27 Σεπτεμβρίου 2009

Το κρατικό μισθολόγιο


  • Το 2008 το κρατικό μισθολόγιο αντιστοιχούσε στο 14.3% του Κυπριακού ΑΕΠ. Ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 10.5%.
  • Το 32.5% των δαπανών του Κυπριακού κράτους την ίδια χρονιά πήγε σε μισθούς. Ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 22.4%.
  • Την περίοδο 1998-2008 το κρατικό μισθολόγιο αυξήθηκε κατά μέσο όρο με ρυθμό 7.7% ετησίως ενώ το εθνικό εισόδημα κατά 7.1% (σε ονομαστικούς όρους).
  • Μελέτες δείχνουν ότι ένας δημόσιος υπάλληλος απολαμβάνει μισθολογικό πλεονέκτημα της τάξης του 30-40% σε σχέση με ένα άτομο με τα ίδια προσόντα που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν τα επιπρόσθετα οφελήματα του δημόσιου τομέα (ωράριο, συντάξεις, άδειες, κ.λπ.)
Τα πιο πάνω στοιχεία αποτυπώνουν στατιστικά αυτό που όλοι γνωρίζουν: ότι το κρατικό μισθολόγιο της Κύπρου είναι υπέρμετρα μεγάλο λόγω των ψηλών απολαβών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κατ' ακρίβεια, τα πράγματα είναι μάλλον χειρότερα γιατί οι αριθμοί δείχνουν μόνο το κόστος της κρατικής μηχανής αλλά όχι την αξία των υπηρεσιών τι προσφέρει. Οι περισσότερες άλλες χώρες με συγκριτικά μεγάλο κρατικό μισθολόγιο (π.χ. οι Σκανδιναβικές) προσφέρουν στους πολίτες τους πολύ περισσότερες και πιο ποιοτικές υπηρεσίες από ότι η Κύπρος. Ο Κύπριος φορολογούμενος πληρώνει πολλά για να συντηρεί τη δημόσια υπηρεσία αλλά παίρνει πολύ λίγα υπό μορφή αγαθών και υπηρεσιών.

Εκτός από την πίεση στα κρατικά ταμεία, η μεγάλη διαφορά μισθών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα δημιουργεί και άλλα προβλήματα. Αποτελεί κοινωνική αδικία, γιατί άτομα με τα ίδια προσόντα έχουν πολύ διαφορετικές απολαβές. Προσελκύει τους νέους στον χαμηλής παραγωγικότητας δημόσιο τομέα με αποτέλεσμα να αποστερεί τον ιδιωτικό τομέα από ικανά στελέχη και να συντηρεί την παραγωγικότητα σε χαμηλά επίπεδα. Δημιουργεί ακόμα πρόσφορο έδαφος για ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων, αφού οι προνομιούχες θέσεις στο δημόσιο τομέα χρησιμοποιούνται ως λάφυρα εξουσίας από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Για όλους αυτούς τους λόγους η μείωση (σε σχετικούς όρους) του κρατικού μισθολογίου αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί αλλά ούτε και πρέπει να επιτευχθεί με μέτρα όπως το πάγωμα των προσλήψεων, το οποίο απλώς μεταθέτει χρονικά τις δαπάνες, καθυστερεί την ανανέωση της δημόσιας υπηρεσίας και αδικεί τους νέους. Χρειάζονται μέτρα που θα μειώσουν το μισθολόγιο σταδιακά αλλά δραστικά και συστηματικά σε βάθος χρόνου. Δύο τέτοια μέτρα θα είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Το ένα είναι ο δραστικός περιορισμός των μισθολογικών αυξήσεων, είτε μέσω μιας δέσμευσης για μηδενικές αυξήσεις επ' αόριστο ή (πιο αποτελεσματικά) με την κατάργηση της ΑΤΑ. Το δεύτερο μέτρο είναι η μείωση των κλιμάκων εισδοχής σε όλο το φάσμα της δημόσιας υπηρεσίας.

Τολμά η πολιτική μας ηγεσία;

Πολίτης, 27/9/2009

20 Σεπτεμβρίου 2009

Η (αναμενόμενη) επιστροφή στα ελλείμματα

Το 2003 το δημοσιονομικό έλλειμα είχε ανέλθει στο 6.5% ενώ το δημόσιο χρέος σκαρφάλωσε το 2004 στο 70.2% του ΑΕΠ. Δεδομένου και του στόχου της ένταξης στην ευρωζώνη, η δύσκολη αυτή κατάσταση υποχρέωσε και τους τρεις Υπουργούς Οικονομικών της πενταετίας Παπαδόπουλου να αναλώσουν τον περισσότερο χρόνο τους στην προσπάθεια βελτίωσης των οικονομικών του κράτους. Έγιναν περικοπές δαπανών, περιορίστηκαν οι αυξήσεις στο κρατικό μισθολόγιο, ενώ παράλληλα καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια για αύξηση των εσόδων, με αιχμή του δόρατος την φορολογική αμνηστία. Την παρτίδα όμως ουσιαστικά έσωσε η έντονη δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων, η οποία απέφερε τεράστια έσοδα από φόρους κεφαλαιουχικών κερδών και μεταβιβαστικά τέλη. Το 2007 τα κρατικά ταμεία παρουσίασαν πλεόνασμα 3.5%, το δημόσιο χρέος έπεσε κάτω από το 60% του ΑΕΠ, και ο μεγάλος στόχος της ένταξης στην ευρωζώνη επιτεύχθηκε.

Όμως η επιστροφή στα ελλείμματα ήταν θέμα χρόνου. Τα αυξημένα έσοδα κατά την περίοδο 2004-2007 ήταν συγκυριακά και μη επαναλαμβανόμενα, έτσι φυσιολογικά η ροή εσόδων στα κρατικά ταμεία σταθεροποιήθηκε. Παράλληλα το πλεόνασμα του 2007 δημιούρησε πιέσεις για αύξηση των δαπανών, πιέσεις που ενισχύθηκαν από το ζημιογόνο κλίμα παροχολογίας που επικράτησε κατά την προεκλογική εκστρατεία και μετουσιώθηκαν σε πράξη με την εκλογή μιας φύσει απλόχερης κυβέρνησης. Η διεθνής οικονομική κρίση ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα. Το 2009 το έλλειμμα θα ξεπεράσει το 3% ενώ οι (κατά κανόνα αισιόδοξες) εκτιμήσεις του ΥΠΟΙΚ το ανεβάζουν στο 4.5% για το 2010.

Τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι πανομοιότυπα με αυτά του 2003: αναστολή μεγάλων έργων ή αγορών, πάγωμα των προσλήψεων στο δημόσιο, κυνήγι φορολογικών εσόδων. Δυστυχώς το πάθημα δεν έγινε μάθημα. Η έλλειψη προγραμματισμού μας υποχρεώνει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια να καταφεύγουμε σε μέτρα απελπισίας. Και αυτή τη φορά δύσκολα θα βρεθεί μια άλλη περιστασιακή πηγή εσόδων, όπως η αγορά ακινήτων την προηγούμενη πενταετία, για να σώσει την κατάσταση.

Τα δημόσια οικονομικά βρίσκονται σε μια πορεία που οδηγεί σε όλο και αυξανόμενα ελλείμματα. Η πορεία αυτή δεν μπορεί να αντιστραφεί με προσωρινές λύσεις. Η μόνη μόνιμη λύση στα χρόνια ελλείμματα είναι η συγκράτηση του ρυθμού αύξησης του κρατικού μισθολογίου. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί αλλά ούτε και πρέπει να επιτευχθεί μόνο με το πάγωμα των προσλήψεων. Χρειάζονται τολμηρά μέτρα για περιορισμό των μισθολογικών αυξήσεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το γιατί θα το δούμε στη στήλη της επόμενης βδομάδας.

Πολίτης, 20/9/09

13 Σεπτεμβρίου 2009

Γιατί καθυστέρησαν ένα χρόνο τα χρεόγραφα;

Σε μια εντυπωσιακή αλλαγή γραμμής, ο Υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε την περασμένη βδομάδα την έκδοση ειδικών κυβερνητικών χρεογράφων ως μέτρο ενίσχυσης της ρευστότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ένα χρόνο μετά την έναρξη της κρίσης η κυβέρνηση προχωρεί στη λήψη ενός μέτρου το οποίο πολλοί - προεξάρχοντος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας - ζητούσαν από το περασμένο φθινόπωρο. Η εξέλιξη είναι θετική, γεννά όμως και ένα ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση καθυστέρησε ένα ολόκληρο χρόνο να υιοθετήσει αυτό το μέτρο;

Η ανάγκη για ενίσχυση της ρευστότητας προέκυψε επιτακτικά τον περασμένο Σεπτέμβριο. Το πάγωμα των διεθνών αγορών ενέτεινε τον ήδη έντονο καταθετικό ανταγωνισμό μεταξύ των Κυπριακών τραπεζών με αποτέλεσμα τα επιτόκια στην Κύπρο να παραμένουν σε ψηλά επίπεδα παρά τις συνεχείς μειώσεις του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ. Το προτεινόμενο μέτρο - που τύγχανε στήριξης και από την ΕΕ - ήταν να δοθούν κυβερνητικά χρεόγραφα στις τράπεζες τα οποία να χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση για άντληση φτηνής ρευστότητας από την ΕΚΤ. Αυτό θα μείωνε την ανάγκη για προσέλκυση καταθέσεων και κατά συνέπεια θα ωθούσε τα επιτόκια σε καθοδική πορεία.

Η κυβέρνηση αρνήθηκε να υιοθετήσει αυτό το μέτρο προτάσσοντας σε κατά καιρούς δηλώσεις του Υπουργού δύο δικαιολογίες: ότι το μέτρο δεν θα απέδιδε και ότι θα οδηγούσε σε αύξηση του δημόσιου χρέους. Και οι δύο δικαιολογίες έχουν αναιρεθεί από τα ίδια τα γεγονότα. Η κυβέρνηση όχι μόνο υιοθετεί σήμερα το μέτρο αλλά ασπάζεται κιόλας την εκτίμηση του Διοικητή της ΚΤ ότι αυτό μπορεί να μειώσει τα επιτόκια μέχρι και 1%. Παράλληλα, η ΕΕ έχει ανακοινώσει ότι η έκδοση χρεογράφων δεν θα υπολογιστεί στο δημόσιο χρέος. Αυτό βέβαια δεν ήταν γνωστό από την αρχή. Όμως οι ενδείξεις υπήρχαν, η ΕΕ προωθούσε το μέτρο, και οι περισσότερες χώρες προχωρούσαν στην υιοθέτησή του. Η επίκληση μιας πιθανής προσωρινής αύξησης του δημόσιου χρέους ως δικαιολογία για τη μη υιοθέτηση ενός μέτρου το οποίο η οικονομία είχε ανάγκη φαινόταν περίεργη, ιδίως όταν τη ίδια στιγμή η κυβέρνηση προχωρούσε σε απανωτές αυξήσεις στις κοινωνικές παροχές και στην δημιουργία 1.080 νέων θέσεων στο δημόσιο, με μεγάλο μακροπρόθεσμο κόστος για τα δημόσια ταμεία.

Η κατάληξη αυτού του σήριαλ αφήνει εκτεθειμένη την κυβέρνηση και - κυρίως - τον Υπουργό Οικονομικών. Η απόρριψη της έκδοσης χρεογράφων αποδείχτηκε λανθασμένη και η κυβερνητική στρατηγική για μείωση των επιτοκίων με τις "ενέσεις ρευστότητας" και με παραινέσεις και υποδείξεις προς τις τράπεζες απέτυχε. Στην καλύτερη περίπτωση, το Υπουργείο Οικονομικών έπεσε πολύ έξω στις εκτιμήσεις του. Στη δε χειρότερη περίπτωση, θα πρέπει να διερωτώμαστε μήπως η υγεία της οικονομίας έπεσε θύμα της απροθυμίας της κυβέρνησης και του Υπουργού να υιοθετήσουν μια θετική εισήγηση λόγω της προέλευσής της.

Πολίτης, 13/9/2009

24 Μαΐου 2009

Μαρφίν, Κυβέρνηση και εποπτικές αρχές

Η απόφαση της Μαρφίν να μεταφέρει την έδρα του ομίλου στην Ελλάδα πυροδότησε έντονες συζητήσεις και αντεγκλήσεις. Εκφράστηκαν ανησυχίες για σοβαρές επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία και αμφισβητήθηκε το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο στην Κύπρο. Η μετακίνηση της έδρας της Μαρφίν είναι βέβαια μια αρνητική εξέλιξη, όμως οι ανησυχίες που ακούστηκαν είναι εν πολλοίς υπερβολικές. Δεν αναμένεται να υπάρξει καμία δραματική αλλαγή στον τραπεζικό τομέα αφού η Μαρφίν διαβεβαιώνει ότι θα συνεχίσει να δραστηριοποιείται πλήρως στην Κύπρο (και έχει κάθε συμφέρον να το κάνει). Οι αποφάσεις της Μαρφίν λαμβάνονται στην Αθήνα εδώ και χρόνια, συνεπώς ούτε εδώ υπάρχει κάτι το καινούριο. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Μαρφίν θα μπορεί να κάνει παιγνίδι με άλλους κανόνες. Ο κ. Βγενόπουλος θέλει να ρισκάρει και βρίσκει το ρυθμιστικό πλαίσιο της Κύπρου συντηρητικό. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να του ευχηθούμε καλή επιτυχία. 

Είναι όντως συντηρητικό το θεσμικό πλαίσιο της Κύπρου; Ίσως, αλλά αυτό δεν είναι κατ' ανάγκην αρνητικό. Η μεγάλη διεθνής οικονομική κρίση που βιώνουμε σήμερα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη χαλάρωση του ρυθμιστικού πλαισίου και την ανεπαρκή εποπτεία των τραπεζικών ιδρυμάτων, κυρίως στις ΗΠΑ αλλά όχι μόνο. Είναι αδιανόητο, ειδικά αυτή την περίοδο, να τίθεται θέμα χαλάρωσης της εποπτείας για να διευκολυνθούν οι επιχειρηματικές βλέψεις μιας τράπεζας. Κάποιοι ανησυχούν ότι η απώλεια της Μαρφίν αποτελεί πλήγμα στην προσπάθεια της Κύπρου να καταστεί κέντρο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Κι αυτό είναι υπερβολή. Ένας σοβαρός οργανισμός που σκέφτεται να επενδύσει στην Κύπρο θα μελετήσει προσεκτικά όλα τα δεδομένα και τις επιλογές που έχει μπροστά του και δεν θα επηρεαστεί από τις κινήσεις τακτικής μιας μεμονωμένης εταιρείας.

Αυτό που μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της Κύπρου δεν είναι η μετακόμιση της Μαρφίν αλλά η απροθυμία της ίδιας της Κυπριακής κυβέρνησης να στηρίξει τους θεσμούς του κράτους. Οι εποπτικές αρχές είναι εξουσιοδοτημένες από την πολιτεία να διεκπεραιώνουν συγκεκριμένο έργο. Όταν ένας εποπτευόμενος επιτίθεται κατά του επόπτη η Κυβέρνηση οφείλει πρώτιστα να στηρίξει με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο το θεσμό του κράτους. Αντί αυτού ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απάντησε σε ερώτηση δημοσιογράφου με το απαξιωτικό "Γιατί με ρωτάτε εμένα; Ρωτάτε το διοικητή," ενώ ο Υπουργός Οικονομικών δήλωνε στα ραδιόφωνα ότι αν χειριζόταν αυτός το θέμα η έκβαση θα ήταν διαφορετική. Αυτές δεν είναι δηλώσεις στήριξης αλλά δηλώσεις αμφισβήτησης, και αναιρούν δυστυχώς τις όποιες τυπικές διαβεβαιώσεις περί σεβασμού των εποπτικών αρχών. Αυτή η ερμαφρόδιτη στάση της Κυβέρνησης δεν προάγει την εμπιστοσύνη προς το σύστημα και πλήττει την εικόνα της Κύπρου ως τραπεζικό και επιχειρηματικό κέντρο. 

Πολίτης, 24/5/2009

10 Φεβρουαρίου 2009

Μετά την κρίση: προς μια καλύτερη διαχείριση της οικονομίας της αγοράς

Ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Η κρίση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι η χειρότερη που έχει αντιμετωπίσει ο πλανήτης από τη δεκαετία του 1930. Οι επιπτώσεις της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ΗΠΑ το 1929-30 ηχούν απίστευτες σε μας σήμερα. Στο χειρότερο σημείο της κρίσης το 1933 (τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξή της) η βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ είχε συρρικνωθεί κατά 46% και το ΑΕΠ κατά 30% σε σχέση με τα επίπεδα του 1929. Η ανεργία είχε ξεπεράσει το 25% και 11.000 από τις 25.000 τράπεζες της χώρας είχαν πτωχεύσει. Χρειάστηκε η πάροδος πέραν των δέκα ετών - και η συνδρομή της κινητοποίησης στα πλαίσια του Β' παγκοσμίου πολέμου - για να επιστρέψει η Αμερικανική οικονομία στα επίπεδα του 1929. Το πόσο οδυνηρή ήταν αυτή η κρίση γίνεται αντιληπτό όταν αναλογιστούμε ότι το πλήγμα στην Κυπριακή οικονομία (στο ΑΕΠ) από την Τουρκική εισβολή είχε αποκατασταθεί μέσα σε δύο χρόνια!

Το ενδεχόμενο να έχουμε επανάληψη αυτού του εφιαλτικού σεναρίου είναι απομακρυσμένο. Ο κύριος λόγος είναι ότι σήμερα είμαστε σοφότεροι: το πάθημα του 1930 έγινε μάθημα το 2008. Παρόλον ότι ο ακριβής συσχετισμός των διαφόρων αιτίων της κρίσης αποτελούν ακόμα αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στους ειδικούς, είναι γενικώς παραδεκτό ότι οι λανθασμένες πολιτικές (ή απουσία πολιτικών) των Αμερικανικών αρχών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μετατροπή μιας συνηθισμένης ύφεσης σε μια κρίση τρομακτικού βάθους και διάρκειας. Ιδιαίτερα καταστροφική θεωρείται η απόφαση των νομισματικών αρχών να αφήσουν χιλιάδες τράπεζες να κλείσουν και να επιτρέψουν τη συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος κατά το ένα τρίτο. Σήμερα υπάρχει σχεδόν πλήρης ομοφωνία ανάμεσα στους οικονομολόγους ότι σε περιπτώσεις τραπεζικών πανικών οι αρχές πρέπει να παρεμβαίνουν γρήγορα και αποφασιστικά για να στηρίξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία του. Αυτό ακριβώς έγινε στην τρέχουσα κρίση και - παρότι ο κίνδυνος δεν έχει ακόμα περάσει ολοκληρωτικά - φαίνεται ότι τα χειρότερα έχουν αποτραπεί και οδεύουμε προς μια σταθεροποίηση του συστήματος.

Αυτό που προκαλεί προβληματισμό είναι το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς μπορούν να αποτραπούν τέτοιες κρίσεις στο μέλλον. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην κρίση έχει αναλυθεί διεξοδικά: φτηνό χρήμα, αλόγιστος δανεισμός, τοξικά προϊόντα, ευφορία και υπεραισιοδοξία, συγκρουόμενα συμφέροντα, χαλαρή εποπτεία. Το τελευταίο είναι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία αφού όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν υπήρχε αποτελεσματική εποπτεία. Οι Αμερικανικές εποπτικές αρχές απέτυχαν για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, έδειξαν υπερβολική πίστη στη δυνατότητα αυτορύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα χρηματοπιστωτικών κρίσεων, όμως ο Άλαν Γκρίνσπαν φαίνεται να θεωρούσε ότι οι σύγχρονες αγορές είναι αρκετά ώριμες ώστε να αποφύγουν τις παγίδες. Ήταν ένας περιφανής θρίαμβος της ιδεολογίας επί της εμπειρικής γνώσης. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο χρηματοοικονομικός τομέας δημιούργησε περίπλοκα χρηματοδοτικά προϊόντα που διέσπειραν τον κίνδυνο με τρόπο που ήταν δύσκολο για τις εποπτικές αρχές να παρακολουθήσουν. Εκ των υστέρων βέβαια έχει διαφανεί ότι ακόμα και αυτοί που δημιουργούσαν αυτά τα προϊόντα δεν καταλάβαιναν καλά-καλά τι πουλούσαν.

Το κύριο λοιπόν δίδαγμα από την κρίση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια υπενθύμιση (για όσους το είχαν ξεχάσει) ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι επιρρεπής σε φούσκες και κρίσεις αξιοπιστίας και για αυτό πρέπει να εποπτεύεται αυστηρά για να αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται ανεξάρτητες εποπτικές αρχές, στελεχωμένες με ικανούς τεχνοκράτες, άριστους γνώστες της οικονομίας. Η εμπειρία δύο μικρών νησιωτικών κρατών, της Ισλανδίας και της Κύπρου, καταδεικνύουν τη σημασία της ύπαρξης τέτοιων ανεξάρτητων αρχών. Η Ισλανδία ουσιαστικά χρεωκόπησε λόγω της κρίσης και τεράστια ευθύνη για αυτό φέρει η Κεντρική Τράπεζα της χώρας, η οποία επέτρεψε στο τραπεζικό τομέα να αναπτυχθεί πέρα από τις δυνατότητες της χώρας. Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ισλανδίας είναι πολιτικό πρόσωπο, πρώην πρωθυπουργός. Αντίθετα η Κύπρος ευτύχησε να έχει μια σοβαρή Κεντρική Τράπεζα με διοικητή ένα εγνωσμένου κύρους οικονομολόγο. Η Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα αντιστάθηκε στις πολιτικές πιέσεις για την πώληση μέρους των αποθεμάτων χρυσού και επέβαλε μη δημοφιλείς περιορισμούς στη δραστηριότητα των τραπεζών, κάτι που επέτρεψε στην Κύπρο να διέλθει την κρίση χωρίς μεγάλα προβλήματα.

Αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι η διαχείριση της κρίσης - και γενικά της οικονομίας - να μη γίνεται στη βάση ιδεολογημάτων αλλά στη βάση ορθολογικής ανάλυσης. Οι πολιτικές πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα αποτελέσματά τους και όχι την ιδεολογική τους ταυτότητα. Έχουν γραφτεί δεκάδες κείμενα τον τελευταίο καιρό που κατακεραυνώνουν την οικονομία της αγοράς και καλούν σε αντιστροφή των "νεοφιλελεύθερων" πολιτικών. Όμως όταν ο ασθενής πονάει στο γόνατο δεν του κάνουμε μεταμόσχευση καρδίας. Οι πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου, της κατάργησης των κρατικών μονοπωλίων και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων έχουν επιφέρει τεράστια οφέλη στην παρκόσμια οικονομία. Πολλά εκατομμύρια άνθρωποι ξέφυγαν από τη φτώχεια τις τελευταίες δεκαετίες όταν οι χώρες τους αποφάσισαν να ενταχθούν στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Σαφώς και το σύστημα δεν είναι τέλειο. Όμως, αυτό που είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ για τη δημοκρατία ισχύει και για τον καπιταλισμό: είναι το χειρότερο σύστημα, αν εξαιρέσουμε όλα τα άλλα που έχουν κατά καιρούς δοκιμαστεί.

Ρεύμα, Τεύχος 2, Φεβρουάριος 2009