18 Δεκεμβρίου 2009

Το ελληνικό μοντέλο

Το Ελληνικό δημόσιο βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Το δημοσιονομικό έλλειμμα φέτος θα φτάσει το 12.7%, ενώ οι συνεχείς αναθεωρήσεις των εκτιμήσεων προς τα κάτω έχουν πλήξει την εικόνα της χώρας στα μάτια των εταίρων της και των διεθνών πιστωτών. Ο ίδιος ο Έλληνας πρωθυπουργός παραδέχτηκε ότι "σήμερα το μεγαλύτερο έλλειμμά μας είναι αυτό της αξιοπιστίας" και ότι "για τον λόγο αυτόν οι διεθνείς αγορές θέλουν να δουν πράξεις, όχι λόγια".

Ο κος Παπανδρέου φαίνεται να είναι αποφασισμένος να προχωρήσει σε πράξεις. Έχει προτείνει ένα τολμηρό και φιλόδοξο σχέδιο που αποσκοπεί μεταξύ άλλων στην πάταξη της διαφθοράς, τη σταδιακή συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και την αύξηση των κρατικών εσόδων μέσω της μείωσης της φοροδιαφυγής. Εξίσου σημαντικό είναι αυτό που δεν προβλέπεται από το σχέδιο του κου Παπανδρέου. Οι Ευρωπαίοι εταίροι και οι διεθνείς πιστωτές προέτρεπαν την Ελλάδα να προχωρήσει σε μειώσεις μισθών και παροχών του δημοσίου κατά το πρότυπο της Ιρλανδίας. Ο κος Παπανδρέου αγνόησε αυτές τις προτροπές κάνοντας αναφορά σε "ελληνικό μοντέλο" εξόδου από τη δημοσιονομική κρίση.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες φαίνεται να έχουν δώσει περίοδο χάριτος ενός έτους στον κο Παπανδρέου για να μπορέσει να αποδείξει ότι το σχέδιό του θα έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Όμως οι δηλώσεις διάφορων Ευρωπαίων αξιωματούχων δεν δείχνουν ιδιαίτερη αισιοδοξία. Ούτε και οι διεθνείς αγορές έχουν πειστεί, αφού η Standard & Poor's ακολούθησε τη Fitch υποβαθμίζοντας την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδος και χαρακτηρίζοντας τα μέτρα της κυβέρνησης ως ανεπαρκή.

Οι επιλογές του κου Παπανδρέου έχουν προσδώσει και πολιτικο-ιδεολογικό χρώμα στο θέμα. Το σχέδιο της Ελληνικής κυβέρνησης δεν υιοθετεί πλήρως τις διεθνώς αποδεκτές "νεοφιλελεύθερες" πρακτικές αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων αλλά επιχειρεί μια διαφορετική, λιγότερο σκληρή προσέγγιση. Αν τα μέτρα της κυβέρνησης Παπανδρέου αποδώσουν, πολλοί θα μιλούν για τη σοσιαλιστική απάντηση στις νεοφιλελεύθερες συνταγές λιτότητας.

Ανεξάρτητα όμως από την πολιτική πτυχή του θέματος, η ουσία είναι ότι ο κος Παπανδρέου έχει αναλάβει ένα μεγάλο ρίσκο. Οι στόχοι της πάταξης της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής είναι ασφαλώς σωστοί, όμως είναι πολύ δύσκολο να υπάρχξουν απτά αποτελέσματα μέσα στο πλαίσιο των πιεστικών (για να μην πω ασφυκτικών) χρονοδιαγραμμάτων που έχουν τεθεί. Η φοροδιαφυγή δεν είναι απλώς θέμα επιβολής νόμων. Οι πολίτες μιας χώρας πολύ πιο εύκολα θα δεχτούν να καταβάλουν φόρους όταν γνωρίζουν ότι τα λεφτά τους χρησιμοποιούνται σωστά και όταν το κράτους τους προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες. Ο καλύτερος τρόπος μείωσης της φοροδιαφυγής είναι η χρηστή διοίκηση και η πάταξη της διαφθοράς. Δυστυχώς ο δρόμος που πρέπει να διανύσει η Ελλάδα (και σε κάπως μικρότερο βαθμό και η Κύπρος) είναι πολύ μακρύς.

Πολίτης, 20/12/2009

13 Δεκεμβρίου 2009

Είναι βιώσιμο το ΤΚΑ;

Απαριθμώντας τα επιτεύγματα της κυβέρνησης την περασμένη Τρίτη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε αναφορά στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων μέχρι το 2048. Την ίδια μέρα η Υπουργός Εργασίας είπε σε ομιλία της ότι "έχουμε πετύχει να διατηρήσουμε την οικονομική ευρωστία του Ταμείου και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του". Αξίζουν εύσημα στην κυβέρνηση γιατί ασχολήθηκε σοβαρά με το θέμα του ΤΚΑ και πέτυχε να ψηφιστεί ένα νομοσχέδιο το οποίο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Είναι όμως το ΤΚΑ πράγματι βιώσιμο;

Αυτό που εννοεί η κυβέρνηση όταν λέει ότι το ταμείο είναι βιώσιμο μέχρι το 2048 είναι ότι θα υπάρχει αποθεματικό που να μπορεί να καλύψει τις υποχρεώσεις του ταμείου μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Ας αφήσουμε κατά μέρος το γεγονός ότι η οικονομική κρίση μας έχει ήδη βγάλει εκτός προγραμματισμού (κάτι για το οποίο αρκετοί είχαν προειδοποιήσει έγκαιρα) και ας θεωρήσουμε ότι το 2048 θα είναι πράγματι η κρίσιμη χρονιά. Πού θα στεκόμαστε τότε; Θα έχουμε ένα άδειο ταμείο το οποίο θα έχει πολύ μεγαλύτερες υποχρεώσεις προς τους συνταξιούχους από ότι θα έχει να εισπράττει σε εισφορές από τους εργαζόμενους. Άρα η μεταρρύθμιση δεν εξασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος. Απλώς μεταθέτει χρονικά τη χρεωκοπία του κατά μία εικοσαετία, φορτώνοντας ταυτόχρονα με μεγάλο κόστος τους εργαζόμενους, τις επιχειρήσεις και το κράτος.

Με άλλα λόγια, ένας 25χρονος που εισέρχεται σήμερα στην αγορά εργασίας θα λογαριάζει να αφυπηρετήσει το 2049 έχοντας εργαστεί και συνεισφέρει στο ΤΚΑ για 40 χρόνια. Όμως το ταμείο δεν θα μπορεί να καλύψει τη σύνταξή του. Τα πράγματα βέβαια δεν θα φτάσουν ως εκεί. Το πρόβλημα θα γίνει αντιληπτό αρκετά χρόνια πιο πριν και θα προκύψει μια νέα μεταρρύθμιση του συστήματος. Μια μεταρρύθμιση όμως που θα είναι πολύ πιο οδυνηρή από τη φετινή γιατί η "εύκολη" λύση της αύξησης των εισφορών δεν θα είναι εφικτή. Με τις εισφορές να είναι ήδη στο 25.7% του μισθού, η επέκταση του ορίου συνταξιοδότησης θα είναι αναπόφευκτη. Ο σημερινός 25χρονος δεν θα αφυπηρετήσει το 2049 αλλά αρκετά χρόνια αργότερα. Θα πληρώσει το μεγαλύτερο τίμημα για την αδυναμία της σημερινής πολιτικής και συνδικαλιστικής ηγεσίας να δουν μακριά.

Τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ απλά. Αν θέλουμε ένα πραγματικά βιώσιμο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων που θα εξασφαλίζει όχι μόνο αυτούς που θα αφυπηρετήσουν μέσα στα επόμενα 5 ή 10 χρόνια αλλά και τα παιδιά και τα εγγόνια τους, θα πρέπει το συντομότερο δυνατό να προχωρήσουμε σε μια νέα μεταρρύθμιση. Κάθε έτος που περνά απλώς μεταθέτει μεγαλύτερο βάρος από τους δικούς μας ώμους σε αυτούς των παιδιών μας.

Πολίτης, 13/12/2009

6 Δεκεμβρίου 2009

Και ξαφνικά, ΑΤΑ

Μιλώντας στη Βουλή πριν μερικές μέρες ο εκπρόσωπος τύπου του ΑΚΕΛ Σταύρος Ευαγόρου άνοιξε για πρώτη φορά εκ μέρους του κόμματός του την πόρτα στο διάλογο με σκοπό "τη βελτίωση της λειτουργίας του θεσμού" της ΑΤΑ. Ο κος Ευαγόρου αναφέρθηκε σε βελτίωση που να προσφέρει δικαιότερη αποζημίωση για τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Πράγματι, τη δεκαετία 1997-2007 οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών που καταναλώνεται από το φτωχότερο 20% του πληθυσμού αυξήθηκαν κατά 45%, σε σύγκριση με 29% για τα προϊόντα που καταναλώνονται από το πλουσιότερο 20%.* Αυτό σημαίνει ότι τα χαμηλότερα στρώματα δεν αποζημιώνονται πλήρως για τη διάβρωση της αγοραστικής τους δύναμης ενώ τα πλουσιότερα στρώματα αποζημιώνονται υπέρ του δέοντος.

Ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει ένα διάλογο για την ΑΤΑ - αν ποτέ ξεκινήσει - είναι το πόσους και ποιους ακριβώς προστατεύει. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, επίσημα στοιχεία δεν φαίνεται να υπάρχουν για αυτό το τόσο σημαντικό ερώτημα. Κάποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από τις Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών, όπου οι εργαζόμενοι καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα αν εισπράττουν τιμαριθμικό επίδομα. Το 2003 μόνο 43.5% των ερωτηθέντων απάντησαν θετικά, ενώ για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα το ποσοστό ήταν μόλις 30.5%. Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι για το φτωχότερο 10% των εργαζομένων το ποσοστό κάλυψης από την ΑΤΑ είναι μόλις 6%. Το ποσοστό κάλυψης αυξάνεται προοδευτικά με το εισόδημα για να ξεπεράσει το 70% για τα άτομα που ανήκουν στο ψηλότερο 10%.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η ΑΤΑ έχει ξεπεραστεί από την εξέλιξη της οικονομίας και βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία. Γιατί λοιπόν τόση φασαρία για ένα θεσμό που σταδιακά διαβρώνεται και αυτοκαταργείται;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την ΑΤΑ σήμερα είναι ότι αποτελεί την κύρια αιτία πίσω από την ανεξέλεγκτη αύξηση του κρατικού μισθολογίου. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπει μια τάξη στα δημοσιονομικά του κράτους όταν το κρατικό μισθολόγιο αυξάνεται με ρυθμό 7-8% ετησίως. Η κατάργηση ή δραστική αναπροσαρμογή της ΑΤΑ στο δημόσιο είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος συγκράτησης του κρατικού μισθολογίου σε πιο λογικούς ρυθμούς αύξησης. Άλλα μέτρα όπως η πάταξη της φοροδιαφυγής είναι επίσης απαραίτητα αλλά αυτά θα χρειαστούν χρόνο για να αποδώσουν. Το κράτος βρίσκεται σε δυσχερή δημοσιονομική κατάσταση σε μια περίοδο που η οικονομία χρειάζεται στήριξη. Έργα υποδομής που θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη αναστέλλονται λόγω οικονομικής στενότητας. Η κατάσταση απαιτεί άμεσες και τολμηρές λύσεις.

* "Μερικές αλήθειες για την ΑΤΑ," Σχόλιο Οικονομικής Πολιτικής Τεύχος 16, Κέντρο Οικονομικών Ερευνών Πανεπιστημίου Κύπρου, Ιούνιος 2008.

Πολίτης, 6/12/2009

30 Νοεμβρίου 2009

Κρατική "σφραγίδα ποιότητας"

Ο Υπουργός Παιδείας προκάλεσε αντιδράσεις πριν μερικές βδομάδες όταν αναφέρθηκε στην προοπτική καθιέρωσης της Κύπρου ως περιφερειακού κέντρου εκπαίδευσης ως φαντασίωση. Στο τελευταίο τεύχος του ενημερωτικού δελτίου του ΥΠΠ ο Υπουργός καταθέτει τις σκέψεις του για το θέμα. Εξηγεί ότι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να καταστεί μια χώρα εκπαιδευτικό κέντρο δεν ικανοποιούνται στην Κύπρο και διατυπώνει κάποιες εισηγήσεις για το τι δέον γενέσθαι.

Το κύριο πρόβλημα που εντοπίζει ο Υπουργός είναι ότι η Κύπρος δεν διαθέτει εκπαιδευτική παράδοση ούτε και ιδρύματα πολύ υψηλού γοήτρου που θα προσελκύσουν ξένους φοιτητές. Τα δημόσια πανεπιστήμια αδυνατούν λόγω γλώσσας ενώ τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν έχουν ακόμα το απαιτούμενο κύρος και αναγνώριση. Ο κος Δημητρίου προτείνει τη δημιουργία ενός νέου κρατικού ιδρύματος που να αξιοποιεί τις υποδομές και προσωπικό όλων των υπαρχόντων ιδρυμάτων και να προσφέρει προγράμματα σπουδών στην αγγλική γλώσσα.

Το όλο σκεπτικό του Υπουργού στηρίζεται στην πεποίθησή του ότι τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν "τη σφραγίδα ποιότητας και αναγνώρισης που προσφέρει η κρατική τους υπόσταση". Όμως η κρατική υπόσταση από μόνη της δεν εξασφαλίζει την ποιότητα. Ο πλανήτης είναι γεμάτος με κρατικά πανεπιστήμια που ούτε κύρος διαθέτουν, ούτε αναγνώριση. Απεναντίας, όλα τα πανεπιστήμια που ο Υπουργός παρέθεσε ως παραδείγματα ιδρυμάτων πολύ υψηλού γοήτρου (Οξφόρδη, Cambridge, Harvard, Yale, Stanford) είτε είναι ιδιωτικά (τα Αμερικανικά) είτε λειτουργούν ως τέτοια (τα Βρετανικά). Τα ιδρύματα αυτά δεν έχουν ανάγκη από κάποια σφραγίδα ποιότητας από την Αμερικανική ή τη Βρετανική κυβέρνηση για να θεωρούνται ως τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου.

Το κύρος δεν αποδίδεται μέσα από άνωθεν ντιρεκτίβες και γραφειοκρατικές διαδικασίες. Το κύρος κερδίζεται με τη παραγωγή έργου που τυγχάνει αναγνώρισης τόσο από την επιστημονική κοινότητα όσο και από την ευρύτερη κοινωνία. Ένα καινούριο ίδρυμα πρέπει να δουλέψει σκληρά και συστηματικά για πολλά χρόνια για να πετύχει την αναγνώριση. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου έχει κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Οι απόφοιτοί του γίνονται δεκτοί για μεταπτυχιακές σπουδές σε ξένα πανεπιστήμια, όχι επειδή το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι κρατικό αλλά επειδή οι απόφοιτοί του έχουν το απαιτούμενο επίπεδο.

Όμως η αναγνώριση που τόσο δύσκολα κερδίζεται, πολύ πιο εύκολα χάνεται. Αν τα δημόσια πανεπιστήμια της Κύπρου επαναπαυθούν στη "σφραγίδα ποιότητας και αναγνώρισης που προσφέρει η κρατική τους υπόσταση", η πορεία τους δεν θα είναι διαφορετική από αυτήν της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αν όμως παραμείνουν προσηλωμένα στο στόχο της διεθνούς καταξίωσης, και αν το κράτος τους δώσει την ελευθερία κινήσεων για να ξανοιχτούν προς τα έξω, τότε μπορούν να πετύχουν πολλά.

Πολίτης, 29/11/2009

22 Νοεμβρίου 2009

Στοχευμένη κοινωνική πολιτική

Όλοι συμφωνούν ότι τα μέτρα κοινωνικής στήριξης του κράτους πρέπει να απευθύνονται σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη. Πώς όμως εντοπίζουμε αυτούς τους ανθρώπους; Το κύριο κριτήριο που χρησιμοποιείται σήμερα είναι το εισόδημα, μια τακτική που είναι προβληματική για δύο λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι το γνωστό πρόβλημα των αδήλωτων εισοδημάτων: το κράτος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα πραγματικά εισοδήματα μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Υπό αυτές τις συνθήκες η στόχευση της κοινωνικής πολιτικής στη βάση του εισοδήματος είναι λανθασμένη όχι μόνο γιατί δεν εστιάζεται σε όσους έχουν ανάγκη αλλά και διότι επιτείνει την κοινωνική αδικία που δημιουργείται από τη φοροδιαφυγή. Αυτοί που δεν δηλώνουν τα εισοδήματά τους όχι μόνο δεν πληρώνουν φόρους αλλά επιβραβεύονται κιόλας με κοινωνικές παροχές.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το εισόδημα δεν αποτελεί τη μοναδική ένδειξη της οικονομικής κατάστασης μιας οικογένειας. Κάποιες οικογένειες μπορεί να έχουν χαμηλά εισοδήματα αλλά την ίδια στιγμή να διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας. Για παράδειγμα, στην κατηγορία αυτή πιθανότατα ανήκουν πολλοί συνταξιούχοι. Οι περισσότεροι από τους συνταξιοδοτημένους αυτοεργοδοτούμενους λαμβάνουν την ελάχιστη σύνταξη λόγω χαμηλών εισφορών στο ΤΚΑ. Όμως πολλοί από αυτούς ήταν επιτυχημένοι επαγγελματίες που προνόησαν για τα υστερινά τους και μπορούν να ζουν αρκετά άνετα αντλώντας από τις αποταμιεύσεις τους. Ασφαλώς λίγη κρατική ενίσχυση δεν βλάφτει κανένα, όμως το σωστό είναι να δοθεί προσοχή εκεί που υπάρχει μεγάλη ανάγκη. Χρειάζεται επίσης προσοχή ώστε να μην δημιουργούνται κοινωνικές αδικίες αλλά ούτε και να δίνονται αντικίνητρα για την την εργασία και την αποταμίευση, όπως επισημαίνεται και στην πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Η παρούσα κυβέρνηση περηφανεύεται για τις κοινωνικές της ευαισθησίες. Όμως στην προσπάθειά της να δείξει το κοινωνικό της πρόσωπο έχει ξοδέψει δημόσιο χρήμα - και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς για τα κρατικά ταμεία - σε παροχές που είτε δεν είναι στοχευμένες είτε στοχεύουν με βάση λανθασμένα κριτήρια. Η άσκηση σωστής κοινωνικής πολιτικής θα καταστεί πολύ πιο αποτελεσματική αν δημιουργηθούν μηχανισμοί οι οποίοι να εντοπίζουν τα άτομα και τις οικογένειες που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και να κατευθύνουν σε αυτούς την κρατική αρωγή. Κάτι τέτοιο είναι μια δύσκολη πρόκληση, αλλά δεν είναι ακατόρθωτο. Η Κύπρος είναι μικρή και η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει τις δυνατότητες συλλογής και επεξεργασίας των απαραίτητων πληροφοριών. Αν η κυβέρνηση το θέσει ως πρωταρχικό στόχο, μπορεί να αφήσει το στίγμα της στην κοινωνική πολιτική του κράτους για τις επόμενες γενεές.

Πολίτης, 22/11/2009