Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Ιουλίου 2010

Ώρα για αναζήτηση συγκλίσεων

Το ξέσπασμα του Προέδρου Χριστόφια κατά της Βουλής των Αντιπροσώπων αποτυπώνει με τον πιο παραστατικό τρόπο το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η πολιτική ηγεσία του τόπου. Κυβέρνηση και Βουλή βρίσκονται εδώ και καιρό σε μια συγκρουσιακή πορεία από την οποία κανείς δεν μπορεί να βγει κερδισμένος. Από τη μια η κυβέρνηση προσπαθεί να εφαρμόσει την δική της πολιτική χωρίς να διαβουλεύεται με τα κόμματα, ενώ από την άλλη η Βουλή προχωρεί μονομερώς σε αποφάσεις που ανατρέπουν τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς και φέρνουν την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση.

Με αυτά τα δεδομένα, η αγανάκτηση του Προέδρου είναι σε κάποιο βαθμό κατανοητή. Βλέπω μάλιστα με συμπάθεια τις θέσεις της κυβέρνησης στα περισσότερα από τα ζητήματα στα οποία συγκρούστηκε με τη Βουλή (εκ μητρογονίας πρόσφυγες, μείωση ΦΠΑ σε ξενοδοχεία και εστιατόρια, ψηφιακή πλατφόρμα). Όμως η αναφορά του Προέδρου σε "κυβερνώσα βουλή" ήταν ιδιαίτερα ατυχής. Η Βουλή έχει κάθε δικαίωμα να νομοθετεί όπως θεωρεί σωστό, είτε αυτό αρέσει στην κυβέρνηση (και σε μένα) είτε όχι.  Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που Βουλή και κυβέρνηση είχαν διαφορετικές απόψεις. Το 2002 η τότε κυβέρνηση πίεζε για μια εισοδηματικά ουδέτερη φορολογική μεταρρύθμιση, όμως η Βουλή ψήφισε μια πιο "φιλολαϊκή" μεταρρύθμιση η οποία συνέβαλε στα μεγάλα ελλείμματα της περιόδου 2002-2004. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας και το κόμμα του βρίσκονταν τότε στην αντίπερα όχθη. Ήταν και τότε "κυβερνώσα" η  Βουλή;

Οι συγκρούσεις αυτές αποτελούν παθογένεια του προεδρικού συστήματος και του τρόπου που έχει λειτουργήσει στην Κύπρο. Στις τέσσερις από τις πέντε τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις η εκλογή Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας έγινε στη βάση κάποιας ευκαιριακής συμμαχίας που στήθηκε άρον-άρον μετά την πρώτη Κυριακή των εκλογών. Οι συμμαχίες αυτές εδράζονται σε μια λογική συναλλαγής. Τα μικρά κόμματα λαμβάνουν υπουργεία, θέσεις σε συμβούλια και ημικρατικούς οργανισμούς και διάφορα άλλα δώρα ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια που θα δώσουν στον ισχυρό εταίρο να κερδίσει την προεδρία και να ασκήσει την πολιτική του.

Οι ισορροπίες είναι όμως λεπτές και οι συμμαχίες συχνά καταρρέουν. Παρόλο που το ΔΗΚΟ είναι τυπικά ακόμα στην κυβέρνηση, η κυβέρνηση Χριστόφια βρίσκεται σήμερα στην ίδια πολιτική απομόνωση στην οποία βρέθηκε η κυβέρνηση Κληρίδη το 2000, έχοντας όμως να αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα στον τομέα της οικονομίας. Δεν είναι καιρός για θεσμικές συγκρούσεις αλλά για διάλογο προς αναζήτηση συγκλίσεων. Η κυβέρνηση, ως εκτελεστική εξουσία, έχει πρώτιστα την ευθύνη να επιζητήσει το διάλογο και να πετύχει τις συγκλίσεις. Αν προσπαθήσει και δεν τα καταφέρει, τότε θα μπορεί να ρίξει το φταίξιμο στα κόμματα και τη Βουλή. Αν όμως δεν προσπαθήσει, τότε η ευθύνη θα είναι όλη δική της.

Πολίτης, 11/7/2010

11 Απριλίου 2010

Συναίνεση και ευθυνοφοβία

Μια από τις υποσχέσεις που είχε δώσει ο Μπαράκ Ομπάμα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στις ΗΠΑ ήταν ότι θα πολεμούσε τον κομματισμό και θα επιζητούσε τη συναίνεση στη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Με την εκλογή του ξεκίνησε τη προσπάθεια μεταρρύθμισης του Αμερικανικού συστήματος υγείας. Παρόλο που θα μπορούσε να περάσει το νομοσχέδιο με τις ψήφους των Δημοκρατικών, κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για αρκετούς μήνες να εξασφαλίσει τη στήριξη μερικών έστω Ρεπουμπλικάνων. Τον περασμένο Ιανουάριο φαινόταν να είχε χάσει το παιγνίδι. Ούτε ένας Ρεπουμπλικάνος δεν βρέθηκε να στηρίξει τη μεταρρύθμιση, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν τους Αμερικανούς πολίτες διχασμένους, και οι Δημοκρατικοί είχαν χάσει την υπερ-πλειοψηφία στη Γερουσία μετά την απώλεια της έδρας του Τεντ Κέννεντυ.

Όμως ο Ομπάμα δεν το έβαλε κάτω και σηκώνοντας όλο το βάρος στους ώμους του κατάφερε τον περασμένο μήνα να περάσει μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στην ιστορία των ΗΠΑ, μια μεταρρύθμιση την οποία πολλοί προκάτοχοί του είχαν οραματιστεί αλλά κανείς δεν είχε καταφέρει να πετύχει. Ο Ομπάμα επιζήτησε επισταμένα τη συναίνεση, όταν όμως κατάλαβε ότι αυτό δεν τον έβγαζε πουθενά, ανάλαβε το ρίσκο να προχωρήσει μόνος.

Στο δικό μας πολιτικό σύστημα η αναζήτηση της συναίνεσης αποτελεί τρόπο ζωής. Επικρατεί μια λογική ότι μόνο αν όλοι συμφωνούμε μπορούμε να πάμε μπροστά. Όμως δεν υπάρχουν πάντα μέσες λύσεις, κι όταν υπάρχουν δεν είναι κατ' ανάγκην οι καλύτερες. Τα πεπραγμένα 35 χρόνων λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου θα έπρεπε να είχαν πείσει τον καθένα ότι η συναίνεση δεν είναι πάντα δυνατή, αλλά ούτε καν επιθυμητή. Ο διάλογος είναι βέβαια πάντα χρήσιμος, όμως στο τέλος πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις, είτε υπάρχει συναίνεση είτε όχι. Η πολιτική μας κουλτούρα παρουσιάζει μια δυστοκία, μια ευθυνοφοβία μπροστά στη λήψη σημαντικών αποφάσεων στην απουσία συναίνεσης. Όταν όλοι συναποφασίζουν, κανείς δεν μπορεί να κατηγορηθεί όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Αντίθετα, μονομερείς αποφάσεις όπως αυτή του Ομπάμα συνεπάγονται μεγάλο ρίσκο γιατί ταυτίζονται με το κόμμα ή άτομο που τις έλαβε. Όμως χωρίς την ανάληψη κάποιου ρίσκου η κοινωνία κινδυνεύει να μείνει στάσιμη.

Σε κάποιο βαθμό η κουλτούρα της συναίνεσης οφείλεται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, στο δικό μας σύστημα ο πρόεδρος δεν διαθέτει συνήθως πλειοψηφία στη βουλή, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η δημιουργία συμμαχιών. Όμως ο πρόεδρος δεν παύει να είναι αυτός που έχει εκλεγεί από το λαό στη βάση κάποιου προγράμματος και συνεπώς έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να προσπαθήσει να εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα. Ασφαλώς κάποιοι θα διαφωνούν, και έχουν κι αυτοί δικαίωμα και υποχρέωση να καταγράψουν τη διαφωνία τους. Στις επόμενες εκλογές, ο λαός θα κρίνει ποιος είχε δίκαιο.

Πολίτης, 11/4/2010

13 Αυγούστου 2006

Η κρίση στο Λίβανο και η θολή μας κρίση

Μα τελικά αυτή η Χιζμπολλά είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα; Είναι παράρτημα των Γιατρών του Κόσμου ή της Ερυθράς Ημισελήνου; Oι Κατιούσα σπέρνουν ροδοπέταλα, όπως παλιά οι Σοβιετικοί πύραυλοι πετούσαν φυστίκια;

Τέτοια ερωτήματα θα πρέπει να περνούν από το μυαλό οποιουδήποτε παρακολουθεί την κάλυψη του πολέμου στο Λίβανο από τα Κυπριακά μέσα ενημέρωσης. Καταφερόμαστε με μένος εναντίον των Ισραηλινών και Αμερικανών και παραβλέπουμε εντελώς το γεγονός ότι η Χιζμπολά έχει ως στόχο την εξάλειψη του Ισραηλινού κράτους (προφανώς με τα επτά εκατομμύρια κατοίκους του), έχει θέσει υπό την ομηρία της το Λίβανο (άλλα τέσσερα εκατομμύρια) και τον χρησιμοποιεί ως βάση για να διενεργεί επιθέσεις αυτοκτονίας εναντίον αμάχων.

Ο παροξυσμός αυτός φτάνει πολλές φορές σε επίπεδα που θα προκαλούσαν το γέλωτα αν δεν ήταν τόσο τραγικά. Πριν λίγες μέρες άκουσα γνωστό δημοσιογράφο του ΡΙΚ να διερωτάται από το ραδιόφωνο του ’στρα ποια η διαφορά μεταξύ του ολοκαυτώματος των Εβραίων από τους Ναζί και της σημερινής κατάστασης. Καμία αντίδραση από τη δημοσιογράφο του ’στρα. Ανάλογη σύγκριση είχε κάνει πρόσφατα σε άρθρο του στη Σημερινή ένας άλλος διακεκριμένος δημοσιογράφος-ερευνητής που άφησε εποχή στο ΡΙΚ. Για την ιστορία να πούμε ότι οι Ναζί εξόντωσαν μαζικά και μεθοδευμένα πέραν των πέντε εκατομμυρίων Εβραίων, τσιγγάνων, ομοφυλόφιλων και άλλων μειονοτήτων που τους κάθονταν στο στομάχι. Ναι, οι ενέργειες των Ισραηλινών στο Λίβανο είναι εγκληματικές και βάρβαρες. Όμως με κανένα αντικειμενικό κριτήριο δεν μπορούν οι σημερινές πράξεις του Ισραηλινού κράτους να θεωρηθούν ισάξιες του ολοκαυτώματος. Εκτός κι αν έχουμε χάσει πλέον κάθε αίσθηση του μέτρου.

Το γεγονός ότι δημοσιογράφοι με μακρά πείρα εκφράζουν τέτοιες ανιστόρητες απόψεις είναι λυπηρό αλλά όχι παράξενο. Εδώ και δεκαετίες οι Κύπριοι είμαστε δέκτες μιας ανηλεούς συνωμοσιολογίας και αντι-αμερικανικής προπαγάνδας η οποία προέρχεται από κάθε γωνιά του πολιτικού φάσματος. Η κομμουνιστική αριστερά, η εθνικιστική δεξιά και οι διάφοροι ενδιάμεσοι καθεστωτικοί καιροσκόποι, επιτήδειοι ουδέτεροι και αντιστασιακοί ποιητές, όλοι αυτοί διαφωνούν σε πολλά αλλά συμφωνούν σε ένα πράγμα: για όλα τα κακά του κόσμου φταίνε οι ξένοι, και κυρίως οι Αμερικανοί. Αυτό το προπαγανδιστικό σφυροκόπημα έχει ουσιαστικά εξουδετερώσει τη δυνατότητα των Κυπρίων να κρίνουν σφαιρικά και αντικειμενικά τα διεθνή γεγονότα. Αυτό έχει βέβαια άμεσο αντίκτυπο και στο δικό μας πρόβλημα. Πώς είναι δυνατόν να δεχτούμε ποτέ λύση του Κυπριακού όταν αυτή αναπόφευκτα θα περάσει από τα χέρια των ιμπεριαλιστών φονιάδων των λαών;

Πολίτης, 13/8/2006

12 Μαρτίου 2006

Η αυτοπεριθωριοποίηση των Οικολόγων

Σύμφωνα με το καταστατικό του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών ο υπ' αριθμόν ένα στόχος του Κινήματος είναι

"Η συνένωση όλων των Κυπρίων που αντιλαμβάνονται τη σημασία της διατήρησης και προαγωγής ενός ισορροπημένου οικοσυστήματος και της προστασίας του περιβάλλοντος για την επιβίωση κάθε ανθρώπινης κοινωνίας."

Πιστεύω ότι ακόμα και τα πιο αφοσιωμένα στελέχη των Οικολόγων θα αναγωρίσουν ότι το Κίνημα έχει αποτύχει στο στόχο του αυτό. Δέκα χρόνια μετά την ίδρυσή του παραμένει μια περιθωριακή δύναμη χωρίς βαρύνοντα πολιτικό λόγο. Έχει αποτύχει να αποκτήσει μαζικότητα και να καταξιωθεί στη συνείδηση του Κύπριου πολίτη. Θεωρώ ότι ανήκω στην ομάδα των περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένων ατόμων στα οποία απευθύνεται το Κίνημα Οικολόγων. Όμως ούτε εγώ, ούτε όσοι γνωρίζω που ανήκουν στην ίδια ομάδα έχουμε πειστεί από τη δράση του Κινήματος. Ακόμα και αυτοί που κατά καιρούς έδωσαν την ψήφο τους στο Κίνημα το έκαναν περισσότερο από αντίδραση προς τα υπόλοιπα κόμματα παρά από ενθουσιασμό για τη δράση των Οικολόγων. Γιατί όμως; Σίγουρα δεν είναι θέμα αδράνειας ή έλλειψης μαχητικότητας. Οι Οικολόγοι διαθέτουν αρκετά δραστήρια στελέχη που κάνουν συχνά δημόσιες παρεμβάσεις και αναδεικνύουν θέματα για τα οποία κανείς άλλος δεν ενδιαφέρεται, ο δε Γιώργος Περδίκης θεωρείται από τους πιο δραστήριους βουλευτές.

Δυστυχώς όλη η θετική δράση του Κινήματος επισκιάζεται από την αβάσταχτη ελαφρότητα με την οποία η ηγεσία του πολιτεύεται σε θέματα που λίγη σχέση έχουν με το περιβάλλον, θέματα όπως το Κυπριακό και γενικά την εξωτερική πολιτική. Ένα Κίνημα που έχει ως κύριο στόχο τη συσπείρωση όσο το δυνατόν περισσότερων πολιτών γύρω από ένα συγκεκριμένο στόχο θα έπρεπε λογικά να αποφεύγει έντονες και ακραίες τοποθετήσεις πάνω σε άλλα ζητήματα τα οποία είναι μεν σημαντικά, καλύπτονται όμως υπέρ-ικανοποιητικά από άλλα πολιτικά σχήματα. Τέτοιες αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις ελάχιστους φίλους προσελκύουν ενώ αντίθετα αποξενώνουν μεγάλη μερίδα των πολιτών. Ο καταποντισμός του Κινήματος στις Ευρωεκλογές αποδεικνύει περί του λόγου το αληθές. Παρόλο που είχαν ταυτιστεί με το 76% στο δημοψήφισμα, οι Οικολόγοι δεν επιβραβεύτηκαν από τους ψηφοφόρους. Τουναντίον, έχασαν το 65% των ψήφων τους σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές του 2001 (8.129 ψήφοι το 2001, 2.872 το 2004).

Το πάθημα όμως δεν έγινε μάθημα και οι Οικολόγοι εξακολουθούν να κάνουν σημαία τους την πολιτική τους στο εθνικό θέμα και να πολιτεύονται με τρόπο που απωθεί μια μεγάλη μάζα δυνητικών υποστηρικτών τους, ανθρώπων που αγαπούν το περιβάλλον αλλά τυγχάνει να πιστεύουν ότι η βετολογία και οι φωνασκίες έξω από ξένες πρεσβείες δεν αποτελούν σοβαρή εξωτερική πολιτική. Η παράξενη αυτή εμμονή δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τις προτεραιότητες των Οικολόγων. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή τουλάχιστον 5-6 μικρομεσαία κόμματα και κινήσεις των οποίων οι θέσεις στο Κυπριακό είναι ουσιαστικά ταυτόσημες με αυτές των Οικολόγων. Τι προσθέτει ακόμα μια μικρή φωνή σε αυτό το σκηνικό; Τίποτα απολύτως. Το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι το Κίνημα χρησιμοποιείται ως όχημα αυτοπροβολής των ηγετών του, πρώτιστη προτεραιότητα των οποίων δεν είναι το περιβάλλον αλλά η φιλοδοξία τους να αναδειχθούν σε σημαντικά κοκόρια του πολιτικού μας γουμά.

Η Κύπρος αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις στον τομέα του περιβάλλοντος. Η ανώριμη Κυπριακή κοινωνία δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει περιβαλλοντική συνείδηση, το δε κράτος είναι τραγικά ανήμπορο να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Το Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο στην διαπαιδαγώγηση των πολιτών και τον εμβολιασμό του πολιτικού λόγου με τα μεγάλα περιβαλλοντικά ζητήματα. Αντί αυτού με την επιπόλαια στάση του οδήγησε εαυτόν στην αυτοπεριθωριοποίηση, υποσκάπτοντας έτσι τον ίδιο το σκοπό που έχει ταχθεί να υπηρετήσει.

Πολίτης, 12/3/2006

3 Ιουλίου 2005

Τα κόλπα του Σιράκ και τα αντιβρετανικά μας ένστικτα

Γιατί απέτυχε η πρόσφατη σύνοδος κορυφής της ΕΕ; Η άποψη που υιοθετήθηκε στην Κύπρο χωρίς ουσιαστικά καμία αμφισβήτηση είναι ότι η αποτυχία οφείλεται εκ ολοκλήρου στη Βρετανία η οποία λειτούργησε (ως συνήθως) υπονομευτικά για να εξυπηρετήσει συμφέροντα ξένα προς αυτά των Ευρωπαίκών λαών. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Τα πρώτα χρόνια μετά την ένταξή της στην τότε ΕΟΚ η Βρετανία είχε την μεγαλύτερη καθαρή συνεισφορά στα ευρωπαϊκά ταμεία παρόλο που χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία είχαν τότε αρκετά ψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα. Ο λόγος ήταν ότι τα περισσότερα κονδύλια διοχετεύονταν σε αγροτικές επιδοτήσεις από τις οποίες η Βρετανία είχε σχετικά λίγο όφελος. Τη δεκαετία του 80 η Μάργκαρετ Θάτσερ πέτυχε μετά από αρκετές μάχες να εξασφαλίσει τη λεγόμενη Βρετανική "έκπτωση" (rebate) η οποία διόρθωνε αυτή την ιδιορρυθμία του συστήματος.

Έκτοτε τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το κατά κεφαλήν εισόδημα του Ηνωμένου Βασιλείου έχει ξεπεράσει αυτό της Γαλλίας και της Γερμανίας (ας όψονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Θάτσερ και του Μπλερ). Ο Γάλλος πρόεδρος Σιράκ, ταπεινωμένος από το "όχι" των πολιτών της χώρας του στη συνταγματική συνθήκη, αναζητεί τρόπο να στρέψει την προσοχή αλλού. Ο καλύτερος τρόπος να το πετύχει είναι να στήσει καβγά με το ΗΒ, έτσι θέτει θέμα κατάργησης της Βρετανικής έκπτωσης. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπλερ δηλώνει ότι είναι διατεθειμένος να επαναδιαπραγματευθεί την έκπτωση μόνο αν τεθεί στο τραπέζι και η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Οι δύο πολιτικοί εμμένουν στις θέσεις τους, η ΕΕ διχάζεται, και η σύνοδος οδηγείται σε αποτυχία.

Ποιος φταίει; Τα αντιβρετανικά μας ένστικτα μας οδήγησαν αμέσως στο συμπέρασμα ότι ευθύνη βαρύνει εξ ολοκλήρου τον Τόνι Μπλερ. Όμως ακόμα και με την έκπτωση η Βρετανία συνεισφέρει περισσότερο στα κοινοτικά ταμεία από ότι η Γαλλία. Η ΚΑΠ απορροφά το 47% του κοινοτικού προϋπολογισμού. Ένα τέταρτο από αυτό το ποσό (πέραν των 10 δις ευρώ) καταλήγει στους Γάλλους αγρότες. Για αυτό άλλωστε η Βρετανία δεν ήταν η μόνη χώρα που απέρριψε τον τελικό συμβιβασμό. Μαζί της ήταν η Ολλανδία, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Ισπανία, ενώ και οι Γερμανοί χριστιανοδημοκράτες, οι οποίοι πολύ πιθανόν να είναι σύντομα εξουσία, είχαν ταχθεί εναντίον της πρότασης.

Τι κοινό έχουν όλες αυτές οι χώρες; Με εξαίρεση την Ισπανία, αυτές είναι οι χώρες που συνεισφέρουν τα περισσότερα στα κοινοτικά ταμεία. Μαζί με αυτές τις χώρες θα έπρεπε να είχε ταχθεί και η Κύπρος. Γιατί κι εμείς βάζουμε στα κοινοτικά ταμεία περισσότερα από όσα παίρνουμε. Επιδοτούμε κι εμείς τους καλομαθημένους Γάλλους αγρότες. Αντί να δούμε το συμφέρον μας, αντιδράσαμε ως συνήθως παρορμητικά και πήραμε το μέρος όποιου αντιστρατεύεται τους Βρετανούς. Κάποτε θα πρέπει επιτέλους να μάθουμε να λειτουργούμε με βάση τη λογική και όχι το συναίσθημα.

Πολίτης, 3/7/2005

19 Απριλίου 2004

Ποιο μέλλον θέλουμε;

Το ερχόμενο Σάββατο καλούμαστε να πάρουμε μια απόφαση η οποία κατά πάσα πιθανότητα θα καθορίσει την πορεία της Κύπρου για τις επόμενες δεκαετίες. Θα πρέπει λοιπόν να αξιολογήσουμε τις δύο επιλογές που έχουμε μπροστά μας με βάση τις επιπτώσεις τους σε αυτό το βάθος χρόνου.

Η μια επιλογή είναι το σχέδιο Ανάν. Με όλη την πολυπλοκότητα, τις ασάφειες και τα κενά του, το σχέδιο του ΓΓ παρουσιάζει ένα σαφές όραμα για την Κύπρο. Αποτελεί ένα οδικό χάρτη ο οποίος θέτει την Κύπρο σε μια πορεία επανένωσης. Τα πρώτα βήματα θα είναι αναμφίβολα δύσκολα και θα χρειαστεί σκληρή δουλειά και καλή θέληση από όλους για να επιτευχθεί ο τελικός στόχος. Όμως το σχέδιο του ΓΓ μας δίνει το δικαίωμα να προσβλέπουμε σε μια Κύπρο ενωμένη, ειρηνική, χωρίς ξένους στρατούς, μια Κύπρο ευημερούσα και απαλλαγμένη από σύνδρομα καταδιώξεως και ιστορικά μίση.

Απορρίπτοντας το σχέδιο του ΓΓ διαφυλάττουμε - πιστεύουν πολλοί - την αξιοπρέπειά μας και διατηρούμε το δικαίωμα να ελπίζουμε σε μια καλύτερη λύση. Σίγουρα όλοι προτιμούμε μια καλύτερη λύση, όμως από αυτή την προσέγγιση φαίνεται να απουσιάζει το όραμα και η στρατηγική. Εδώ και δυο μήνες έχουμε όλοι αφιερώσει δεκάδες ώρες παρακολουθώντας τηλεοπτικές συζητήσεις και διαβάζοντας γραπτές αναλύσεις. Κι όμως εγώ προσωπικά δεν έχω ακόμα μπορέσει να σχηματίσω μια εικόνα του πώς ακριβώς βλέπουν οι υποστηρικτές της απόρριψης το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακόμα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο διάγγελμά του δεν έκανε καμία αναφορά στο δικό του όραμα για την Κύπρο. Περιορίστηκε να μας διαβεβαιώσει ότι οι προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού θα συνεχιστούν, χωρίς να μας δώσει κανένα πειστικό επιχείρημα γιατί η διεθνής κοινότητα θα εξακολουθήσει να ενδιαφέρεται για τη λύση του Κυπριακού αν εμείς απορρίψουμε την λύση που μας προσφέρει σήμερα.

Περίμενα από τους υποστηρικτές του "όχι" να μας δώσουν τον δικό τους οδικό χάρτη για το πού βαδίζει η Κυπριακή Δημοκρατία. Ποια λύση οραματίζονται; Πότε θα επιτευχθεί αυτή η λύση; Πόσοι πρόσφυγες θα επιστρέψουν στα σπίτια τους; Πότε θα επιστρέψουν στα σπίτια τους; Σε πέντε χρόνια, σε δεκαπέντε χρόνια, ή σε πενήντα χρόνια; Πότε θα φύγουν τα Τουτκικά στρατεύματα; Πόσοι έποικοι θα παραμείνουν στην Κύπρο; Και κυρίως, ποια είναι η στρατηγική που θα επιφέρει αυτή τη λύση; Αυτά τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Το μόνο που ακούμε είναι γενικές και αόριστες αναφορές για τη δυνατότητα επίτευξης καλύτερης λύσης στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως η ΕΕ μας καλεί σήμερα να δεχτούμε αυτή τη λύση. Τί είναι εκείνο που μας κάνει να πιστεύουμε ότι ξαφνικά από την άλλη βδομάδα η ΕΕ θα αλλάξει πολιτική και θα αρχίσει να υποστηρίζει μια άλλη, καλύτερη για μας, λύση;

Έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται οι πρώτες ενδείξεις της διεθνούς απομόνωσης στην οποία μάς οδηγεί η λογική της απόρριψης. Η ίδια λογική αναβιώνει στο εσωτερικό μέτωπο εθνικιστικές εξάρσεις και συντηρεί μια νοοτροπία μιζέριας, καχυποψίας και μισαλλοδοξίας. Από την άλλη, το σχέδιο Ανάν, με όλες του τις αδυναμίες, δείχνει το δρόμο για ένα καινούριο ξεκίνημα. Μας δίνει την ευκαιρία να ξεφύγουμε από τον κύκλο του φόβου και του μίσους που ζούμε τον τελευταίο μισό αιώνα και να αντικρύσουμε το μέλλον με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Δεν είναι βέβαιο ότι θα πετύχει. Αξίζει όμως μια προσπάθεια.

Πολίτης, 18/4/2004

7 Απριλίου 2004

Τα οικονομικά της λύσης

Οι οικονομικές επιπτώσεις της λύσης αποτέλεσαν θέμα έντονης συζήτησης στο διάστημα που προηγήθηκε των συνομιλιών της Λουκέρνης. Τώρα έχουμε στα χέρια μας το τελικό σχέδιο Ανάν. Παρόλο που αρκετές λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στους διάφορους νόμους δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστές, πιστεύω ότι γνωρίζουμε αρκετά ώστε να μπορέσουμε να προβούμε σε μια συνολική αξιολόγηση των οικονομικών πτυχών της λύσης. Η ανάλυση που ακολουθεί επικεντρώνεται σε τρεις βασικές πτυχές: τις αποζημιώσεις, το κόστος της λύσης και τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας.

Οι αποζημιώσεις

Από οικονομικής άποψης, η μεγαλύτερη αδυναμία του προηγούμενου σχεδίου Ανάν ήταν κατά γενική ομολογία οι πρόνοιες για τις αποζημιώσεις. Ήμουν ένας εξ αυτών που είχαν εκφράσει αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του Ταμείου Αποζημιώσεων όπως αυτό είχε σχεδιαστεί. Φαίνεται ότι σε αυτό το θέμα η επιχειρηματολογία της πλευράς μας ήταν πειστική και ώθησε τα Ηνωμένα Έθνη να προχωρήσουν σε μια σειρά αλλαγών που περιορίζουν στο ελάχιστο τον κίνδυνο χρεοκοπίας του Ταμείου. Οι αλλαγές αυτές συνοψίζονται ως εξής:

  • Στην κάθε προσφυγική οικογένεια επιστρέφεται το ένα τρίτο της περιουσίας της. Αυτό αυξάνει σημαντικά τις περιουσίες που θα επιστραφούν, και συνεπώς μειώνει την ανάγκη για αποζημιώσεις.
  • Ταυτόχρονα, η αλλαγή αυτή μειώνει την έκταση που θα περιέλθει στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου Περιουσιών. Αυτό περιορίζει την στρέβλωση που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από τη λειτουργία του Συμβουλίου λόγω του ότι θα είναι ένας μεγάλος παίχτης στην κτηματαγορά.
  • Ο συνδυασμός ομολόγων και "πιστοποιητικών ανατίμησης γης" στην παροχή αποζημιώσεων μειώνει στο ελάχιστο το ρίσκο που αναλαμβάνει ο εγγυητής των ομολόγων, είτε αυτός είναι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είτε οποιοσδήποτε άλλος.
  • Τον τελικό λόγο για την αξία των περιουσιών θα τον έχει η αγορά και όχι οι όποιες εκτιμήσεις γίνουν σήμερα, οι οποίες βασίζονται κατ' ανάγκην σε υποθέσεις και έχουν μεγάλο περιθώριο λάθους.

Οι αλλαγές αυτές διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του Ταμείου Αποζημιώσεων και ικανοποιούν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις δικές μου ανησυχίες για το θέμα αυτό.

Το κόστος της λύσης

Η έννοια του κόστους της λύσης κακοποιήθηκε βάναυσα τον τελευταίο καιρό. Υπάρχουν δύο είδη κόστους. Το ένα είναι το αρχικό κόστος, αυτό δηλαδή που σχετίζεται με την εφαρμογή της λύσης και το οποίο θα πληρώσουμε μόνο μια φορά. Το δεύτερο είναι το λειτουργικό κόστος, αυτό που αφορά στη λειτουργία της νέας κρατικής δομής και το οποίο θα πληρώνεται στο διηνεκές.

Τί πρέπει να περιλάβουμε στο αρχικό κόστος; Για αρκετές βδομάδες κυκλοφορούσε το νούμερο των 16 δισεκατομμυρίων το οποίο προκάλεσε πανικό στην κοινή γνώμη. Τελικά αποδείχτηκε ότι ο αριθμός αυτός περιελάμβανε κυρίως το κόστος των αποζημιώσεων και αναπτυξιακές δαπάνες. Οι αποζημιώσεις ουδέποτε θα έπρεπε να είχαν περιληφθεί σε αυτό τον αριθμό γιατί δεν αποτελούσαν κόστος για το κράτος. (Εν πάσει περιπτώσει, το πρόβλημα έχει εκλείψει με τις νέες πρόνοιες για τις περιουσίες.) Ούτε όμως και οι αναπτυξιακές δαπάνες είναι λογικό να θεωρούνται ως κόστος της λύσης. Μήπως αν η Τουρκία ερχόταν και μας έδινε πίσω εδάφη άνευ όρων εμείς θα λέγαμε "όχι ευχαριστώ, δεν θα τα πάρω γιατί υπάρχει κόστος εκμετάλλευσής τους;" Όχι βέβαια. Η ανάπτυξη των περιοχών που θα επιστραφούν είναι ευκαιρία, όχι κόστος.

Οι μόνες δαπάνες που είναι πραγματικά κόστος λύσης είναι αυτές που απαιτούνται για την επανεγκατάσταση των Τουρκοκυπρίων και για τις αποζημιώσεις των εποίκων που θα φύγουν. Κάποιες εκτιμήσεις ανεβάζουν την απαιτούμενη δαπάνη γύρω στα 700 εκ. λίρες. Πρόκειται για ένα σημαντικό ποσό, και είναι το ελάχιστο που θα πρέπει να προσπαθήσουμε να εξασφαλίσουμε από τη διάσκεψη δωρητών.

Το λειτουργικό κόστος της λύσης οφείλεται κυρίως στην ύπαρξη επιπρόσθετων κρατικών οργάνων. Οι εκτιμήσεις που έγιναν για το κόστος λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης μιλούν για 200-300 εκατομμύρια λίρες ετησίως. Δεδομένου ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα περιλαμβάνει πολλές υπηρεσίες που ήδη υπάρχουν και θα μεταφερθούν απλώς από την δημόσια υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι σαφές ότι το συνολικό επιπρόσθετο κόστος θα είναι αρκετά μικρότερο. Υπάρχει επίσης και το κόστος της έμμεσης επιδότησης της Τ/Κ πολιτείας από την Ε/Κ μέσω του συστήματος επιστροφής των έμμεσων φόρων. Αυτό συνεπάγεται μια μεταβίβαση της τάξης των μερικών δεκάδων εκατομμυρίων λιρών. Συνολικά, το λειτουργικό κόστος που θα επωμιστούν οι Ε/Κ θα είναι της τάξης των 100-200 εκατομμυρίων λιρών για το πρώτο έτος και θα μειώνεται χρόνο με το χρόνο λόγω της σύγκλισης στην αγοραστική δύναμη.

Μακροπρόθεσμες συνέπειες

Οι περισσότερες αναλύσεις που έγιναν τους τελευταίους μήνες περιορίστηκαν στο βραχυπρόθεσμο κόστος της λύσης, παραγνωρίζοντας τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες οικονομικές επιπτώσεις. Αμφιβάλλω αν υπάρχει οποιοσδήποτε που θα αμφισβητήσει ότι μια πετυχημένη λύση θα έχει ευεργετικές συνέπειες για την Κυπριακή οικονομία. Η επιστροφή εδαφών και οι αποζημιώσεις θα αυξήσει τα περιουσιακά στοιχεία σημαντικής μερίδας των Ελληνοκυπρίων. Η ανάγκη για ανοικοδόμηση των περιοχών που θα επιστραφούν θα οδηγήσει σε ένα οικοδομικό οργασμό ο οποίος θα διαρκέσει για πολλά χρόνια. Το άνοιγμα των κατεχομένων θα δημιουργήσει επιχειρηματικές ευκαιρίες τις οποίες οι Ε/Κ είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν. Η άρση της αβεβαιότητας θα προσελκύσει ξένες επενδύσεις. Όλα αυτά θα δώσουν μεγάλη ώθηση στην οικονομία, με μόνο μειονέκτημα την πιθανότητα υπερθέρμανσης και δημιουργίας πληθωριστικών πιέσεων.

Συμπέρασμα

Η λύση του Κυπριακού μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ραγδαία οικονομική ανάπτυξη με σημαντικά οικονομικά οφέλη για όλους τους κατοίκους της Κύπρου. Όμως αυτά τα οφέλη δεν είναι δεδομένα. Το σχέδιο Ανάν έχει ακόμα αρκετά κενά όσον αφορά στα οικονομικά θέματα (όπως για παράδειγμα την ασάφεια στο θέμα των χρεών των πολιτειών). Θα εναπόκειται στους τους πολιτικούς και τεχνοκράτες των δύο πολιτειών να διασαφηνίσουν τα ζητήματα αυτά. Αν επικρατήσει θετικό κλίμα με γνώμονα το συμφέρον όλων, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα οφέλη θα είναι μεγάλα και θα υπερκαλύψουν το όποιο βραχυπρόθεσμο λειτουργικό κόστος. Αν από την άλλη επικρατήσει κλίμα αντιπαλότητας, πιθανόν να δημιουργηθούν προβλήματα. Σε τέτοια όμως περίπτωση, τα οικονομικά προβλήματα θα είναι το λιγότερο που θα πρέπει να μας ανησυχεί.

Το συμπέρασμα είναι απλό: οι ανησυχίες για τα οικονομικά ζητήματα δεν είναι λόγος απόρριψης της προτεινόμενης λύσης. Όσοι πιστεύουν ότι η λύση δεν θα λειτουργήσει στο πολιτικό επίπεδο καλά κάνουν να την καταψηφίσουν. Όσοι όμως πιστεύουν ότι το νέο κράτος είναι βιώσιμο δεν πρέπει να ανησυχούν για τις οικονομικές επιπτώσεις γιατί είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτές θα είναι θετικές.

Πολίτης, 6/4/2004

7 Μαρτίου 2004

Η βιωσιμότητα του Ταμείου Αποζημιώσεων

Η επιστροφή γης και η καταβολή αποζημιώσεων είναι ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία της λύσης με βάση το σχέδιο Ανάν γιατί αποτελούν τα κύρια άμεσα και χειροπιαστά οφέλη που θα έχουν οι Ε/Κ από μια λύση. Για αυτό το λόγο είναι κεφαλαιώδους σημασίας να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία καταβολής αποζημιώσεων θα ολοκληρωθεί χωρίς προβλήματα. Έχουν ήδη εκφραστεί από πολλούς αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του Ταμείου Αποζημιώσεων όπως αυτό προβλέπεται στο σχέδιο. Σε αυτές θα προσθέσω σήμερα και τις δικές μου.

Η φιλοσοφία πίσω από την οικονομική διάσταση του Συμβουλίου Περιουσίας (ΣΠ) είναι απλή. Το Συμβούλιο θα γίνει κάτοχος των Ε/Κ περιουσιών που δεν θα επιστραφούν. Οι ιδιοκτήτες θα πάρουν ομόλογα ανάλογα με την τρέχουσα αξία της περιουσίας σε συγκρίσιμες περιοχές. Το ΣΠ θα πουλήσει σταδιακά τις περιουσίες και θα χρησιμοποιήσει τα έσοδα για να εξαργυρώσει τα ομόλογα. Η βιωσιμότητα αυτού του συστήματος βασίζεται στην υπόθεση ότι η αξία της γης που θα κατέχει το ΣΠ θα μεγαλώνει με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς από ότι το επιτόκιο που θα πληρώνεται στα ομόλογα. Οι ρυθμοί αύξησης πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτεροι (και όχι απλώς μεγαλύτεροι) διότι η πραγματική τρέχουσα αξία της γης είναι πολύ χαμηλότερη από την τρέχουσα αξία όπως αυτή θα υπολογιστεί με βάση το σχέδιο και κατά συνέπεια θα ξεκινούμε από πιο χαμηλή βάση.

Δεν αποκλείεται τα πράγματα να εξελιχθούν όπως προβλέπεται και να μην υπάρξει κανένα πρόβλημα. Υπάρχει όμως και σοβαρή πιθανότητα το Ταμείο που θα δημιουργηθεί να παρουσιάσει σημαντικό έλλειμα. Αφ' ενός οι τιμές μπορούν να επηρεαστούν αρνητικά από εξωγενείς παράγοντες. Αφ' ετέρου είναι αμφίβολο κατά πόσον είναι δυνατόν να απορροφηθούν αυτές οι περιουσίες από την αγορά χωρίς να προκληθεί σημαντική μείωση των τιμών. Το γεγονός ότι η πορεία των τιμών θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική της Τ/Κ ομόσπονδης πολιτείας είναι ένας επιπρόσθετος λόγος ανησυχίας. Αν για όλους αυτούς τους λόγους το Ταμείο παρουσιάσει έλλειμμα αυτό θα αποτελέσει τεράστιο οικονομικό βάρος για το κεντρικό κράτος αλλά και πηγή προβλημάτων στο πολιτικό επίπεδο. Η δημιουργία επενδυτικού ταμείου που εισηγούνται οι τέσσερις εμπειρογνώμονες που επιστράτευσε η κυβέρνηση είναι ελκυστική από οικονομικής άποψης αλλά δεν λύνει το πρόβλημα γιατί απλώς μεταθέτει το ρίσκο από το κεντρικό κράτος στους ιδιώτες.

Πιστεύω ότι αυτό το θέμα θα πρέπει να τεθεί σε πρώτη προτεραιότητα από την πλευρά μας. Πρώτον, γιατί τυχόν κατάρρευση του Ταμείου Αποζημιώσεων θα αποτελέσει τεράστιο πλήγμα για την Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία. Δεύτερον, γιατί το θέμα δεν επηρεάζει άμεσα τους Τ/Κ και άρα θα είναι πιο εύκολο να φτάσουμε σε διευθέτηση. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πείσουμε τους ξένους. Πρέπει με σοβαρότητα και χωρίς υπερβολές να εξηγήσουμε γιατί η βιωσιμότητα του Ταμείου Αποζημιώσεων είναι καίριας σημασίας και γιατί πιστεύουμε ότι δεν διασφαλίζεται με το προτεινόμενο σύστημα. Δεν χρειάζεται καν να πείσουμε για τις ανησυχίες μας. Αν οι ξένοι επιμένουν ότι το Ταμείο είναι βιώσιμο, τότε δεν θα πρέπει να έχουν καμία αντίρρηση να αναλάβουν οι ίδιοι το ρίσκο, προσφέροντας εγγυήσεις για τις προβλεπόμενς αποζημιώσεις.

Πολίτης, 7/3/2004

22 Φεβρουαρίου 2004

Διαπραγματευτική τακτική

Η εφαρμογή της θεωρίας των παιγνίων στη στρατηγική ανάλυση των σχέσεων μεταξύ διαφόρων οντοτήτων αποτελεί σημαντικό στοιχείο της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας. Τις ίδιες βασικές αρχές θα χρησιμοποιήσουμε σήμερα για να επιχειρήσουμε μια ανάλυση της διαπραματευτικής διαδικασίας της Νέας Υόρκης. θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε - από καθαρά στρατηγική σκοπιά και μακριά από πολιτικές τοποθετήσεις - τα διλήμματα που αντιμετώπισε η πλευρά μας και να αξιολογήσουμε τις επιλογές της.

Στη Νέα Υόρκη η κάθε πλευρά είχε να αποφασίσει κατά πόσον να δεχτεί ή όχι την πρόταση του Κόφι Ανάν για επανέναρξη των συνομιλιών. Υπήρχαν τέσσερις πιθανές εκβάσεις της διαδικασίας: η αμοιβαία αποδοχή της πρότασης, η αμοιβαία απόρριψή της ("συνυπευθυνότητα"), η μονομερής αποδοχή από τη δική μας πλευρά ("διαλλακτικότητα" της πλευράς μας) και η μονομερής αποδοχή από την άλλη πλευρά ("πλήρης υπευθυνότητα" της πλευράς μας).

Από το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης εξάγεται το συμπέρασμα ότι η δική μας πλευρά προτιμούσε την αμοιβαία αποδοχή παρά την πλήρη υπευθυνότητα. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δεχτήκαμε στο τέλος κάτι που κατά γενική ομολογία δεν είναι καλύτερο από την αρχική πρόταση. Με αυτό το δεδομένο είναι σαφές ότι, αν η πλευρά μας ήθελε να αποφύγει την συνυπευθυνότητα, θα έπρεπε να είχε αποδεχτεί ευθύς εξ' αρχής την πρόταση του ΓΓ. Κι αυτό γιατί η αποδοχή της πρότασης σε αυτή την περίπτωση ήταν η καλύτερή μας κίνηση ανεξάρτητα από την κίνηση της αντίπαλης πλευράς (ήταν αυτό που στη θεωρία παιγνίων ονομάζουμε κυρίαρχη στρατηγική).

Το γεγονός ότι δεν προχωρήσαμε σε αυτή την κίνηση μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι προτιμούσαμε την συνυπευθυνότητα από τη διαλλακτικότητα. Αν όντως έτσι είναι, τότε η στάση μας ήταν ορθή. Αν δηλαδή η πλευρά μας πίστευε ότι η αποτυχία ήταν προδιαγεγραμμένη και θεωρούσε ότι το όφελος (στο εσωτερικό κυρίως) από την τήρηση μιας πιο σκληρής στάσης ήταν μεγαλύτερο από το κόστος της συνυπευθυνότητας, τότε ορθά δεν αποδέχτηκε αρχικά την πρόταση.

Επειδή όμως πιθανόν η αρχική απόρριψη να έγινε με την προσδοκία ότι η πρόταση θα απορρίπτετο και από την άλλη πλευρά και ότι αυτό θα οδηγούσε σε νέα βελτιωμένη πρόταση. Σε αυτή την περίπτωση η στάση μας συνιστούσε σημαντικό ρίσκο. Ρισκάραμε σε δύο σημεία: πρώτον, ότι η άλλη πλευρά θα απέρριπτε την πρόταση και δεύτερον, ότι μετά από μια αμοιβαία απόρριψη θα υπήρχε περιθώριο για επαναδιαπραγμάτευση και βελτίωση της πρότασης για την πλευρά μας.

Tο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων δείχνει ότι χάσαμε το στοίχημα στο πρώτο σημείο (για το δεύτερο δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί δεν φτάσαμε ως εκεί). Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι κάναμε λάθος. Όταν ρισκάρεις είναι αναπόφευκτο ότι κάποτε θα χάσεις. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτό το ρίσκο αναλήφθηκε με βάση μια αντικειμενική και ορθολογική αξιολόγηση όλων των δεδομένων και όλων των ενδεχομένων. Αν κρίνουμε από το πόσο φαίνεται να εκπλάγηκε η πλευρά μας από την τουρκική αντιπρόταση, φαίνεται ότι δεν προετοιμαστήκαμε όσο έπρεπε. Ας ελπίσουμε ότι θα μάθουμε από τα λάθη μας και θα υιοθετήσουμε πιο ολοκληρωμένη διαπραγματευτική τακτική στη νέα φάση συνομιλιών που μόλις ξεκίνησε.

Πολίτης, 22/2/2004

17 Νοεμβρίου 2002

Ας σκεφτούμε οικονομικά

Τον Ιούνιο του 2000 είχαμε την τύχη να έχουμε στην Κύπρο τον Κέννεθ Άρροου, ένα από τους σημαντικότερους οικονομολόγους του 20ού αιώνα και από τους πρώτους αποδέκτες του βραβείου Νόμπελ στα οικονομικά. Ο καθηγητής Άρροου βρισκόταν στην Κύπρο με την ευκαιρία της αναγόρευσής του ως επίτιμου διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κύπρου. Στην ευχαριστήριά του ομιλία ο Κεν Άρροου μίλησε στους παριστάμενους για τον "οικονομικό τρόπο σκέψης". Αναφερόταν σε μια από τις θεμελιώδεις αρχές της οικονομικής επιστήμης η οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά τον 18ο αιώνα από τον Άνταμ Σμιθ, τον θεωρούμενο ως πατέρα των οικονομικών. Η ευημερία του κοινωνικού συνόλου, ισχυρίστηκε ο Σμιθ, μεγιστοποιείται όταν ο κάθε άνθρωπος ενεργεί με αποκλειστικό γνώμονα το ατομικό του συμφέρον. Η ιδέα του Σμιθ αποτελεί μέχρι και σήμερα τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής επιστήμης και του οικονομικού τρόπου σκέψης στον οποίο αναφέρεται ο Κεν Άρροου.

Εκ πρώτης όψεως ο οικονομικός τρόπος σκέψης φαίνεται εγωιστικός και αντικοινωνικός, ίσως ακόμα και απάνθρωπος. Όμως το μήνυμα του Κεν Άρροου δεν ήταν ότι ο καθένας πρέπει να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του. Άλλωστε, η δράση του μαρτυρεί εντελώς το αντίθετο. Πέρα από το πρωτοποριακό επιστημονικό του έργο ο Κεν Άρροου έχει να επιδείξει και πλούσια κοινωνική προσφορά, με ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στην προσπάθεια για την εδραίωση της διεθνούς ειρήνης και τη δημοκρατία. Η δράση του άγγιξε και τον δικό μας χώρο, αφού ήταν εξ αυτών που πρωτοστάτησαν στην εκστρατεία για να επιτραπεί στον Ανδρέα Παπανδρέου να φύγει από την Ελλάδα την περίοδο της δικτατορίας.

Τι μπορεί λοιπόν να εννοεί ένας τέτοιος άνθρωπος όταν υποστηρίζει ότι θα ήταν καλύτερα αν ο καθένας ενεργούσε με βάση το ατομικό του συμφέρον (πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας); Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να αναλογιστούμε τον εναλλακτικό τρόπο δράσης. Κάποιος που δεν επιδιώκει το ατομικό του συμφέρον δεν ενεργεί με βάση τη ψυχρή λογική αλλά με το συναίσθημα. Αυτό βεβαίως δεν είναι κατ΄ ανάγκην κακό, ιδιαίτερα αν το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η συμπόνοια και η αγάπη προς το συνάνθρωπο. Δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές που ο άνθρωπος λειτουργεί συναισθηματικά κυριαρχείται από άλλα συναισθήματα όπως την εκδίκηση, το μίσος, τη ζήλεια και την προκατάληψη. Στην ιστορία της ανθρωπότητας πολλοί πόλεμοι και πολλά εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομα της τάδε ιδεολογίας ή του δείνα ιερού σκοπού. Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά. Η Τουρκία ποτέ δε θα εισέβαλλε στην Κύπρο αν ενεργούσε με βάση το ψυχρό εθνικό της συμφέρον. Οι Τουρκοκύπριοι δεν θα ανέχονταν την πολιτική της διαίρεσης του Ραούφ Ντενκτάς αν είχαν για γνώμονά τους το ατομικό τους συμφέρον.

Ο οικονομικός τρόπος σκέψης δεν είναι ιδεολογία που συγκινεί. Δεν συσπειρώνει τις μάζες, ούτε οδηγεί σε πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας. Παραδόξως, εδώ ακριβώς ίσως να έγκειται η ομορφιά του. Τους επόμενους μήνες πιθανόν να βρεθούμε αντιμέτωποι με δύσκολες επιλογές. Ας μην αφήσουμε το συναίσθημα να μας παρασύρει. Αν ο καθένας από μας κάνει τους υπολογισμούς του ψύχραιμα, με βάση το δικό του συμφέρον και το συμφέρον των παιδιών του, να είστε βέβαιοι ότι συλλογικά θα καταλήξουμε στην απόφαση που είναι καλύτερη για όλους μας.

Πολίτης, 17/11/2002

19 Μαΐου 2002

Η σιωπηρή συμπαιγνία των κομμάτων

"[...] πρόεδρος του Συμβουλίου ορίστηκε ο ΓK, που υποδείχθηκε από το ΔHKO, και μέλη, ο AX που υποδείχθηκε από το AKEΛ και ο MX που υποδείχθηκε από τον ΔHΣY."

Το πιο πάνω είναι απόσπασμα από είδηση που δημοσιεύτηκε στον "Φιλελεύθερο" της 9ης Μαΐου. (Το όνομα του Συμβουλίου απαλείφθηκε και τα ονόματα αντικαταστάθηκαν με τα αρχικά τους γιατί σκοπός μας δεν είναι να ασχοληθούμε με τους συγκεκριμένους διορισμούς.) Η είδηση θα μπορούσε να αφορά διορισμούς σε οποιαδήποτε κρατική αρχή ή οργανισμό, και απεικονίζει με τον πιο παραστατικό τρόπο την κυριαρχία της δημόσιας ζωής από το διεφθαρμένο κομματικό κατεστημένο. Όπως τα μέλη ενός καρτέλ διαμοιράζουν την αγορά ανάμεσά τους αποκλείοντας τα μη μέλη, έτσι και τα πολιτικά κόμματα της Κύπρου νέμονται τα σημαντικά πόστα της δημόσιας υπηρεσίας αποστερώντας από ικανά αλλά ακομμάτιστα άτομα την ευκαιρία να δείξουν τις δυνατότητές τους.

Ο διαμοιρασμός των θέσεων στα κόμματα αποτελεί φαινομενικά βελτίωση σε σχέση με παλαιότερες καταστάσεις όπου τους διορισμούς μονοπωλούσαν τα κόμματα που βρίσκονταν στην εξουσία. Στην πραγματικότητα όμως η πρακτική αυτή είναι εξίσου αναξιοκρατική με την προηγούμενη. Οι υποψήφιοι επιλέγονται όπως και προηγουμένως με καθαρά κομματικά κριτήρια, με μόνη διαφορά ότι τώρα προέρχονται από πολλά κόμματα αντί από ένα. Αυτό μπορεί μεν να ικανοποιεί κάποιο αίσθημα δικαίου, ουδόλως όμως συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας των διορισμών αφού εξακολουθεί να αποκλείει προσοντούχα άτομα που δεν έχουν πρόσβαση στα ανώτατα κομματικά δώματα. Ίσως μάλιστα η κομματική συμπαιγνία να είναι χειρότερη από τη μονοπώληση των θέσεων από ένα κόμμα. Τουλάχιστον τότε οι υπόλοιποι είχαν κίνητρο να ξεσκεπάσουν το νεποτισμό και την ημετεροκρατία. Τώρα έχει δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι όλα είναι καλά. Τα κόμματα έχουν αποδεχθεί αυτή την κατάσταση αφού τους παρέχει περιζήτητες θέσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ανταμείψουν υποστηρικτές ή για να αποτελέσουν δώρο παρηγοριάς σε αποτυχόντες υποψηφίους σε εκλογικές αναμετρήσεις.

Αυτός που σίγουρα δεν πρέπει να είναι ευχαριστημένος είναι ο Κύπριος πολίτης που βλέπει τα σημαντικότερα πόστα της δημόσιας υπηρεσίας να πληρώνονται από κομματικούς υποψηφίους ποικίλων προελεύσεων και αγνώστων προσόντων χωρίς κανείς να αντιδρά. Μεγάλη ευθύνη για αυτό φέρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η είδηση με την οποία ξεκινήσαμε πέρασε περίπου στα αζήτητα των εφημερίδων. Ως αν οι ευλογίες του κομματικού κατεστημένου να είναι το μόνο προσόν που χρειάζεται κανείς για να αναλάβει ένα υπεύθυνο πόστο. Ενόσω η τέταρτη εξουσία δεν επιτελεί το έργο που έχει αναλάβει, δύσκολα θα καμφθεί η κυριαρχία του κομματικού καρτέλ.

Πολίτης, 19/5/2002