13 Σεπτεμβρίου 2009
Γιατί καθυστέρησαν ένα χρόνο τα χρεόγραφα;
24 Μαΐου 2009
Μαρφίν, Κυβέρνηση και εποπτικές αρχές
Η απόφαση της Μαρφίν να μεταφέρει την έδρα του ομίλου στην Ελλάδα πυροδότησε έντονες συζητήσεις και αντεγκλήσεις. Εκφράστηκαν ανησυχίες για σοβαρές επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία και αμφισβητήθηκε το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο στην Κύπρο. Η μετακίνηση της έδρας της Μαρφίν είναι βέβαια μια αρνητική εξέλιξη, όμως οι ανησυχίες που ακούστηκαν είναι εν πολλοίς υπερβολικές. Δεν αναμένεται να υπάρξει καμία δραματική αλλαγή στον τραπεζικό τομέα αφού η Μαρφίν διαβεβαιώνει ότι θα συνεχίσει να δραστηριοποιείται πλήρως στην Κύπρο (και έχει κάθε συμφέρον να το κάνει). Οι αποφάσεις της Μαρφίν λαμβάνονται στην Αθήνα εδώ και χρόνια, συνεπώς ούτε εδώ υπάρχει κάτι το καινούριο. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Μαρφίν θα μπορεί να κάνει παιγνίδι με άλλους κανόνες. Ο κ. Βγενόπουλος θέλει να ρισκάρει και βρίσκει το ρυθμιστικό πλαίσιο της Κύπρου συντηρητικό. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να του ευχηθούμε καλή επιτυχία.
Είναι όντως συντηρητικό το θεσμικό πλαίσιο της Κύπρου; Ίσως, αλλά αυτό δεν είναι κατ' ανάγκην αρνητικό. Η μεγάλη διεθνής οικονομική κρίση που βιώνουμε σήμερα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη χαλάρωση του ρυθμιστικού πλαισίου και την ανεπαρκή εποπτεία των τραπεζικών ιδρυμάτων, κυρίως στις ΗΠΑ αλλά όχι μόνο. Είναι αδιανόητο, ειδικά αυτή την περίοδο, να τίθεται θέμα χαλάρωσης της εποπτείας για να διευκολυνθούν οι επιχειρηματικές βλέψεις μιας τράπεζας. Κάποιοι ανησυχούν ότι η απώλεια της Μαρφίν αποτελεί πλήγμα στην προσπάθεια της Κύπρου να καταστεί κέντρο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Κι αυτό είναι υπερβολή. Ένας σοβαρός οργανισμός που σκέφτεται να επενδύσει στην Κύπρο θα μελετήσει προσεκτικά όλα τα δεδομένα και τις επιλογές που έχει μπροστά του και δεν θα επηρεαστεί από τις κινήσεις τακτικής μιας μεμονωμένης εταιρείας.
Αυτό που μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της Κύπρου δεν είναι η μετακόμιση της Μαρφίν αλλά η απροθυμία της ίδιας της Κυπριακής κυβέρνησης να στηρίξει τους θεσμούς του κράτους. Οι εποπτικές αρχές είναι εξουσιοδοτημένες από την πολιτεία να διεκπεραιώνουν συγκεκριμένο έργο. Όταν ένας εποπτευόμενος επιτίθεται κατά του επόπτη η Κυβέρνηση οφείλει πρώτιστα να στηρίξει με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο το θεσμό του κράτους. Αντί αυτού ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απάντησε σε ερώτηση δημοσιογράφου με το απαξιωτικό "Γιατί με ρωτάτε εμένα; Ρωτάτε το διοικητή," ενώ ο Υπουργός Οικονομικών δήλωνε στα ραδιόφωνα ότι αν χειριζόταν αυτός το θέμα η έκβαση θα ήταν διαφορετική. Αυτές δεν είναι δηλώσεις στήριξης αλλά δηλώσεις αμφισβήτησης, και αναιρούν δυστυχώς τις όποιες τυπικές διαβεβαιώσεις περί σεβασμού των εποπτικών αρχών. Αυτή η ερμαφρόδιτη στάση της Κυβέρνησης δεν προάγει την εμπιστοσύνη προς το σύστημα και πλήττει την εικόνα της Κύπρου ως τραπεζικό και επιχειρηματικό κέντρο.
Πολίτης, 24/5/2009
10 Φεβρουαρίου 2009
Μετά την κρίση: προς μια καλύτερη διαχείριση της οικονομίας της αγοράς
Το ενδεχόμενο να έχουμε επανάληψη αυτού του εφιαλτικού σεναρίου είναι απομακρυσμένο. Ο κύριος λόγος είναι ότι σήμερα είμαστε σοφότεροι: το πάθημα του 1930 έγινε μάθημα το 2008. Παρόλον ότι ο ακριβής συσχετισμός των διαφόρων αιτίων της κρίσης αποτελούν ακόμα αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στους ειδικούς, είναι γενικώς παραδεκτό ότι οι λανθασμένες πολιτικές (ή απουσία πολιτικών) των Αμερικανικών αρχών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μετατροπή μιας συνηθισμένης ύφεσης σε μια κρίση τρομακτικού βάθους και διάρκειας. Ιδιαίτερα καταστροφική θεωρείται η απόφαση των νομισματικών αρχών να αφήσουν χιλιάδες τράπεζες να κλείσουν και να επιτρέψουν τη συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος κατά το ένα τρίτο. Σήμερα υπάρχει σχεδόν πλήρης ομοφωνία ανάμεσα στους οικονομολόγους ότι σε περιπτώσεις τραπεζικών πανικών οι αρχές πρέπει να παρεμβαίνουν γρήγορα και αποφασιστικά για να στηρίξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία του. Αυτό ακριβώς έγινε στην τρέχουσα κρίση και - παρότι ο κίνδυνος δεν έχει ακόμα περάσει ολοκληρωτικά - φαίνεται ότι τα χειρότερα έχουν αποτραπεί και οδεύουμε προς μια σταθεροποίηση του συστήματος.
Αυτό που προκαλεί προβληματισμό είναι το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς μπορούν να αποτραπούν τέτοιες κρίσεις στο μέλλον. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην κρίση έχει αναλυθεί διεξοδικά: φτηνό χρήμα, αλόγιστος δανεισμός, τοξικά προϊόντα, ευφορία και υπεραισιοδοξία, συγκρουόμενα συμφέροντα, χαλαρή εποπτεία. Το τελευταίο είναι αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία αφού όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν υπήρχε αποτελεσματική εποπτεία. Οι Αμερικανικές εποπτικές αρχές απέτυχαν για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, έδειξαν υπερβολική πίστη στη δυνατότητα αυτορύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα χρηματοπιστωτικών κρίσεων, όμως ο Άλαν Γκρίνσπαν φαίνεται να θεωρούσε ότι οι σύγχρονες αγορές είναι αρκετά ώριμες ώστε να αποφύγουν τις παγίδες. Ήταν ένας περιφανής θρίαμβος της ιδεολογίας επί της εμπειρικής γνώσης. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο χρηματοοικονομικός τομέας δημιούργησε περίπλοκα χρηματοδοτικά προϊόντα που διέσπειραν τον κίνδυνο με τρόπο που ήταν δύσκολο για τις εποπτικές αρχές να παρακολουθήσουν. Εκ των υστέρων βέβαια έχει διαφανεί ότι ακόμα και αυτοί που δημιουργούσαν αυτά τα προϊόντα δεν καταλάβαιναν καλά-καλά τι πουλούσαν.
Το κύριο λοιπόν δίδαγμα από την κρίση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια υπενθύμιση (για όσους το είχαν ξεχάσει) ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι επιρρεπής σε φούσκες και κρίσεις αξιοπιστίας και για αυτό πρέπει να εποπτεύεται αυστηρά για να αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται ανεξάρτητες εποπτικές αρχές, στελεχωμένες με ικανούς τεχνοκράτες, άριστους γνώστες της οικονομίας. Η εμπειρία δύο μικρών νησιωτικών κρατών, της Ισλανδίας και της Κύπρου, καταδεικνύουν τη σημασία της ύπαρξης τέτοιων ανεξάρτητων αρχών. Η Ισλανδία ουσιαστικά χρεωκόπησε λόγω της κρίσης και τεράστια ευθύνη για αυτό φέρει η Κεντρική Τράπεζα της χώρας, η οποία επέτρεψε στο τραπεζικό τομέα να αναπτυχθεί πέρα από τις δυνατότητες της χώρας. Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ισλανδίας είναι πολιτικό πρόσωπο, πρώην πρωθυπουργός. Αντίθετα η Κύπρος ευτύχησε να έχει μια σοβαρή Κεντρική Τράπεζα με διοικητή ένα εγνωσμένου κύρους οικονομολόγο. Η Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα αντιστάθηκε στις πολιτικές πιέσεις για την πώληση μέρους των αποθεμάτων χρυσού και επέβαλε μη δημοφιλείς περιορισμούς στη δραστηριότητα των τραπεζών, κάτι που επέτρεψε στην Κύπρο να διέλθει την κρίση χωρίς μεγάλα προβλήματα.
Αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι η διαχείριση της κρίσης - και γενικά της οικονομίας - να μη γίνεται στη βάση ιδεολογημάτων αλλά στη βάση ορθολογικής ανάλυσης. Οι πολιτικές πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα αποτελέσματά τους και όχι την ιδεολογική τους ταυτότητα. Έχουν γραφτεί δεκάδες κείμενα τον τελευταίο καιρό που κατακεραυνώνουν την οικονομία της αγοράς και καλούν σε αντιστροφή των "νεοφιλελεύθερων" πολιτικών. Όμως όταν ο ασθενής πονάει στο γόνατο δεν του κάνουμε μεταμόσχευση καρδίας. Οι πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου, της κατάργησης των κρατικών μονοπωλίων και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων έχουν επιφέρει τεράστια οφέλη στην παρκόσμια οικονομία. Πολλά εκατομμύρια άνθρωποι ξέφυγαν από τη φτώχεια τις τελευταίες δεκαετίες όταν οι χώρες τους αποφάσισαν να ενταχθούν στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Σαφώς και το σύστημα δεν είναι τέλειο. Όμως, αυτό που είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ για τη δημοκρατία ισχύει και για τον καπιταλισμό: είναι το χειρότερο σύστημα, αν εξαιρέσουμε όλα τα άλλα που έχουν κατά καιρούς δοκιμαστεί.
28 Δεκεμβρίου 2008
Ισλανδία, Κύπρος και ευρώ
16 Νοεμβρίου 2008
Οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα
Στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν την αύξηση των επιτοκίων οι τράπεζες τα έβαλαν με τον ανταγωνισμό. Ο έντονος ανταγωνισμός για καταθέσεις οδήγησε σε αύξηση των καταθετικών επιτοκίων και συνεπώς και στην αύξηση των χρεωστικών επιτοκίων. Με αυτό το επιχείρημα θα μπορούσε να δικαιλογηθεί αύξηση των επιτοκίων σε νέες πιστώσεις, δεν μπορεί όμως να δικαιολογηθεί αύξηση των περιθωρίων σε υφιστάμενα δάνεια. Κανείς δεν υποχρέωσε τις τράπεζες να αυξήσουν τα καταθετικά επιτόκια. Αν λανθασμένα έκαναν κάτι τέτοιο, παρόλο που γνώριζαν ότι τα καταθετικά επιτόκια ξεπερνούσαν τα χρεωστικά, τότε τη ζημιά πρέπει να την υποστούν οι διοικήσεις και οι μέτοχοι των τραπεζών και όχι οι πελάτες τους. Οι κακοί χειρισμοί εκ μέρους των τραπεζών δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογία για αύξηση των περιθωρίων σε δάνεια που έχουν παραχωρηθεί σε πολίτες ή επιχειρηματίες με συγκεκριμένους όρους, εφόσον βέβαια οι δανειζόμενοι (ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος) είναι συνεπείς ως προς τις δικές τους υποχρεώσεις.
Η δυνατότητα των τραπεζών να αλλάζουν τα επιτόκια κατά το δοκούν θέτει σε πολύ μειονεκτική θέση τους δανειζόμενους. Η Κεντρική Τράπεζα δηλώνει ότι δεν έχει εξουσία να παρεμβαίνει στους όρους των συμβολαίων, υπάρχει όμως σοβαρό ενδεχόμενο η επιβολή τέτοιων όρων από τις τράπεζες να αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση συλλογικής δεσπόζουσας θέσης. Η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού θα πρέπει να εξετάσει αυτό το ζήτημα, όπως και το θέμα της μείωσης των περιορισμών στη μεταφορά δανείων από τη μια τράπεζα στην άλλη ώστε οι δανειζόμενοι να μην είναι εγκλωβισμένοι σε μία τράπεζα (θέμα που έχει εγείρει και ο Διοικητής της ΚΤ). Μια τέτοια έρευνα θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα συμβόλαια που εγκλωβίζουν τους ασφαλιζόμενους, όπως τα συμβόλαια ασφαλειών ζωής.
Πέρα από την ηθική και νομική πτυχή, θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει τη σοφία της ενέργειας των τραπεζών και από καθαρά επιχειρηματικής σκοπιάς. Η αύξηση των επιτοκίων υφιστάμενων δανείων θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες επισφάλειες και θα δημιουργήσει ρήγματα στις σχέσεις των τραπεζών με τους πελάτες τους. Το κυριότερο όμως είναι ότι το ακραίο μέτρο της μονομερούς αλλαγής των όρων υφιστάμενων συμβολαίων μοιάζει με κίνηση πανικού η οποία δημιουργεί ερωτηματικά για την οικονομική κατάσταση των τραπεζών και στέλλει ανησυχητικά μηνύματα στους καταθέτες. Και όλα αυτά χωρίς να επιλύει το άμεσο πρόβλημα ρευστότητας, αφού οι αυξημένες εισροές θα έρχονται σταδιακά.
Για την ενίσχυση της ρευστότητας οι τράπεζες ζήτησαν τη χαλάρωση των οδηγιών της ΚΤ, θέση που υποστήριξε και το Υπουργείο Οικονομικών. Μέχρι πριν λίγες μέρες ο Υπουργός Οικονομικών καθησύχαζε για την ευρωστία του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος επικαλούμενος κυρίως την πολύ καλή εποπτεία. Είναι επομένως παράδοξο να ζητείται τώρα χαλάρωση των κανονισμών που διαφύλαξαν το τραπεζικό μας σύστημα μέσα σε αυτή την κρίση. Μια εναλλακτική πρόταση ήλθε από την αντιπολίτευση, η οποία εισηγείται την κατάθεση μέρους των αποθεμάτων του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις τράπεζες. Η εισήγηση αυτή θυμίζει παλιές προτάσεις για επένδυση των αποθεμάτων του ΤΚΑ στο ΧΑΚ και στα Συνεργατικά Ιδρύματα. Η θέση για καλύτερη επένδυση των αποθεμάτων του ΤΚΑ με βρίσκει απόλυτο σύμφωνο, κάτι τέτοιο όμως πρέπει να γίνει μόνο μετά από προσεκτική μελέτη και αξιολόγηση όλων των επενδυτικών επιλογών και όχι εν βρασμώ ψυχής σε περίοδο κρίσης. Η τραπεζική ρευστότητα μπορεί να ενισχυθεί με άλλους τρόπους, χωρίς χαλάρωση της εποπτείας και χωρίς εμπλοκή του ΤΚΑ.