14 Δεκεμβρίου 2003

Τα οικονομικά της πορνείας

Η πρόσφατη έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως έβαψε με μελανά χρώματα την εικόνα της πορνείας στην Κύπρο, ιδιαίτερα όσον αφορά τον τρόπο μεταχείρισης των ξένων γυναικών. Το θέμα καλύφτηκε ευρέως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με εκτεταμένα ρεπορτάζ και τις συνήθεις φωτογραφίες και φιλμάκια με τις ημίγυμνες χορεύτριες. Έγιναν οι γνωστές διακηρύξεις για πάταξη της παρανομίας και έχουν ήδη αρχίσει οι σχετικές συσκέψεις.

Αυτό που λείπει από τη συζήτηση είναι ο ρεαλισμός και οι πρακτικές εισηγήσεις. Ειδικότερα, ελάχιστοι είχαν την τόλμη να προτείνουν την μόνη αποτελεσματική και ορθολογική λύση στο πρόβλημα: την αποποινικοποίηση της πορνείας. Μια λύση που έχει υιοθετηθεί από τις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, αλλά στην Κύπρο ούτε καν συζητείται. Άσχετα αν, όπως επισημαίνει η Επίτροπος Διοικήσεως, η Κύπρος επιδεικνύει ιδιαίτερα ψηλές επιδόσεις στην πορνεία. Προτιμούμε προφανώς να αποκαλούμε τις νεαρές γυναίκες "καλλιτέχνιδες" και να προσποιούμαστε ότι όλα είναι ρόδινα.

Κάποτε θα πρέπει να δούμε την πραγματικότητα κατάματα. Λέγεται ότι η πορνεία είναι το αρχαιότερο επάγγελμα, κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν άντρες διατεθειμένοι να πληρώσουν για σεξουαλικές υπηρεσίες. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν γυναίκες διατεθειμένες να προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες γιατί δεν έχουν καλύτερη επιλογή. Είναι ουτοπία να νομίζει κανείς ότι μπορεί να εξαλείψει αυτό το φαινόμενο. Η ποινικοποίηση της πορνείας επιτυγχάνει μόνο την ένταξή της στην παραοικονομία, εκεί όπου η εξουσία δεν ασκείται από το κράτος αλλά από τον υπόκοσμο.

Η αποποινικοποίηση της πορνείας θα την καταστήσει μέρος της κύριας οικονομίας του τόπου και θα επιτρέψει στο κράτος να ασκήσει πιο αποτελεσματικό έλεγχο στις δραστηριότητες αυτής της βιομηχανίας. Τα καμπαρέ και άλλα παρόμοια υποστατικά θα λειτουργούν με βάση ένα πρακτικό και εφαρμόσιμο νομικό πλαίσιο και θα πληρώνουν φόρους (αυτό θα πρέπει να ενδιαφέρει το Υπουργείο Οικονομικών). Το οργανωμένο έγκλημα που σχετίζεται με την πορνεία θα εξαλειφθεί. Οι ξένες γυναίκες που έρχονται στην Κύπρο θα εργοδοτούνται νόμιμα και θα έχουν δικαιώματα τα οποία θα αποτρέψουν τα φαινόμενα καταπίεσης που παρατηρούνται σήμερα. Ταυτόχρονα, το κράτος θα είναι σε θέση να ασκεί υγειονομικούς ελέγχους που θα περιορίσουν την πιθανότητα εξάπλωσης σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών.

Θα ήταν ευχής έργον αν καμία γυναίκα δεν ένοιωθε την ανάγκη να καταφύγει στην πορνεία για να εξασφαλίσει τα προς το ζειν. Και είναι κατανοητό μια κοινωνία να θέλει να περιορίσει και να εξαλείψει δραστηριότητες τις οποίες θεωρεί επικίνδυνες ή ηθικά απαράδεκτες. Όμως η πραγματικότητα είναι σκληρή. Η πορνεία υπάρχει και η πείρα δείχνει ότι η απαγόρευση φέρνει συνήθως τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τυχόν αποποινικοποίηση της πορνείας δεν θα συνιστά ούτε επικρότηση, ούτε ενθάρρυνσή της. Θα συνιστά απλώς αναγνώριση της πραγματικότητας ότι η δραστηριότητα αυτή υπάρχει και ότι μπορεί καλύτερα να ελεγχθεί στα πλαίσια της έννομης οικονομίας.

Πολίτης, 14/12/2003

30 Νοεμβρίου 2003

Η αισχροκέρδεια και ο ξύπνιος καταναλωτής

Εδώ και αρκετό καιρό εμφανίζονται στον τύπο δημοσιεύματα που αναφέρονται σε αυξήσεις στις τιμές σε διάφορα είδη. Δυστυχώς όλα σχεδόν τα δημοσιεύματα στηρίζονται σε μεμονωμένα παραδείγματα πολύ μικρού αριθμού αγαθών και δεν προσφέρονται για εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων. Η μόνη κάπως συστηματική μελέτη που έχει δει το φως της δημοσιότητας είναι αυτή του Συνδέσμου Καταναλωτών, η οποία επισημαίνει την ύπαρξη μεγάλης διασποράς στις τιμές. Όμως η διασπορά από μόνη της δεν λέει πολλά ράγματα. Για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα χρειάζονται επιστημονικές μελέτες ευρείας κλίμακας που να διεξάγονται σε τακτική βάση.

Το θέμα συζητήθηκε αυτή τη βδομάδα στην επιτροπή εμπορίου της βουλής. Δύο βουλευτές κατέθεσαν μάλιστα πρόταση νόμου που ποινικοποιεί την αισχροκέρδεια. Πρόκειται για μια εισήγηση που ακούγεται καλή στη θεωρία, πάσχει όμως από σοβαρά προβλήματα εφαρμογής στην πράξη. Υπάρχει κατ' αρχήν το πρόβλημα ορισμού της αισχροκέρδειας. Η πρόταση των βουλευτών την καθορίζει ως τη πώληση προϊόντος έναντι τιμήματος το οποίο "κατά τις περιστάσεις τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς την αγοραία τιμή του προϊόντος." Το προφανές της δυσαναλογίας είναι βέβαια θέμα κρίσης. Αυτό που είναι σίγουρα προφανές είναι ότι ένας τέτοιος ορισμός δύσκολα θα μπορούσε να σταθεί σε δικαστήριο. Πέραν αυτού, υπάρχει το πρακτικό θέμα της αστυνόμευσης. Ποιος θα αναλάβει να βρει τους παρανομούντες; Θα δημιουργήσουμε ειδική αστυνομική δύναμη η οποία θα γυροφέρνει τα καταστήματα κοιτάζοντας ετικέτες; Ποιο θα είναι το κόστος ενός τέτοιου εγχειρήματος;

Θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο αν κυβέρνηση και βουλή εστιάζονταν στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για τον ανταγωνισμό, ο οποίος είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να διασφαλίσει λογικές τιμές σε μακροχρόνια βάση. Δυστυχώς συχνά κάνουν ακριβώς το αντίθετο με την παραχώρηση προνομίων σε διάφορες επαγγελματικές ομάδες. Δυσχεραίνουν έτσι την πρόσβαση στην αγορά σε νέους επαγγελματίες ή επιχειρήσεις και περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Ένα τέτοιο προνόμιο είναι το δικαίωμα καθορισμού τιμοκαταλόγου που έχει παραχωρηθεί κατ' εξαίρεση και παρά τις πρόνοιες του περί ανταγωνισμού νόμου σε ορισμένους επαγγελματίες όπως οι δικηγόροι και οι οδοντίατροι. Η ίδια η πολιτεία δηλαδή έρχεται να υποσκάψει με τις ενέργειές της την νομοθεσία περί ανταγωνισμού. Καθόλου δεν βοηθάει επίσης το γεγονός ότι η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, η οποία είναι το αρμόδιο σώμα για την εφαρμογή της νομοθεσίας, λειτουργεί σήμερα με υποτυπώδη στελέχωση.

Ανεξάρτητητα όμως από τις ενέργειες της πολιτείας, τίποτα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη συμβολή του ίδιου του καταναλωτή. Έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε μια οικονομία σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενη. Γίναμε παθητικοί καταναλωτές, θεωρώντας ότι το κράτος θα μας προστατεύσει από τις αυθαιρεσίες. Όμως η ελεύθερη αγορά χρειάζεται ξύπνιους και καλά πληροφορημένους καταναλωτές. Η καλλιέργεια σωστής καταναλωτικής συνείδησης είναι μια μακροχρόνια προσπάθεια στην οποία θα πρέπει να εμπλακεί η πολιτεία, οι Σύνδεσμοι Καταναλωτών, αλλά και ο κάθε ένας από εμάς.

Πολίτης, 30/11/2003

16 Νοεμβρίου 2003

Για τη φορολογία των οχημάτων

Η φορολογία των οχημάτων είναι καθαρά φοροεισπρακτική πολιτική. Αποφέρει έσοδα που χρησιμοποιούνται στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Για ένα κράτος που αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην είσπραξη φόρων - και ειδικά του φόρου εισοδήματος - η φορολογία των οχημάτων δεν είναι κακή πολιτική. Είναι μια σταθερή πηγή εσόδων που αντλείται από όλους τους πολίτες, περιλαμβανομένων και αυτών που διαφεύγουν άλλων φορολογιών. Είναι επίσης προοδευτική φορολογία, αφού οι φορολογικοί συντελεστές αυξάνονται με την αξία του αυτοκινήτου.
Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι οι συντελεστές είναι υπερβολικά ψηλοί. Και ορθά η κυβέρνηση μελετά την αναθεώρησή τους. Μαζί με τη μείωση των συντελεστών η κυβέρνηση προτείνει και μια άλλη σημαντική αλλαγή: τον υπολογισμό της φορολογίας στη βάση του κυβισμού αντί σαν ποσοστό επί της αξίας του αυτοκινήτου. Η πρόταση αυτή έχει δύο πλεονεκτήματα. Πρώτον, περιορίζει τη φοροδιαφυγή, αφού ο υπολογισμός του φόρου είναι απλός και δύσκολα μπορεί κάποιος να τον αποφύγει. Δεύτερον, καταργεί την επιβολή φορολογίας στα διάφορα έξτρα που συντείνουν στην ασφάλεια των επιβατών, όπως είναι οι αερόσακοι και τα φρένα ABS. Για αυτούς τους λόγους αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες επιβάλλουν φορολογία με βάση τον κυβισμό.
Υπάρχουν όμως και μειονεκτήματα. Για να καθοριστούν φορολογικοί συντελεστές με βάση τον κυβισμό τα οχήματα πρέπει να χωριστούν σε κατηγορίες. Οι ομαδοποιήσεις αυτές είναι κατ' ανάγκην αυθαίρετες και ως αποτέλεσμα γίνονται αντικείμενο πιέσεων και παζαρέματος. Η κατηγορία στην οποία θα καταταχθεί ένα όχημα μπορεί να έχει τεράστιες επιπτώσεις στην τελική τιμή και κατ' επέκταση στις πωλήσεις του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην Κύπρο που οι διαφορές μεταξύ συντελεστών είναι μεγάλες. Είναι εμφανές ότι οι πιέσεις και τα συμφέροντα έπαιξαν το ρόλο τους στην ομαδοποίηση που προτείνει η κυβέρνηση. Δύσκολα μπορεί κανείς διαφορετικά να εξηγήσει την ύπαρξη της ευρύτατης κατηγορίας των 1650-2250 κυβικών. Αυτά τα προβλήματα μπορούν να αμβλυνθούν σε μεγάλο βαθμό με τη δημιουργία περισσότερων κατηγοριών ώστε η κλιμακωτή αύξηση των συντελεστών να είναι πιο σταδιακή.
Το πρόβλημα με την υιοθέτηση του κυβισμού ως βάση υπολογισμού της φορολογίας είναι ακόμα πιο οξύ στην περίπτωση των μεταχειρισμένων. Τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα έρχονται στην Κύπρο με τιμή εισαγωγής κατά πολύ χαμηλότερη από αυτή των αντίστοιχων καινούριων. Δεν υπάρχει καμία λογική ένα αυτοκίνητο που εισάγεται στην τιμή των δύο χιλιάδων λιρών να πληρώνει τον ίδιο φόρο με ένα όχημα των επτά ή οκτώ χιλιάδων απλώς και μόνο επειδή έχουν τον ίδιο κυβισμό. Μια τέτοια πολιτική θα πλήξει την αγορά μεταχειρισμένου η οποία έχει εξυπηρετήσει αφάνταστα τους καταναλωτές τα τελευταία δέκα χρόνια. Η επιλογή του ποιοτικού μεταχειρισμένου έλυσε τα χέρια χιλιάδων οικογενειών - κυρίως των χαμηλών οικονομικών στρωμάτων - και συνέβαλε ταυτόχρονα στη συγκράτηση των τιμών και την βελτίωση της ποιότητας των καινούριων οχημάτων.
Ο υπολογισμός του φόρου στη βάση του κυβισμού είναι δίκαιος μόνο στο βαθμό που ο κυβισμός ενός οχήματος αντικατοπτρίζει την χρηματική του αξία. Αν η κυβέρνηση επιμένει στη φορολογία με βάση τον κυβισμό, θα πρέπει τουλάχιστον να προβεί σε ορισμένες ρυθμίσεις ώστε να μην τεθούν εκτός αγοράς ολόκληρες κατηγορίες οχημάτων.

Πολίτης, 16/11/2003

9 Νοεμβρίου 2003

Καλημέρα ανταγωνισμέ

Η δημοπρασία για την άδεια κινητής τηλεφωνίας σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Η άφιξη του ανταγωνισμού αναμένεται να δώσει νέα ώθηση στο σημαντικό αυτό τομέα. Βέβαια ο Κύπριος καταναλωτής απολαμβάνει εδώ και αρκετό καιρό πολλά από τα οφέλη του ανταγωνισμού. Η δραστική μείωση των τελών της σταθερής και κινητής τηλεφωνίας τα τελευταία χρόνια οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ανταγωνισμό από τις υπηρεσίες callback, αλλά και στην επιθυμία της ΑΤΗΚ να αυξήσει το ποσοστό διείσδυσής της στην αγορά εν αναμονή του ανταγωνισμού. Συνεπώς, μάλλον δεν πρέπει να περιμένουμε εντυπωσιακή μείωση των τιμών, μπορούμε όμως να προσβλέπουμε σε περισσότερες επιλογές και νέα, ευφάνταστα προϊόντα.

Η καλή λειτουργία της αγοράς θα εξαρτηθεί τόσο από τις κινήσεις των δύο εταιρειών όσο και από το θεσμικό πλαίσιο. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το τέλος διασύνδεσης, το οποίο η Scancom θα πληρώνει στην ΑΤΗΚ για να ενωθεί με το δίκτυο της τελευταίας. Το τέλος αυτό έχει καθοριστεί από το Γραφείο του Επιτρόπου Τηλεπικοινωνιών και από το ύψος του θα εξαρτηθούν πολλά. Σε χώρες όπου καθορίστηκε σχετικά χαμηλό τέλος, όπως τη Γερμανία, άνθησε ο ανταγωνισμός. Αντίθετα, σε χώρες όπου το τέλος είναι ψηλό, όπως τη Γαλλία, οι νέοι ανταγωνιστές δυσκολεύονται να αποσπάσουν σημαντικό μερίδιο αγοράς από το πρώην μονοπώλιο. Θα πρέπει να αναμένουμε να δούμε στην πράξη κατά πόσον το καθορισθέν τέλος θα επιτρέψει ή όχι τον ανταγωνισμό.

Εξίσου σημαντικός παράγοντας είναι η ευκολία μεταπήδησης από τη μια εταιρεία στην άλλη. Η νέα εταιρεία θα προσπαθήσει με διάφορες προσφορές να δελεάσει τους καταναλωτές. Θα βρει ανταπόκριση μόνο αν η διαδικασία αλλαγής εταιρείας είναι απλή και δεν ταλαιπωρεί τον καταναλωτή. Για παράδειγμα, είναι σημαντικό να μπορεί ο συνδρομητής να διατηρεί τον αριθμό τηλεφώνου του όταν αλλάζει εταιρεία. Τυχόν αντίθετη πρακτική θα αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Πέραν όμως της σημασίας που είχε για τις τηλεπικοινωνίες, η δημοπρασία της περασμένης βδομάδας ήταν ένας σημαντικός σταθμός στα κυπριακά χρονικά, γιατί εισήγαγε τον πλειστηριασμό ως μέθοδο διαμοιρασμού κρατικών "προνομίων", όπως είναι οι διάφορες άδειες.

Η πρακτική που ακολουθείται συνήθως είναι η παραχώρηση των προνομίων με βάση ποιοτικά κριτήρια, τα οποία ως επί το πλείστον μεταφράζονται σε βόλεμα ημετέρων και ρουσφέτι. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι πολλές άδειες λειτουργίας ταξί παραχωρούνται σε άτομα που δεν σκοπεύουν να εξασκήσουν το επάγγελμα, οι οποίοι τις μεταπωλούν κατόπιν σε επαγγελματίες έναντι υψηλού αντιτίμου. Η επιτυχία της δημοπρασίας για την κινητή τηλεφωνία κατέδειξε με τον πλέον πειστικό τρόπο ότι υπάρχουν καλύτερες μέθοδοι διάθεσης των κρατικών προνομίων. Ας ελπίσουμε ότι κάποιοι ιθύνοντες θα το θυμηθούν αυτό την επόμενη φορά που το κράτος θα παραχωρεί άδειες λειτουργίας ταξί, ενοικίασης αυτοκινήτων, ή λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.

Πολίτης, 9/11/2003

26 Οκτωβρίου 2003

Περί ιδιωτικοποιήσεων

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τις θέσεις του κ. Βάσου Γεωργίου για τις ιδιωτικοποιήσεις ("Π", 28/9 και 5/10). Ο περιορισμένος χώρος αυτής της στήλης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ σε έκταση σε όλα τα θέματα που ήγειρε ο κ. Γεωργίου, για αυτό θα περιοριστώ σε ορισμένα σύντομα σχόλια επί των πιο σημαντικών σημείων.

  1. Το γεγονός ότι η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ είναι πιο υγιείς οργανισμοί από τις Κυπριακές Αερογραμμές δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στο διαφορετικό νομικό τους καθεστώς. Η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες με σταθερή και προβλέψιμη ζήτηση, σε αντίθεση με τις ΚΑ που παρέχουν μια υπηρεσία πολυτελείας που επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες όπως είναι οι πόλεμοι, η τρομοκρατία και το διεθνές οικονομικό κλίμα. Δεν υπεραμύνομαι της καταστροφικής κρατικής διαχείρισης των ΚΑ, όμως το στοιχείο αυτό πρέπει να αναγνωριστεί.
  2. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι το ισχύον νομικό καθεστώς των ΑΤΗΚ και ΑΗΚ ήταν το καταλληλότερο μέχρι σήμερα, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό θα εξακολουθήσει να ισχύει και στο μέλλον. Πολύ σύντομα οι οργανισμοί αυτοί θα αναγκαστούν να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουν συνηθίσει. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιο ιδιοκτησιακό καθεστώς θα εξυπηρετήσει καλύτερα τους πολίτες όταν έλθει επιτέλους ο ανταγωνισμός;
  3. Είναι γεγονός ότι ορισμένες προσπάθειες ιδιωτικοποίησης δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το δίδαγμα για μας είναι ότι οι ιδιωτικοποιήσεις πρέπει να σχεδιάζονται σωστά, όχι ότι δεν πρέπει να γίνονται. Διότι για κάθε περίπτωση προβληματικής ιδιωτικοποίησης υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα ιδιωτικοποιήσεων που είχαν ευεργετικά αποτελέσματα.
  4. Ο κ. Γεωργίου ισχυρίζεται ότι "σε Οργανισμούς που δεν υπάρχει κοινοβουλευτικός, κυβερνητικός και κυρίως δικαστικός έλεγχος, ανθεί η αυθαιρεσία, ενώ οι πολιτικές παρεμβάσεις είναι μεγαλύτερες." Η θέση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα οργανισμών όπου ο άμεσος κρατικός έλεγχος έχει αποτύχει παταγωδώς. Αναφέρω ενδεικτικά το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, την Αρχή Λιμένων, τα Κυπριακά Ταχυδρομεία.
  5. Αφήνεται συχνά να νοηθεί ότι μετά από μια ιδιωτικοποίηση η αγορά μένει ξέφραγο αμπέλι. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το κράτος έχει και δικαίωμα και υποχρέωση να παρακολουθεί τις αγορές και να παρεμβαίνει όποτε αυτές υπολειτουργούν. Για αυτό και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει την ενίσχυση των εποπτικών αρχών και τη δημιουργία εξειδικευμένων ρυθμιστικών οργάνων για τις πιο σημαντικές αγορές όπως είναι η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες.

Η σύγχρονη τάση, την οποία ακολουθούν και οι εταίροι μας στην ΕΕ, θέλει το κράτος να αποσύρεται από την άμεση εμπλοκή στις αγορές και να αναλαμβάνει ρόλο εποπτικό και ρυθμιστικό. Δυστυχώς εδώ στην Κύπρο έχουμε μείνει στάσιμοι, και σε ορισμένες περιπτώσεις οπισθοδρομούμε, παγιδευμένοι καθώς είμαστε άλλοι από ιδεολογικές εμμονές, άλλοι από τη μακαριότητα μιας βολεμένης ύπαρξης και άλλοι από ατολμία να έρθουν σε ρήξη με τους βολεμένους.

Πολίτης, 26/10/2003