα του ΧΑΚ δεν ήτανθέμα αποτυχίας ενός, δύο, ή δέκα ατόμων. Ήταν αποτυχία του πελατειακού κράτους και της κομματοκρατίας. Τα εποπτικά όργανα του ΧΑΚ απέτυχαν μεν, αλλά η ευθύνη της αποτυχίας τους δεν βαραίνει τόσο τους ίδιους όσο το ίδιο το σύστημα. Το σύστημα δημιούργησε εποπτικά όργανα χωρίς πραγματική ανεξαρτησία και χωρίς την απαραίτητη υποδομή΄ το σύστημα έθεσε επικεφαλής των εποπτικών οργάνων άτομα που δεν είχαν την απαραίτητη τεχνογνωσία΄ το σύστημα τέλος επέτρεπε παρεμβάσεις στο έργο των εποπτικών οργάνων για σκοπούς προώθησης προσωπικών και κομματικών συμφερόντων.

Η κυβέρνηση σε συνεργασία με το κομματικό κατεστημένο τοποθέτησε στο Συμβούλιο του ΧΑΚ και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άτομα ακατάλληλα για τα πόστα αυτά απλώς και μόνο επειδή ήταν οι εκλεκτοί των κομμάτων. Το γεγονός ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώρισε το πρόβλημα και παραδέχτηκε τις ευθύνες της κυβέρνησης είναι μια θετική εξέλιξη. Για να έχει όμως και πρακτική σημασία θα πρέπει να συνοδεύεται και από μια αλλαγή νοοτροπίας. Θα πρέπει να αφήσουμε τους κομματικούς καταλόγους και να αρχίσουμε να ψάχνουμε για τα κατάλληλα άτομα σε άλλους χώρους, ακόμα και στο εξωτερικό. Δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχουμε δει τίποτε που να μας δίνει το δικαίωμα να ελπίζουμε σε κάτι τέτοιο.

Πολίτης, 16/6/2002

19 Μαΐου 2002

Η σιωπηρή συμπαιγνία των κομμάτων

"[...] πρόεδρος του Συμβουλίου ορίστηκε ο ΓK, που υποδείχθηκε από το ΔHKO, και μέλη, ο AX που υποδείχθηκε από το AKEΛ και ο MX που υποδείχθηκε από τον ΔHΣY."

Το πιο πάνω είναι απόσπασμα από είδηση που δημοσιεύτηκε στον "Φιλελεύθερο" της 9ης Μαΐου. (Το όνομα του Συμβουλίου απαλείφθηκε και τα ονόματα αντικαταστάθηκαν με τα αρχικά τους γιατί σκοπός μας δεν είναι να ασχοληθούμε με τους συγκεκριμένους διορισμούς.) Η είδηση θα μπορούσε να αφορά διορισμούς σε οποιαδήποτε κρατική αρχή ή οργανισμό, και απεικονίζει με τον πιο παραστατικό τρόπο την κυριαρχία της δημόσιας ζωής από το διεφθαρμένο κομματικό κατεστημένο. Όπως τα μέλη ενός καρτέλ διαμοιράζουν την αγορά ανάμεσά τους αποκλείοντας τα μη μέλη, έτσι και τα πολιτικά κόμματα της Κύπρου νέμονται τα σημαντικά πόστα της δημόσιας υπηρεσίας αποστερώντας από ικανά αλλά ακομμάτιστα άτομα την ευκαιρία να δείξουν τις δυνατότητές τους.

Ο διαμοιρασμός των θέσεων στα κόμματα αποτελεί φαινομενικά βελτίωση σε σχέση με παλαιότερες καταστάσεις όπου τους διορισμούς μονοπωλούσαν τα κόμματα που βρίσκονταν στην εξουσία. Στην πραγματικότητα όμως η πρακτική αυτή είναι εξίσου αναξιοκρατική με την προηγούμενη. Οι υποψήφιοι επιλέγονται όπως και προηγουμένως με καθαρά κομματικά κριτήρια, με μόνη διαφορά ότι τώρα προέρχονται από πολλά κόμματα αντί από ένα. Αυτό μπορεί μεν να ικανοποιεί κάποιο αίσθημα δικαίου, ουδόλως όμως συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας των διορισμών αφού εξακολουθεί να αποκλείει προσοντούχα άτομα που δεν έχουν πρόσβαση στα ανώτατα κομματικά δώματα. Ίσως μάλιστα η κομματική συμπαιγνία να είναι χειρότερη από τη μονοπώληση των θέσεων από ένα κόμμα. Τουλάχιστον τότε οι υπόλοιποι είχαν κίνητρο να ξεσκεπάσουν το νεποτισμό και την ημετεροκρατία. Τώρα έχει δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι όλα είναι καλά. Τα κόμματα έχουν αποδεχθεί αυτή την κατάσταση αφού τους παρέχει περιζήτητες θέσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ανταμείψουν υποστηρικτές ή για να αποτελέσουν δώρο παρηγοριάς σε αποτυχόντες υποψηφίους σε εκλογικές αναμετρήσεις.

Αυτός που σίγουρα δεν πρέπει να είναι ευχαριστημένος είναι ο Κύπριος πολίτης που βλέπει τα σημαντικότερα πόστα της δημόσιας υπηρεσίας να πληρώνονται από κομματικούς υποψηφίους ποικίλων προελεύσεων και αγνώστων προσόντων χωρίς κανείς να αντιδρά. Μεγάλη ευθύνη για αυτό φέρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η είδηση με την οποία ξεκινήσαμε πέρασε περίπου στα αζήτητα των εφημερίδων. Ως αν οι ευλογίες του κομματικού κατεστημένου να είναι το μόνο προσόν που χρειάζεται κανείς για να αναλάβει ένα υπεύθυνο πόστο. Ενόσω η τέταρτη εξουσία δεν επιτελεί το έργο που έχει αναλάβει, δύσκολα θα καμφθεί η κυριαρχία του κομματικού καρτέλ.

Πολίτης, 19/5/2002