14 Νοεμβρίου 2010
Ιδεολογία και οικονομική πολιτική
Είναι απόλυτα φυσιολογικό και θεμιτό η ιδεολογία να διαδραματίζει ρόλο στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής στο πλαίσιο που μόλις αναφέραμε. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι στο όνομα της ιδεολογίας κάποιες επιλογές να αποκλείονται εκ προοιμίου και να μην λαμβάνονται υπόψιν τα δεδομένα και η τεχνοκρατική ανάλυση. Στον τόπο μας αυτό το φαινόμενο παρουσιάζεται συχνά, όπως φαίνεται από τρία παραδείγματα από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.
Το πρώτο παράδειγμα είναι οι αερομεταφορές. Από οικονομικής και επιχειρηματικής άποψης, η λύση είναι ξεκάθαρη και ονομάζεται ιδιωτικοποίηση. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για το κράτος να είναι ιδιοκτήτης αεροπορικών εταιρειών, για αυτό και όλες σχεδόν οι σύγχρονες οικονομίες έχουν εγκαταλείψει αυτό το ρόλο. Στην Κύπρο η λύση αυτή είναι εκτός συζήτησης για καθαρά ιδεολογικούς λόγους. Τα αποτελέσματα είναι ενώπιόν μας.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την ΑΤΑ. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι το σύστημα όπως εφαρμόζεται σήμερα αποζημιώνει υπερβολικά τους υψηλόμισθους και ανεπαρκώς τους χαμηλόμισθους. Στην πρόταξη αυτού του δεδομένου (και άλλων στρεβλώσεων) αντιτάσσεται το θεολογικό "η ΑΤΑ είναι ευλογία" ή το ηρωικό "η ΑΤΑ κερδήθηκε μέσα από αγώνες και θυσίες" και η συζήτηση τελειώνει πριν καν αρχίσει.
Τέλος, έχουμε το παράδειγμα του ορίου συνταξιοδότησης. Όλοι οι τεχνοκράτες συμφωνούν ότι η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών σχεδίων. Η καθυστέρηση στην επέκτασή του μεταφέρει όλο και μεγαλύτερο βάρος στις επόμενες γενιές. Όμως και αυτό το μέτρο αυτό είναι εκτός συζήτησης για καθαρά ιδεολογικούς λόγους.
Η διαχείριση της οικονομίας είναι πρωτίστως τεχνοκρατική υπόθεση. Οι δογματικές προσεγγίσεις και η προσκόλληση σε ιδεολογικές θέσεις εις βάρος των πραγματικοτήτων επί του εδάφους δυσχεραίνουν την επίλυση μεγάλων προβλημάτων και οδηγούν σε μια επικίνδυνη αποτελμάτωση.
Πολίτης, 14/11/2010
7 Νοεμβρίου 2010
Η απλή αριθμητική του ΤΚΑ
Η ανακοίνωση του ΣΑΚ δεν αναφέρει τις παραδοχές που χρησιμοποιούν και συνεπώς δεν είμαστε σε θέση να τις κρίνουμε. Όμως δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα δεδομένα έχουν χειροτερέψει και ότι η μέρα που το ισοζύγιο χρηματοροών θα καταστεί αρνητικό θα έρθει αρκετά νωρίτερα από το 2030. Για αυτό ξενίζει η έντονη αντίδραση της κυβέρνησης, η οποία γνωρίζει (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει) ότι αυτό θα δείξει η νέα αναλογιστική μελέτη που θα είναι έτοιμη σε δύο μήνες.
Όμως η ουσία του θέματος είναι αλλού. Όπως πολύ σωστά αναφέρει η πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργείου Εργασίας, η κύρια πηγή εσόδων του ΤΚΑ είναι οι εισφορές. Συνεπώς η μακροχρόνια βιωσιμότητα του Ταμείου διασφαλίζεται μόνο εάν οι εισφορές είναι αρκετές για να καλύψουν τις υποχρεώσεις του στο διηνεκές. Δεν έχει τόση σημασία αν το ισοζύγιο θα καταστεί αρνητικό το 2020 ή το 2030, ούτε αν το αποθεματικό θα εξαντληθεί το 2035 ή το 2045. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η μέρα που αυτά τα σενάρια θα γίνουν πραγματικότητα θα φτάσει και ότι δεν είναι τόσο μακριά όσο νομίζουμε. Οι νέοι που μπαίνουν σήμερα στην αγορά εργασίας θα είναι ακόμα σε εργάσιμη ηλικία όταν το αποθεματικό θα έχει εξαντληθεί. Ζητούμε δηλαδή από αυτούς τους νέους να εργάζονται και να συνεισφέρουν για τα επόμενα 35-40 χρόνια γνωρίζοντας ότι δεν θα έχουμε αρκετά έσοδα για να καλύψουμε τις συντάξεις τους. Μπορεί κανείς να κοιτάξει αυτούς τους νέους στα μάτια και να τους διαβεβαιώσει ότι θα πάρουν κανονική σύνταξη στα 60 ή στα 65 όπως οι γονείς τους;
Η κυβέρνηση θεωρεί τη μεταρρύθμιση του 2009 ως μια από τις μεγαλύτερές της επιτυχίες και είναι φυσιολογικό να την υπερασπίζεται. Όμως δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα. Τα δεδομένα είναι ξεκάθαρα και δείχνουν ότι το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι μακροχρόνια βιώσιμο. Όσο περισσότερο καθυστερούμε να αναγνωρίσουμε και να διορθώσουμε το πρόβλημα, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές.
25 Ιουλίου 2010
Αυγουστιάτικη ενδοσκόπηση
1. Αντιμετωπίζουμε σημαντικές οικονομικές προκλήσεις. Το κόστος του δημόσιου τομέα ανεβαίνει με ρυθμούς τους οποίους η οικονομία δεν μπορεί να αντέξει. Οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις του κράτους και των ημικρατικών οργανισμών προς τους υπαλλήλους τους είναι ασήκωτες. Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι βιώσιμο: έχουμε υποσχεθεί στους Κύπριους εργαζόμενους περισσότερα από όσα μπορούμε να τους προσφέρουμε. Τα πιο πάνω δεν αποτελούν κάποιο απίθανο εφιαλτικό σενάριο αλλά μια καταγραφή της πραγματικότητας όπως αυτή προκύπτει μέσα από μια απλή ανάλυση των δεδομένων. Κάποιοι πολιτικοί πρέπει να βρουν το θάρρος να πουν στους πολίτες ότι θα πρέπει να δουλέψουν περισσότερο για να πάρουν τα ίδια ή και λιγότερα. Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο.
2. Η επιζήτηση συναίνεσης μέσω της διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους δεν είναι αποτελεσματική. Καλό είναι να μιλάμε και με τους κοινωνικούς εταίρους, όμως ξέρουμε ότι ο καθένας από αυτούς έχει ως πρώτη προτεραιότητα την υπεράπιση των συμφερόντων της ομάδας που εκπροσωπεί. Επιτέλους, κάποτε θα πρέπει να αρχίσουμε να αξιοποιούμε την εμπειρογνωμοσύνη που υπάρχει σε αυτό τον τόπο. Διαθέτουμε αξιολογότατους οικονομολόγους, λογιστές, αναλογιστές κι ένα σωρό άλλους ειδικούς με προσόντα και περγαμηνές. Καιρός να ζητήσουμε τη συμβολή τους αντί να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο των συντεχνιακών και βιομηχάνων.
3. Η οικονομική συγκυρία που διανύουμε δεν αφήνει πολλά περιθώρια αύξησης φόρων, έτσι η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος θα πρέπει να προέλθει κυρίως από την μείωση των δαπανών και δη του κρατικού μισθολογίου. Αύξηση των φορολογικών εσόδων μπορεί να προέλθει από την πάταξη της φοροδιαφυγής. Είναι όμως σημαντικό η προσπάθεια αυτή να κινηθεί μέσα στα πλαίσια του ισχύοντος φορολογικού συστήματος χωρίς την καταφυγή σε περιστασιακές φορολογίες ή μέτρα τα οποία ξεκάθαρα στοχεύουν συγκεκριμένα άτομα και επιχειρήσεις. Η στόχευση των κοινωνικών παροχών είναι θεμιτή, όμως η σύνδεσή της με τις φορολογικές δηλώσεις επιβραβεύει τη φοροδιαφυγή.
4. Οι θέσεις του τυπικά συγκυβερνώντος ΔΗΚΟ σε θέματα οικονομίας συμπίπτουν σχεδόν απόλυτα με αυτές του ΔΗΣΥ, ενώ και οι θέσεις της ΕΔΕΚ δεν είναι μακριά. Με αυτά τα δεδομένα, η επιδίωξη συναίνεσης μεταξύ όλων των πολιτικών δυνάμεων φαίνεται να είναι ο μόνος τρόπος να ληφθούν αποφάσεις για μη δημοφιλή μέτρα. Δύσκολο εγκείρημα για προεκλογική περίοδο. Ευκαιρία όμως για τον καθένα να δείξει την υπευθυνότητά του.
Πολίτης, 25/7/2010
6 Ιουνίου 2010
Αβέβαιο μέλλον για τους νέους
13 Δεκεμβρίου 2009
Είναι βιώσιμο το ΤΚΑ;
20 Οκτωβρίου 2002
Οι επενδύσεις του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων
Ως γνωστόν το πλεόνασμα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων διοχετεύεται κάθε χρόνο στα κρατικά ταμεία υπό μορφή δανείου. Πρόσφατα οι συντεχνίες ζήτησαν την αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων επένδυσης των αποθεμάτων του ΤΚΑ, τα οποία ξεπερνούν σε σύνολο τα δύο δισεκατομμύρια λίρες. Το θέμα αυτό έχει ανακύψει επανειλημμένα στο παρελθόν, με αποκορύφωμα ίσως την έντονη αρθρογραφία που αναπτύχθηκε το καλοκαίρι του 2000.
Η τότε συζήτηση είχε επικεντρωθεί στο θέμα της επένδυσης ή όχι των αποθεμάτων του ΤΚΑ στο ΧΑΚ. Ένας από τους ένθερμους υποστηρικτές μια τέτοιας επένδυσης ήταν και ο Πρόδρομος Προδρόμου, ο οποίος είχε χρησιμοποιήσει και το επιχείρημα ότι "αν είχαν επενδυθεί το Μάρτιο 1996 £10 εκ. λίρες, ακόμα και σήμερα - μέσα στην κρίση - θα ήταν £38 εκ.!" ("Νέος Τύπος," 12/8/2000.) Το πρόβλημα με αυτή τη λογική είναι καταφανές. Αρκεί να πούμε ότι αν τον Αύγουστο του 2000 είχαν επενδυθεί £10 εκ. στο ΧΑΚ, σήμερα θα είχαν συρρικνωθεί στα £2.2 εκ.
Το γεγονός ότι κάποιος με τις γνώσεις και ικανότητες του κύριου Προδρόμου έφτασε σε μια τόσο λανθασμένη εκτίμηση δείχνει ότι το θέμα δεν σηκώνει ερασιτεχνισμούς. Χρειάζεται να γίνει μια σοβαρή και εις βάθος δημόσια συζήτηση, ανάλογη αυτής που διεξάγεται αυτό τον καιρό στις Ηνωμένες Πολιτείες αναφορικά με τα κυβερνητικά σχέδια για μερική ιδιωτικοποίηση του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Οι αντιδράσεις στα σχέδια αυτά δεν προέρχονται μόνο από τους συνήθεις καχύποπτους που δεν εμπιστεύονται τις αγορές αλλά και από πολλούς οικονομολόγους οι οποίοι ανησυχούν ότι χρηματιστηριακές κρίσεις όπως η σημερινή θα θέσουν σε κίνδυνο τις μελλοντικές συντάξεις των πολιτών.
Βέβαια στην Κύπρο δεν συζητείται θέμα ιδιωτικοποίησης του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων αλλά μόνο η αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων επένδυσης. Ποιος όμως είναι αυτός που θα αναλάβει τη διαμόρφωση αυτής της επενδυτικής πολιτικής; Χρειάζεται κάποιος που να διαθέτει τη διάθεση, τις γνώσεις, αλλά και την ακεραιότητα χαρακτήρος που απαιτεί η ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης. Κάποιος που θα είναι σε θέση να αξιολογεί επενδυτικές ευκαιρίες και ταυτόχρονα να αντιστέκεται σε πιέσεις για επενδύσεις που θα αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλων από αυτών των πολιτών.
Πρέπει να είμαστε όλοι πολύ προσεχτικοί, ιδιαίτερα οι συντεχνίες που αγωνιούν για το μέλλον των μελών τους. Αν θα προχωρήσουμε στη χάραξη μιας νέας επενδυτικής πολιτικής για το ΤΚΑ θα πρέπει να θέσουμε σαφείς κατευθυντήριες γραμμές που να ελαχιστοποιούν την έκθεση των διαχειριστών του ταμείου σε αφόρητες πιέσεις. Ως πρώτο βήμα θα ήταν σοφό να αποκλειστούν οι επενδύσεις στο ΧΑΚ και να μελετηθεί η επένδυση σε κρατικά ομόλογα ξένων χωρών. Έτσι αποφεύγονται οι επενδύσεις υψηλού κινδύνου και επιτυγχάνεται η διασπορά του επενδυτικού κινδύνου, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερους στόχους μιας συνετής επενδυτικής πολιτικής.
Πολίτης, 20/10/2002