21 Μαρτίου 2010

Πλαφόν στη λογική

>
Θα περίμενε κανείς ότι το φιάσκο με την επιβολή πλαφόν στην τιμή των καυσίμων θα οδηγούσε το Υπουργείο Εμπορίου σε μια πιο προσεκτική προσέγγιση στο θέμα της ρύθμισης τιμών. Κι όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το Υπουργείο - συνεπικουρούμενο από την Επιτροπή Εμπορίου της Βουλής και τους σύνδεσμους καταναλωτών - επιδιώκει να αποκτήσει διερευμένες εξουσίες επιβολής ανώτατων χονδρικών τιμών σε βασικά καταναλωτικά αγαθά. Σε ένα ακόμα θέμα (μετά τη Eurocypria και τη Cyta) προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να παρακάμψουμε το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Προφανώς εμείς ξέρουμε καλύτερα.

Το Ευρωπαϊκό κεκτημένο δεν επιτρέπει την παρέμβαση του κράτους στις αγορές για σκοπούς ρύθμισης τιμών εκτός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου αποδεδειγμένα δεν υπάρχουν συνθήκες ανταγωνισμού (π.χ. στις τηλεπικοινωνίες). Αυτή η πολιτική δεν εφαρμόστηκε για να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να εκμεταλλεύονται τους καταναλωτές αλλά γιατί η εμπειρία πολλών δεκαετιών έδειξε ότι η πολιτική της ρύθμισης των τιμών από το κράτος είναι αναποτελεσματική και δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Οι κρατικές υπηρεσίες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τα δεδομένα της αγοράς και φυσιολογικά υποπίπτουν σε λάθη, καθορίζοντας τιμές που είναι είτε υπερβολικά ψηλές είτε υπερβολικά χαμηλές. Οι υπερβολικά χαμηλές τιμές οδηγούν σε μείωση της ποιότητας των προσφερομένων αγαθών και υπηρεσιών ή/και δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή διάθεσή τους στην αγορά. Οι υπερβολικά ψηλές τιμές αφαιρούν κάθε πίεση από τις εταιρείες να ανταγωνιστούν αφού έχουν πλέον τη σφραγίδα νομιμοποίησης των κρατικών υπηρεσιών.

Στο Υπουργείο Εμπορίου φαίνεται ότι νοσταλγούν τις παλιές εποχές που καθόριζαν τις τιμές στη βάση του συστήματος PNBS. Όμως το PNBS είναι πίσω από πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η αγορά. Το σύστημα εγγυόταν στις εταιρείες ποσοστό απόδοσης 12%, ένα εξωφρενικό ποσοστό για μια αγορά με μηδαμινό επιχειρηματικό ρίσκο. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών εθίστηκαν στο εύκολο και σίγουρο κέρδος και ουδέποτε ανέπυξαν κουλτούρα ανταγωνισμού. Η λογική του εγγυημένου ποσοστού απόδοσης τις οδήγησε να φορτωθούν μεγάλα λειτουργικά κόστη τα οποία μεταφέρονταν με κρατική ρύθμιση στους ώμους του καταναλωτή. Τα πρατήρια πολυτελείας σε κεντρικές λεωφόρους είναι κατάλοιπα αυτής της λανθασμένης πολιτικής, την οποία πληρώνουμε μέχρι σήμερα.

Αν το Υπουργείο Εμπορίου θέλει να μειωθούν οι τιμές των καυσίμων, ας ενθαρρύνει την είσοδο νέων ανταγωνιστών στην αγορά. Σε πολλές χώρες πωλούνται καύσιμα στις υπεραγορές, σε τιμές αρκετά χαμηλότερες από τα πρατήρια. Μπορεί να τροχιοδρομηθεί η δημιουργία νέων, μικρών πρατηρίων στα περίχωρα των πόλεων τα οποία θα έχουν χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και θα μπορούν να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές. Η πίεση του ανταγωνισμού προσφέρει τις καλύτερες προοπτικές μείωσης των τιμών που βρίσκονται σε ψηλότερα του κανονικού επίπεδα.

Πολίτης, 21/3/2010

14 Μαρτίου 2010

Η ανάγκη για εκπαιδευτική αξιολόγηση

Η κόρη μου φοιτά φέτος σε δημόσιο δημοτικό σχολείο στα περίχωρα του Σικάγο. Τη βδομάδα που πέρασε όλοι οι μαθητές της πολιτείας του Ιλλινόι (από την τρίτη δημοτικού μέχρι το γυμνάσιο) παρακάθησαν σε διαγνωστικές εξετάσεις σε βασικές δεξιότητες. Σκοπός των εξετάσεων είναι να δοθεί στους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τις πολιτειακές αρχές μια ένδειξη της προόδου των μαθητών και της απόδοσης του εκπαιδευτικού συστήματος. Παρόμοιες εξετάσεις υπάρχουν σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ αλλά και σε πολλές άλλες χώρες.

Πολλοί στο χώρο της εκπαίδευσης βλέπουν με πολύ σκεπτικισμό την ιδέα της αξιολόγησης των μαθητών στη βάση εθνικών προτύπων. Υπάρχει η άποψη ότι οι εξετάσεις υποβάλλουν τους μαθητές σε υπερβολική πίεση, ότι δίνεται δυσανάλογη έμφαση στα υπό εξέταση γνωστικά αντικείμενα, ότι σπαταλείται πολύτιμος διδακτικός χρόνος. Σίγουρα το κάθε ένα από αυτά τα επιχειρήματα έχει κάποια βάση, όμως οι όποιες αρνητικές επιπτώσεις μπορούν να περιοριστούν με ένα σωστό σχεδιασμό. Τα δε οφέλη από τη συλλογή πληροφοριών είναι τεράστια.

Κατ' αρχάς, οι γονείς δικαιούνται να γνωρίζουν σε ποιο επίπεδο βρίσκεται το παιδί τους, ποια είναι τα δυνατά του σημεία και ποιες οι αδυναμίες του. Η προφορική ενημέρωση από τους εκπαιδευτικούς είναι χρήσιμη αλλά ανεπαρκής. Είναι απαράδεκτο ο μαθητής να αποφοιτά από το δημοτικό και ο γονιός να μην έχει μια αντικειμενική αξιολόγηση των ικανοτήτων του παιδιού του.

Η μέτρηση των επιδόσεων των μαθητών είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και για το ίδιο το σχολείο και τις εκπαιδευτικές αρχές. Τους δίνει τη δυνατότητα αξιολόγησης τόσο του συνολικού εκπαιδευτικού έργου όσο και διαφόρων εκπαιδευτικών μεθόδων και πολιτικών που εφαρμόζονται κατά καιρούς. Είναι ένα πραγματικό μυστήριο πώς το Υπουργείο Παιδείας παίρνει αποφάσεις για υιοθέτηση της άλβα ή βήτα εκπαιδευτικής πολιτικής χωρίς να έχει στα χέρια του αντικειμενικές μετρήσεις των επιπτώσεών τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο θεσμός του ενιαίου ολοήμερου σχολείου, ο οποίος λειτουργεί πιλοτικά εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια. Το πρόγραμμα και η φιλοσοφία του ενιαίου ολοήμερου διαφέρουν σημαντικά από το συμβατικό δημοτικό σχολείο, και για το λόγο αυτό ο θεσμός συνάντησε αρκετές αντιστάσεις από τους γονείς οι οποίοι ανησυχούν μήπως τα παιδιά τους δεν θα είναι στο ίδιο επίπεδο με τα άλλα σχολεία. Λογικά αναμένει κανείς ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει κάποια διαδικασία αξιολόγησης η οποία θα διαπιστώσει κατά πόσον ο θεσμός λειτουργεί σωστά ή αν χρειάζεται βελτίωση. Πώς όμως θα γίνει η αξιολόγηση χωρίς να υπάρχουν δεδομένα, χωρίς απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας;

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου είναι ακόμα μια αναγκαιότητα η οποία - όπως και το σύστημα διορισμού στο οποίο αναφερθήκαμε την περασμένη βδομάδα - δεν είναι δυστυχώς στις προτεραιότητες του Υπουργείου Παιδείας. Αν δεν αγγίξουμε αυτά τα μεγάλα ζητήματα, καλύτερα να μη μιλάμε για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Πολίτης, 14/3/2010

7 Μαρτίου 2010

Το καρκίνωμα της παιδείας

Πολλοί είναι αυτοί που συμφωνούν ότι το σύστημα διορισμού εκπαιδευτικών με καταλόγους διοριστέων (την "επετηρίδα", όπως είναι γνωστή στην Ελλάδα) είναι ένα αναξιοκρατικό σύστημα που πρέπει να καταργηθεί. Λίγοι όμως πιστεύω αντιλαμβάνονται το εύρος της ζημιάς που το σύστημα αυτό προκαλεί όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά στην ευρύτερη Κυπριακή κοινωνία.

Οι αρνητικές επιπτώσεις στην εκπαίδευση είναι προφανείς. Έχουμε ένα σύστημα το οποίο δίνει στον κάθε πτυχιούχο δικαίωμα πρόσληψης στη δημόσια εκπαίδευση. Στο όνομα της ίσης μεταχείρισης έχουμε ισοπεδώσει τα πάντα, βάζοντας εκπαιδευτικούς στα σχολεία χωρίς κανένα ουσιαστικά ποιοτικό έλεγχο, χωρίς καμία διαδικασία αξιολόγησης. Το πρόγραμμα προϋπηρεσιακής κατάρτισης τείνει να εκφυλιστεί σε μια τυπική διαδικασία εξασφάλισης πιστοποιητικού καταλληλότητας το οποίο όλοι θα παίρνουν ανεξαρτήτως επίδοσης.

Οι επιπτώσεις στην ευρύτερη κοινωνία και οικονομία είναι λιγότερο ευδιάκριτες αλλά ακόμα πιο επιζήμιες. Η εξασφαλισμένη εργοδότηση με πολύ καλούς όρους εργασίας οδηγεί πάρα πολλούς νέους στην επιλογή κλάδων σπουδών για τους οποίους η μόνη προοπτική απασχόλησης είναι η εκπαίδευση. Δημιουργούνται έτσι στρατιές "αδιόριστων καθηγητών" οι οποίοι υποαπασχολούνται για χρόνια ολόκληρα μέχρι να έρθει ο πολυπόθητος διορισμός. Πολλοί από αυτούς καταφεύγουν στα φροντιστήρια για εξασφάλιση κάποιου εισοδήματος. Το πρόβλημα της παραπαιδείας οφείλεται (μεταξύ άλλων) και στην υπερπροσφορά που προέρχεται από τους αδιόριστους καθηγητές. Σε ένα πιο ορθολογικό και αξιοκρατικό σύστημα αυτές οι χιλιάδες άνθρωποι θα έκαναν διαφορετικές επιλογές και θα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε άλλους τομείς της οικονομίας. Η σπατάλη πολύτιμου ανθρώπινου δυναμικού που προκαλείται από αυτό το σύστημα είναι πραγματικά τρομακτική.

Η συνήθης γραμμή υπεράσπισης αυτού του συστήματος είναι ότι είναι δίκαιο γιατί αποκλείει το μέσο. Είναι όμως δίκαιο ένας απόφοιτος του 9,5 να θεωρείται ισάξιος ενός αποφοίτου του 5,5; Αυτά είναι τα μηνύματα που θέλουμε να δίνουμε στους νέους μας, να φροντίσουν να κουτσοπεράσουν και θα βολευτούν; Αν ο διορισμός με τη σειρά είναι τόσο εξαιρετική ιδέα, γιατί να μην τον εφαρμόσουμε παντού; Μπορούμε εύκολα να φτιάξουμε καταλόγους χημικών, πολεοδόμων, λογιστών, οικονομολόγων, μηχανικών, και όποτε ανοίγει μια θέση στο δημόσιο να παίρνουμε τον πρώτο στη σειρά. Δεν φαντάζομαι να υπάρξει κανείς που θα βγει ανοικτά και να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Γιατί τότε είναι αποδεκτό για τους εκπαιδευτικούς; Πώς μπορεί μια κοινωνία που ισχυρίζεται ότι γνοιάζεται για το μέλλον των παιδιών της να αποδέχεται τέτοιου είδους πρακτικές;

Ο διορισμός από καταλόγους και επετηρίδες προάγει τη μετριότητα και καλλιεργεί νοοτροπίες βολέματος. Έρχεται σε αντίθεση με τους διακηρυγμένους στόχους της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης: την ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων, την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και της επιχειρηματικότητας. Ενόσω το σύστημα αμείβει τη μετριότητα, οι υψηλοί αυτοί στόχοι θα είναι για τους μαθητές έπεα πτερόεντα.

Πολίτης, 7/3/2010

28 Φεβρουαρίου 2010

Αναποτελεσματική φοιτητική χορηγία

Το κράτος επιδοτεί πολλές δραστηριότητες τις οποίες για διάφορους λόγους θέλει να ενθαρρύνει. Τέτοιες είναι η αγορά υβριδικού αυτοκινήτου, η απόσυρση πεπαλαιωμένων οχημάτων, η εγκατάσταση συστημάτων εξοικονόμησης νερού, η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, και πολλές άλλες. Η αποτελεσματικότητα μιας επιδότησης κρίνεται κυρίως από το βαθμό στον οποίο η επιδοτούμενη δραστηριότητα επεκτείνεται σε σχέση με αυτό που θα ίσχυε χωρίς την επιδότηση. Για παράδειγμα, η επιδότηση για αγορά υβριδικού αυτοκινήτου είναι αποτελεσματική μόνο αν οδηγήσει σε αύξηση των πωλήσεων υβριδικών αυτοκινήτων. Διαφορετικά, είναι απλώς μια καθαρή μεταβίβαση προς όσους ούτως ή άλλως θα αγόραζαν τέτοια οχήματα.

Μέσα από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δούμε και το θέμα της φοιτητικής χορηγίας. Το κράτος επιδοτεί την τριτοβάθμια εκπαίδευση γιατί προφανώς πιστεύει ότι όσο το δυνατόν περισσότεροι νέοι θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να σπουδάσουν. Η επιδότηση γίνεται με δύο κυρίως τρόπους. Ο ένας είναι μέσω των δημόσιων πανεπιστημίων, όπου η φοίτηση είναι δωρεάν. Ο δεύτερος είναι μέσω της φοιτητικής χορηγίας, την οποία λαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι φοιτητές. Το 2008 το κράτος δαπάνησε συνολικά €92 εκ. ως χορηγία σε 36 χιλιάδες φοιτητές. Για σκοπούς σύγκρισης, η χορηγία του κράτους προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου το 2010 θα είναι €78,8 εκ.

Πόσοι άραγε από αυτούς τους 36 χιλιάδες φοιτητές δεν θα σπούδαζαν αν δεν υπήρχε η χορηγία; Δεν μπορούμε να ξέρουμε την ακριβή απάντηση σε αυτό το ερώτημα, όμως είναι μάλλον βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία θα σπούδαζε ακόμα και αν η χορηγία δεν υπήρχε. Η επιλογή κατά πόσον κάποιος να πάει ή όχι για σπουδές εξαρτάται ασφαλώς από τα οικονομικά δεδομένα, εξαρτάται όμως και από πολλούς παράγοντες. Το συνολικό κόστος των σπουδών είναι αρκετά μεγάλο ώστε οι €6-7 χιλιάδες της χορηγίας να μην κάνουν πολύ μεγάλη διαφορά.

Με αυτή τη λογική γίνεται αντιληπτό ότι η φοιτητική χορηγία είναι μια πολύ αναποτελεσματική πολιτική. Ένα τεράστιο κονδύλι δαπανείται κάθε χρόνο το οποίο όμως έχει πολύ μικρό αντίκτυπο στην κοινωνία. Μια πιο στοχευμένη πολιτική θα μπορούσε να πετύχει καλύτερα αποτελέσματα με πολύ χαμηλότερο κόστος. Σωστά η κυβέρνηση περιέλαβε τη φοιτητική χορηγία στις κοινωνικές παροχές για τις οποίες έπρεπε να γίνει στόχευση. (Κατάργησή της και δέσμευση μέρους του ποσού για υποτροφίες και δάνεια θα ήταν ακόμα καλύτερη.) Δυστυχώς οι έντονες αντιδράσεις από βουλευτές (της... δεξιάς!) και από τις φοιτητικές οργανώσεις σκότωσαν αυτή την πρόθεση εν τη γενέσει της, πριν προλάβει καν να συζητηθεί. Τουλάχιστον μπορούμε να χαιρόμαστε γιατί υπάρχουν ακόμα ιδανικά για τα οποία οι φοιτητές μας είναι διατεθειμένοι να βγουν στους δρόμους.

Πολίτης, 28/2/2010

21 Φεβρουαρίου 2010

Η Ελλάδα μας διδάσκει

Τον περασμένο Δεκέμβριο ο πρωθυπουργός της Ελλάδας έκανε λόγο για "ελληνικό μοντέλο" το οποίο θα έβγαζε τη χώρα από την οικονομική κρίση χωρίς να υιοθετεί τις "νεοφιλελεύθερες πρακτικές" δημοσιονομικής περισυλλογής που ζητούσαν οι πιστωτές και οι διεθνείς οργανισμοί. Εξήγγειλε μέτρα κατά της φοροδιαφυγής και σταδιακή μείωση των δημοσίων υπαλλήλων χωρίς όμως να υιοθετεί τις προτάσεις για μειώσεις μισθών. Τελικά το ελληνικό μοντέλο αποδείχτηκε βραχύβιο, αφού πολύ γρήγορα ο κος Παπανδρέου αναγκάστηκε να προχωρήσει σε μειώσεις μισθών στο δημόσιο, καθώς και σε επέκταση της ηλικίας συνταξιοδότησης προς αντιμετώπιση του ασφαλιστικού.

Τα μεγάλα προβλήματα του κρατικού μισθολογίου και του ασφαλιστικού (δηλαδή του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων) είναι τα ίδια που αντιμετωπίζουμε και στην Κύπρο. Το δικό μας δημόσιο χρέος δεν είναι βέβαια στα επίπεδα της Ελλάδας, όμως οι τάσεις είναι προς αυτή την κατεύθυνση και είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Η αδυναμία λήψης πολιτικά δύσκολων αποφάσεων που οδήγησε την Ελλάδα σε αυτό το σημείο παρουσιάζεται και στην Κύπρο. Όπως και στην Ελλάδα, πολλές ελπίδες εναποτίθενται στον πολιτικά εύκολο στόχο της πάταξης της φοροδιαφυγής. Ένα στόχο που είναι ασφαλώς θεμιτός, είναι όμως και δύσκολος και τα όποια αποτελέσματά του θα πάρουν χρόνο να φανούν.

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν άλλα μέτρα που μπορούν να έχουν αντίκτυπο τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμο αλλά είναι πολιτικά δύσκολα γιατί επηρεάζουν κεκτημένα. Τα έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν από αυτή τη στήλη, αλλά αξίζει τον κόπο να τα επαναλάβουμε:

1. Μηδενικές αυξήσεις στο δημόσιο για τα επόμενα μερικά χρόνια. Ας σημειωθεί ότι αυτό το μέτρο δεν συνεπάγεται μείωση μισθών αφού η ΑΤΑ και οι προασυξήσεις εξασφαλίζουν αυξήσεις της τάξης του 4-6% ετησίως.

2. Μόνιμη μείωση των κλιμάκων εισδοχής για νεοπροσληφθέντες στο δημόσιο.

3. Σταδιακή αύξηση του ορίου αφυπηρέτησης, πρώτα για τους δημόσιους υπαλλήλους και μετά για όλους.

Αν ξεκινήσουμε από σήμερα να υιοθετούμε τα πιο πάνω μέτρα θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα χωρίς να χρειαστεί να μειωθούν μισθοί ή συντάξεις. Το βάρος της δημοσιονομικής εξυγίανσης θα διαμοιραστεί ευρύτερα και δικαιότερα και οι επιπτώσεις θα απορροφηθούν πιο εύκολα από την κοινωνία. Αν καθυστερήσουμε, οι επιπτώσεις θα είναι μεγαλύτερες, μαζικότερες και σαφώς πιο οδυνηρές.

Οι επιλογές είναι απλές και ξεκάθαρες. Το ερώτημα είναι αν διαθέτουμε την ωριμότητα ως κοινωνία και ως πολιτικό σύστημα να πάρουμε τις δύσκολες αποφάσεις. Η αναμενόμενη ανακοίνωση από την κυβέρνηση του νέου πακέτου μέτρων για τη δημοσιονομική εξυγίανση θα αποτελέσει μια σημαντική ένδειξη ως προς τη δυνατότητά μας να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε.

Πολίτης, 21/2/2010