20 Μαΐου 2019

Διορισμοί: μια μεταρρύθμιση που δεν έγινε

[Ευρωκέρδος 209, Απρίλιος-Ιούνιος 2019]

Μια από τις μεγαλύτερες διαχρονικές αδυναμίες του Κυπριακού πολιτικού συστήματος, αφορά τον τρόπο επιλογής των ανθρώπων που θα στελεχώσουν δημόσιους και ημικρατικούς οργανισμούς, ανεξάρτητα συμβούλια και εποπτικές αρχές. Το θέμα είναι πάντα επίκαιρο, ιδιαίτερα όμως την τελευταία περίοδο λόγω του πορίσματος για το Συνεργατισμό και της διαδοχής στην Κεντρική Τράπεζα (σημείωση: το παρόν γράφτηκε πριν ανακοινωθεί η επιλογή για την ΚΤΚ).

Η θέση του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί καλό παράδειγμα γιατί είναι μια από τις σημαντικότερες σε κάθε κράτος, και είναι ταυτόχρονα και εξαιρετικά απαιτητική. Ένας διοικητής θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ήθος και εντιμότητα, να έχει άριστες γνώσεις οικονομικών και τραπεζικής, και ταυτόχρονα να έχει τις διοικητικές ικανότητες που χρειάζονται για να μπορεί να διευθύνει ένα μεγάλο οργανισμό (ειδικά όταν ο οργανισμός αντιμετωπίζει πολλά εσωτερικά προβλήματα, όπως η ΚΤΚ).

Με αυτά τα δεδομένα θα περίμενε κανείς ότι θα υπήρχε μια συστηματική διαδικασία αναζήτησης και επιλογής του κατάλληλου ανθρώπου για να αναλάβει αυτό το δύσκολο έργο. Και όμως. Εδώ και μήνες διαβάζουμε στις εφημερίδες και στα ΜΚΔ διάφορα ονόματα που κυκλοφορούν. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει, πώς λειτουργεί η διαδικασία, πώς αξιολογούνται οι υποψήφιοι και με ποια κριτήρια. Όλα δείχνουν ότι επιλέγουμε διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με τον ίδιο τρόπο που επιλέγουμε το κάθε μέλος διοικητικού συμβουλίου ενός ημικρατικού οργανισμού.

Το πόρισμα της ερευνητικής επιτροπής για τον Συνεργατισμό χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά την προ του 2013 περίοδο, κατά την οποία ο Συνεργατισμός φορτώθηκε με τα προβληματικά δάνεια που επέφεραν τελικά την κατάρρευση. Η επιτροπή είναι καταπελτική για το ρόλο των κομμάτων στη διακυβέρνηση των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΣΠΙ) και για το διορισμό στις επιτροπείες των ΣΠΙ ατόμων χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα για τις θέσεις αυτές.

Το δεύτερο μέρος του πορίσματος αφορά τη διαχείριση των συσσωρευμένων προβλημάτων του Συνεργατισμού μετά το 2013. Παρά τα όσα είχαν προηγηθεί, το πάθημα δεν έγινε μάθημα. Δεν ακολουθήθηκαν αξιοκρατικές διαδικασίες επιλογής ανθρώπων για να στελεχώσουν το Συνεργατισμό σε αυτή την κρίσιμη καμπή. Το κράτος-ιδιοκτήτης δεν κράτησε τις απαραίτητες αποστάσεις από τη διεύθυνση του οργανισμού και δεν επέτρεψε την αμφισβήτηση και την αντιπαράθεση απόψεων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερες αποφάσεις.

Υπάρχει όμως και μια σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο περιόδων, η οποία πιστεύω δεν έχει αναδειχθεί στο βαθμό που θα έπρεπε. Την περίοδο πριν το 2013, βασικό κριτήριο επιλογής προσώπων ήταν η εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων και ισορροπιών. Την περίοδο μετά το 2013 το στοιχείο αυτό εξακολουθεί μεν να υπάρχει, όμως είναι λιγότερο καθοριστικό. Το κυριότερο προσόν που φαίνεται να χρειάζεται κάποιος για να διοριστεί είναι να ανήκει σε ένα στενό επαγγελματικό/κοινωνικό κύκλο. Το κίνητρο δεν είναι (μόνο) το βόλεμα ημετέρων και η εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων, αλλά η υπερβολική αυτοπεποίθηση που φτάνει στα όρια της αλαζονείας: εμείς ξέρουμε καλύτερα.

Πώς θα πρέπει να γίνονται οι διορισμοί σε μια ευνομούμενη χώρα; Καμία διαδικασία δεν είναι αψεγάδιαστη, όμως υπάρχουν καλές διεθνείς πρακτικές από τις οποίες μπορούμε να μάθουμε. Μια απλή διαδικασία είναι η εξής: (α) όλες οι θέσεις θα δημοσιοποιούνται, μαζί με τις ευθύνες και υποχρεώσεις που συνεπάγεται η κάθε μια και τα προσόντα που απαιτεί· (β) κάθε ενδιαφερόμενος θα μπορεί να υποβάλει αίτηση σε μια ανεξάρτητη επιτροπή η οποία θα αξιολογεί τους υποψήφιους· (γ) η επιτροπή θα υποβάλει μια έκθεση με τις συστάσεις της στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο έχει την τελική ευθύνη της επιλογής.

Στο τέλος βέβαια ακόμα και η πιο άψογη διαδικασία χρειάζεται και την κατάλληλη κουλτούρα αξιοκρατίας για να αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αυτή η μεταρρύθμιση στη νοοτροπία μας αποδεικνύεται η πιο δύσκολη.

5 Μαρτίου 2018

Οι ξένες επενδύσεις που χρειαζόμαστε

[Ευρωκέρδος, Μάρτιος-Απρίλιος 2018]

Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων έχει μεγάλη σημασία για μια οικονομία. Όλες οι επενδύσεις – ξένες και ντόπιες – αυξάνουν το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας και δημιουργούν τις συνθήκες για μεγαλύτερη οικονομική ευμάρεια στο μέλλον. Η δυνατότητα μιας οικονομίας να επενδύσει από ντόπιους πόρους περιορίζεται από τις αποταμιευτικές συνήθειες των μελών της. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων αυξάνει τους διαθέσιμους πόρους για επενδύσεις. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό στην Κύπρο των τελευταίων ετών γιατί οι διαθέσιμοι ντόπιοι πόροι ήταν περιορισμένοι, όπως περιορισμένες ήταν και οι επενδυτικές ευκαιρίες τοπικής εμβέλειας.

Όμως το μεγαλύτερο όφελος από τις ξένες επενδύσεις είναι ότι φέρνουν σε μια χώρα νέες ιδέες, τεχνολογία και τεχνογνωσία, οι οποίες διαχέονται και στην υπόλοιπη οικονομία και αυξάνουν την παραγωγικότητα της χώρας. Δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας που συχνά υπερτερούν αυτών που προσφέρει η ντόπια οικονομία. Η Κίνα, και προηγουμένως η Κορέα και η Ιαπωνία, γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη ακολουθώντας αυτό ακριβώς το μοντέλο.

Στην Κύπρο για πολλά χρόνια κυριαρχούσε – και κυριαρχεί ακόμα – η  εσφαλμένη αντίληψη ότι η εισροή ξένων κεφαλαίων στη χώρα από μόνη της αποτελεί επένδυση. Δίνονταν μάλιστα κίνητρα, παραχωρώντας άδεια παραμονής σε όσους κατέθεταν μερικά εκατομμύρια σε μια Κυπριακή τράπεζα. Αυτό γινόταν σε μια εποχή που οι τράπεζες είχαν πολύ περισσότερες καταθέσεις από όσες μπορούσαν να αξιοποιήσουν.

Η κατάθεση μετρητών σε μια τράπεζα ίσως είναι επένδυση για τον καταθέτη, δεν είναι όμως επένδυση για την οικονομία. Η κατάθεση μπορεί να μετατραπεί σε επένδυση αν η τράπεζα χρησιμοποιήσει αυτά τα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει κάποιο έργο. Αν αντί αυτού η τράπεζα χρηματοδοτήσει καταναλωτικές δαπάνες και αναλάβει αλόγιστα ρίσκα, τότε η ξένη «επένδυση» μπορεί να αποβεί καταστροφική. Όπως και έγινε. Συνεπώς η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων από μόνη της δεν αποφέρει σημαντικά οφέλη και παράλληλα δημιουργεί κινδύνους.

Αυτό που χρειάζεται η οικονομία είναι επενδύσεις. Κι εδώ όμως χρειάζεται προσοχή, γιατί δεν είναι όλες οι επενδύσεις όμοιες. Τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από διάφορα είδη επενδύσεων είναι πολύ διαφορετικά, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά. Στο χαμηλότερο σκαλί οφέλους βρίσκονται οι επενδύσεις σε ακίνητα. Τα άμεσα οφέλη από αυτού του είδους των επενδύσεων σχετίζονται με την κατασκευή των κατοικιών ή συναφών εργασιών. Επιπρόσθετα οφέλη μπορούν να προκύψουν αν οι αγοραστές εγκατασταθούν στην Κύπρο και δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά ή έστω από την καταναλωτική τους δραστηριότητα. Όμως τα μακροπρόθεσμα οφέλη είναι περιορισμένα, ειδικά αν οι αγοραστές των ακινήτων δεν τα χρησιμοποιούν συχνά γιατί τα αγόρασαν για άλλους σκοπούς, όπως η εξασφάλιση υπηκοότητας. Επιπλέον, οι επενδύσεις σε ακίνητα δημιουργούν στρεβλώσεις και κινδύνους στους οποίους έχω αναφερθεί σε προηγούμενό μου άρθρο (τεύχος 199, Ιούνιος-Ιούλιος 2017).

Οι ξένες επενδύσεις που αποφέρουν τα μεγαλύτερα οφέλη είναι αυτές που δημιουργούν νέο κεφάλαιο και διευρύνουν τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Πολλές χώρες δημιούργησαν βιομηχανία με αυτόν τον τρόπο. Η Κύπρος δεν προσφέρεται για δημιουργία βιομηχανιών μεγάλης κλίμακας, όμως μπορούν να δημιουργηθούν ερευνητικά κέντρα ή εργαστήρια σε εξειδικευμένους τομείς υψηλής τεχνολογίας. Μικρές χώρες όπως το Ισραήλ, η Φινλανδία και η Εσθονία έχουν να επιδείξουν μεγάλες επιτυχίες από την επένδυση στη γνώση και την καινοτομία.

Τέλος, πολύ μεγάλα οφέλη μπορούν να προκύψουν από την προσέλκυση εταιρειών για εγκαθίδρυση στην Κύπρο των κεντρικών ή περιφερειακών τους γραφείων. Τέτοιες εταιρείες, πέρα από την επένδυση σε ακίνητα, θα χρησιμοποιήσουν επαγγελματικές υπηρεσίες λογιστών, δικηγόρων και άλλων. Θα δημιουργήσουν πολλές ποιοτικές θέσεις εργασίας, κάποιες εκ των οποίων θα πάνε σε Κύπριους, ενώ άλλες θα δοθούν σε ξένους, οι οποίοι θα εγκατασταθούν στην Κύπρο με τις οικογένειες τους και θα χρειαστούν στέγαση, διατροφή, σχολεία, ιατρικές υπηρεσίες, και πολλά άλλα. Επιπλέον, η τεχνογνωσία που θα φέρουν αυτές οι εταιρείες στην Κύπρο θα συμβάλει στην αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό ολόκληρης της οικονομίας.

Η επικέντρωση στις επενδύσεις σε ακίνητα είναι μια εύκολη λύση που αποφέρει μεγάλα κέρδη στους άμεσα εμπλεκόμενους, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να τις προωθούν. Αντίθετα, η προσέλκυση επενδύσεων σε τομείς τεχνολογίας και η δημιουργία περιβάλλοντος για προσέλκυση εταιρειών δεν αποφέρουν άμεσο όφελος, και συνεπώς δεν έχουν προτεραιότητα. Όμως αυτές είναι οι επενδύσεις που πραγματικά χρειαζόμαστε, και σε αυτές θα πρέπει να εστιάσουν οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες.

15 Ιουνίου 2017

Το πρόβλημα με τα διαβατήρια

[Ευρωκέρδος 199, Ιούνιος-Ιούλιος 2017.]

Η Κυπριακή οικονομία καταγράφει ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα το 3.3% του πρώτου τριμήνου του 2017. Πέρα από τον τουρισμό, η ανάπτυξη οφείλεται στην κτηματαγορά και τις κατασκευές, τομείς που επωφελούνται κυρίως από το σχέδιο πολιτογράφησης ξένων επενδυτών.

Πολλές χώρες έχουν καταρτίσει σχέδια προσέλκυσης ξένων επενδυτών με παραχώρηση υπηκοότητας ή μόνιμης διαμονής. Επί της αρχής, η ιδέα είναι καλή. Οι ξένοι επενδυτές μπορούν να φέρουν κεφάλαια, τεχνογνωσία και εμπειρία, και να πραγματοποιήσουν επενδύσεις που να συνεισφέρουν σημαντικά σε μια οικονομία, ειδικά όταν αυτή είναι μικρή όπως τη δική μας.  Το πρόβλημα είναι ότι τα περισσότερα σχέδια –περιλαμβανομένου και του Κυπριακού– δίνουν έμφαση σε επενδύσεις σε ακίνητα. Μια ξένη επένδυση σε ακίνητη περιουσία αποφέρει πολύ λιγότερα οφέλη από μια ισομεγέθη επένδυση σε δραστηριότητες όπως η ανέγερση ενός εργοστασίου, η δημιουργία ενός ερευνητικού εργαστηρίου ή η εγκατάσταση των κεντρικών γραφείων μιας εταιρείας. Αυτές οι δραστηριότητες δημιουργούν ελκυστικές θέσεις εργασίας, εισαγάγουν τεχνολογία και εμπειρογνωμοσύνη, και δημιουργούν ζήτηση για τοπικά προϊόντα και υπηρεσίες όπως σχολεία και εστιατόρια. Αποφέρουν συνεχή και μακροπρόθεσμα οφέλη που διανέμονται ευρέως σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού.

Αντίθετα, τα οφέλη από τις επενδύσεις σε ακίνητα είναι βραχύβια και συγκεντρωμένα. Επωφελούνται κυρίως οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, οι εταιρείες ανάπτυξης γης, και οι μεσάζοντες που μεσολαβούν στις συναλλαγές. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν οι νέοι πολίτες δεν έχουν καμία υποχρέωση διαμονής στη καινούρια τους πατρίδα, όπως ισχύει στην Κύπρο και κάποια νησάκια της Καραϊβικής και του Ειρηνικού. Kαι καταλήγουμε να έχουμε πολυτελή κτήρια-φαντάσματα.

Σχέδια προσέλκυσης επενδυτών μέσω της αγοράς γης οδηγούν σε τεχνητή αύξηση των τιμών των ακινήτων και συνεπώς σε δημιουργία υπεραξίας, ή άλλως οικονομικών προσόδων (rents). Όπως μας εξήγησε ο Ντέιβιντ Ρικάρντο πριν 200 χρόνια, πρόσοδος είναι το υπερκέρδος που αποκομίζουν οι ιδιοκτήτες κάποιου σπάνιου συντελεστή παραγωγής χωρίς να κοπιάσουν ή να επενδύσουν, απλώς γιατί αυξήθηκε η τιμή του. Την εποχή του Ρικάρντο αυτός ο συντελεστής ήταν η γη και κερδισμένοι ήταν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες που την κληρονόμησαν. Την δική μας εποχή υπάρχει ένας επιπρόσθετος πόρος που τελεί σε σπανιότητα: η πληροφορία και οι διασυνδέσεις (προσωπικές, πολιτικές, ή άλλες). Πέραν των ιδιοκτητών γης λοιπόν, επωφελούνται όσοι γνωρίζουν το σύστημα και μπορούν να το αξιοποιήσουν προς ίδιον όφελος, εισπράττοντας έτσι ένα σημαντικό μερίδιο των προσόδων που δημιουργεί αυτή η κρατική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί πολιτικοί και άτομα συνδεδεμένα με αυτούς δραστηριοποιούνται σε αυτό τον τομέα. Το πρόσφατο παράδειγμα της οικογένειας του γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ είναι ενδεικτικό.

Πέρα από τον πλουτισμό των τυχερών ιδιοκτητών τους, η αύξηση των τιμών των ακινήτων δημιουργεί και άλλα προβλήματα. Το σημαντικότερο είναι ότι καθιστά άλλες επενδύσεις μη κερδοφόρες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται παραγκωνισμός επενδύσεων σε άλλους τομείς της οικονομίας. Οι τιμές των ακινήτων στο παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού έχουν ανέβει σε τέτοια επίπεδα όπου ουσιαστικά η μόνη συμφέρουσα επένδυση είναι η ανέγερση πύργων με διαμερίσματα για όσους ενδιαφέρονται για διαβατήρια. Δεν είναι συμφέρουσα, για παράδειγμα, η ανέγερση ενός καινούριου ξενοδοχείου. Πρόκειται για μια μορφή της Ολλανδικής νόσου: η μεγάλη ανάπτυξη ενός κλάδου της οικονομίας οδηγεί σε αύξηση των τιμών αγαθών και ακινήτων, καθώς και μισθών, σε τέτοιο βαθμό που καθιστά τους υπόλοιπους τομείς μη ανταγωνιστικούς και τους οδηγεί σε συρρίκνωση. Δημιουργείται εξάρτηση από ένα κλάδο της οικονομίας, και όταν αυτός σταματήσει να αναπτύσσεται δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα σε όλη την οικονομία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Κυπριακό σχέδιο προσέλκυσης επενδυτών είναι επιτυχημένο αν το κρίνουμε με βάση το ενδιαφέρον που προσέλκυσε και τη συνεισφορά του στην αναζωογόνηση του τομέα των κατασκευών, αλλά και στην οικονομική ανάπτυξη γενικότερα. Αν ήταν σε όλους κατανοητό ότι πρόκειται για ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση της κρίσης, τότε οι αρνητικές του επιπτώσεις θα μπορούσαν να προσπεραστούν. Δυστυχώς όμως αυτό δεν φαίνεται να ισχύει. Η ευφορία που δημιουργείται από την εφήμερη ανάπτυξη δημιουργεί εφησυχασμό και υποσκάπτει τις προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό.

Η υπηκοότητα είναι δημόσιος πλούτος. Αν είναι να πωληθεί, πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι στρεβλώσεις να ελαχιστοποιούνται και τα οφέλη να διαχέονται σε όσο το δυνατό περισσότερους. Όπως έγραψε πρόσφατα το περιοδικό Economist, θα ήταν καλύτερο οι ενδιαφερόμενοι να βγάζουν μια επιταγή στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τον τρόπο που εφαρμόζεται σήμερα, το σχέδιο ωφελεί τους λίγους και δημιουργεί τεράστιες στρεβλώσεις που αποθαρρύνουν τις επενδύσεις σε άλλους τομείς της οικονομίας. Χρειάζεται να επανεξεταστεί το συντομότερο, προτού προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά.

15 Μαρτίου 2017

Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι για μας

[Ευρωκέρδος 198, Μάρτης-Απρίλης 2017.]

Την περίοδο των συζητήσεων μετά την υπογραφή του μνημονίου είχα τοποθετηθεί ξεκάθαρα ότι ο καλύτερος δρόμος για την Κύπρο ήταν η πιστή εφαρμογή του μνημονίου. Το βασικό μου επιχείρημα ήταν ότι οι μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνονταν στο μνημόνιο ήταν στη μεγάλη τους πλειοψηφία μεταρρυθμίσεις που είχε ανάγκη η Κυπριακή οικονομία. Κατ’ ακρίβεια, οι περισσότερες ήταν μεταρρυθμίσεις που εμείς οι ίδιοι είχαμε διαπιστώσει στο παρελθόν ότι θα έπρεπε να κάνουμε αλλά δεν καταφέραμε να προχωρήσουμε. Τα παραδείγματα είναι πολλά: τοπική αυτοδιοίκηση, δημόσιος τομέας, διαχείριση ημικρατικών οργανισμών, σύστημα υγείας, ενίσχυση ανταγωνισμού και ρυθμιστικού πλαισίου.

Πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι ίσως το ΓΕΣΥ. Ένα σχέδιο που συζητήθηκε για πάρα πολλά χρόνια, ψηφίστηκε τελικά από τη Βουλή το 2001, αλλά ουδέποτε εφαρμόστηκε. Είμαστε σήμερα στο 2017 και ακόμα συζητούμε αν και πώς θα υλοποιήσουμε μια μεταρρύθμιση που ψηφίστηκε πριν 16 χρόνια. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι μόνες σημαντικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην Κύπρο είναι αυτές που υποχρεωθήκαμε να κάνουμε, πρώτα λόγω εναρμόνισης με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και μετά λόγω μνημονίου. 

Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να συμφωνήσουμε, να σχεδιάσουμε, και να υλοποιήσουμε μεταρρυθμίσεις; Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι το πολιτικό μας σύστημα. Το προεδρικό σύστημα δεν διασφαλίζει πλειοψηφία στη Βουλή για την εκάστοτε κυβέρνηση. Ο πρόεδρος εκλέγεται συνήθως στη βάση πρόσκαιρων συμμαχιών και χωρίς να υπάρχει κοινά αποδεκτό πολιτικά πρόγραμμα. Ακόμα και όταν τέτοιο πρόγραμμα υπάρχει, αυτό καταγράφει τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή διαφόρων φιλοσοφιών και αναπόφευκτα καταλήγει να είναι γενικόλογο και άτολμο.

Στο πιο πάνω συντείνει σημαντικά και ο παράγοντας Κυπριακό. Οι πρόεδροι εκλέγονται κυρίως για να διαχειριστούν το Κυπριακό και οι πολιτικές συμμαχίες διαμορφώνονται σε αυτή τη βάση. Ως αποτέλεσμα, όλα τα υπόλοιπα περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Όλοι εμείς που βλέπουμε την αναγκαιότητα για μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό του Κυπριακού κράτους ελπίζαμε ότι η κρίση – με όλα τα αρνητικά της – θα αποτελούσε και μια ευκαιρία για να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές. Δυστυχώς οι προσδοκίες μας δεν επαληθεύτηκαν. Η μεταρρυθμιστική διάθεση διήρκησε κάτι περισσότερο από ένα χρόνο και περιορίστηκε στα εντελώς απαραίτητα για την αποκατάσταση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και για τη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών.

Η κυβέρνηση παρουσίασε μια συνέπεια στις φραστικές διακηρύξεις υπέρ της εφαρμογής του μνημονίου και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Όμως ήταν φανερό από πολύ νωρίς ότι στο ανώτατο επίπεδο δεν υπήρχε καμία διάθεση για σύγκρουση με συμφέροντα και κατεστημένα. Η τελευταία υποχώρηση του Προέδρου σε σχέση με τους νοσηλευτές είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ούτε βέβαια από την πλευρά της αντιπολίτευσης υπήρξε οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική πίεση· αντιθέτως, η στάση της χαρακτηριζόταν από συντηρητισμό και στείρο αρνητισμό.

Υπάρχει ελπίδα; Όσο και να προσπαθήσει κανείς, δύσκολα θα βρει λόγους αισιοδοξίας. Ουσιαστικά έχουμε μπει σε προεκλογική περίοδο και σε διαδικασία πλειοδοσίας υποσχέσεων. Σε αντίθεση με αυτό που παρατηρείται διεθνώς, δεν βλέπουμε καμία αντι-συστημική δύναμη, κανένα κύμα λαϊκής οργής. Έχουμε στη Βουλή οκτώ κόμματα, αλλά κανένα δεν προσφέρει στους πολίτες κάτι καινούριο ή διαφορετικό. Μη μου τους κύκλους τάραττε, αυτός είναι ο Κυπριακός τρόπος.

15 Δεκεμβρίου 2016

The trouble with selling passports

[Accountancy Cyprus, No. 125, December 2016.]
 
The Cypriot economy grew at a healthy rate of close to 3% in 2016. A record year for tourism drove much of this growth. The real estate and construction sectors have also picked up significantly, thanks to a large extent to the government’s “citizenship by investment” program. The government recently touted the program’s success, claiming that it brought in €4 billion since 2013. But it also admitted that it is facing criticism from other European countries over the program and Minister of the Interior Socratis Hasicos blamed some companies he did not name for abusing the scheme and giving Cyprus a bad name.

Cyprus is neither the first nor the only country to offer citizenship or permanent residency to high net worth individuals in return for some form of capital inflow. In principle, there is nothing wrong with this idea. Offering citizenship to investors and entrepreneurs who will come in and make significant contributions to a country’s economy is certainly a worthwhile proposition.

The problem is that in practice these schemes are often attached to investments in real estate. There are several reasons why real estate investment does not bring in as many benefits as other types of foreign direct investment, such as the building of a factory or research facility, or the establishment of new company headquarters. These activities bring significant benefits in the form of high quality jobs, importation of technology and know-how, and demand for local services such as restaurants and schools. These are long term benefits that are spread widely across the population.
By contrast, benefits from real estate investment are mostly temporary and highly concentrated. They primarily benefit a small number of large property owners and developers, and to a lesser extent the lawyers and accountants who provide the supporting services. This is particularly so when the new citizens do not actually spend much time in their new country. If someone buys an expensive apartment that sits empty most of the time, there is little additional benefit to the local economy other than what the apartment’s seller receives. If many apartments in a building are empty for this reason, we end up with ghost buildings.

But the most dangerous aspect of large scale real estate investment is the creation of distortions that can be very detrimental to the objective of balanced and sustainable growth. The requirement of a minimum level of investment sets an effective price floor for high-end real estate and pushes up prices across the economy. This creates a ‘Dutch disease’ type of situation. Real estate becomes so expensive that it discourages investment in other sectors of the economy. We have seen this recently in Cyprus when two of the three candidates for the casino development pulled out, reportedly because they were unable to secure reasonably priced land.

One could argue that the program served a useful purpose as it helped clear the stock of apartments and houses that were built during the years of the property bubble. There is some merit to this argument, but the scheme should be recognized for what it is: the use of public property (passports) to bail out the country’s big developers. If the developers used the revenue to pay off their loans, then this can be said to have served a useful purpose, despite the down side in terms of inflated property prices.

Unfortunately we have now moved into the second, more dangerous phase of the program, where entire new developments are being put up with the exclusive purpose of serving citizenship seekers. This benefits developers and the construction sector, but at the cost of even greater economic distortions: in the short-term the citizenship program was distorting prices, in the long-term it distorts investment. Productive resources are being put into use to create developments that only have value because of the citizenship scheme. If the scheme goes – which is likely given concerns expressed by the European Commission and the OECD, among others – then the investments will be stranded.
Citizenship is a public good. If a country wants to sell it, it should so in way that distortions are minimized and as many people as possible benefit from it. By contrast, the current Cypriot program is channeling huge economic rents into the hands of a very small number of beneficiaries, while at the same time creating distortions that discourage investment in other sectors of the economy. It needs to be ended immediately before further damage is done.

15 Σεπτεμβρίου 2015

Independent institutions and democracy

[Accountancy Cyprus, No. 120, September 2015.]


One of the defining features of political life in Cyprus over the last few years has been the frequent clashes between politicians and independent officials. There have been such instances in the more distant past, as when Attorney General Solon Nikitas resigned in 2005 because he felt that he was being undermined. But the frequency and intensity of the clashes has risen significantly in the last few years.

It is certainly not pleasant to watch a country’s politicians and top officials exchanging blows in public. But I will argue that there is a positive development underlying this ugly picture. What is happening is that our independent officials are finally beginning to assert themselves.

Many people hold a very narrow view of democracy as rule by the majority. There is much more to democracy than holding an election once every four or five years and handing power to the winner. Protecting the rights of the minority is just as important as allowing the majority to rule. An independent judiciary that protects individual rights from abuse by elected governments has long been recognized as a necessary complement to majority rule.  No-one today disputes the need for  a strong and independent justice system.

Well-functioning and mature democracies have also developed other independent institutions designed to function as a check on the executive. Government finances are checked by independent auditors to minimize corruption and graft; official statistics are produced by independent statistical agencies to avoid government manipulation; regulatory functions are carried out by independent agencies in order to ensure a stable operating environment free from political intervention.   

The realization of the importance of strong, independent institutions has been one of the most significant developments in economics in the last 10-15 years. A large body of research now shows convincingly that well-functioning institutions that safeguard the rule of law and guarantee the protection of property rights and the enforcement of contracts contribute significantly to economic growth.

There is but one difficulty. Well-functioning institutions are very hard to build. This is especially true in young countries without a long and established democratic tradition. As Gordon Brown famously quipped, “in establishing the rule of law, the first five centuries are always the hardest “.

In addition to being a young republic, Cyprus has also had a tumultuous history that did not allow its institutions to develop and mature. The country’s accession to the European Union in 2004 was a game changer as the EU places great emphasis on the development of independent institutions. Adopting the euro gave further impetus to the process, particularly with respect to the Central Bank.

It is no surprise then that it was Central Bank governors who first publicly clashed with successive governments over matters of policy. More recently we witnessed public sparring between the government and both the Attorney General and the Auditor General. Analyzing each case is beyond the scope of this short article, though I would argue that in most cases the independent officials were right and the politicians were wrong. Leaving the substance aside, however, the way governments (but also usually the opposition) have conducted themselves in these cases suggests that our political system has not accepted the independence of our country’s institutions.

No-one is infallible; that includes politicians and technocrats, presidents and top officials. A well-functioning democracy must nurture independent institutions to safeguard the rule of law and keep a check on the executive. Politicians must learn to respect those institutions, even when they do not agree with them. Perhaps most importantly, presidents must take great care to appoint competent and upstanding individuals to these crucial posts.



15 Ιουνίου 2015

We can do better with SOE reform

[Accountancy Cyprus No. 119, June 2015.]

The (mis)management of state-owned enterprises (SOEs) is widely recognized to be a major and chronic problem in Cyprus. The SOE label covers a large number of very diverse organizations. They are often classified into two groups on the basis of their legal status: the large majority are so-called semi-governmental organizations (SGOs) operating under public law, while a smaller group operates under private law. The distinction is not very helpful, however, as within each group one can find organizations that are very different in nature. The SGO group in particular includes commercial companies, universities, regulatory agencies, the CyBC (RIK), the CSE (XAK), and others. 

Governments set up SOEs for several reasons: to provide services that the private sector cannot provide; to manage state assets; or to provide regulation and oversight. Over time these reasons often cease to exist or the circumstances change significantly, giving rise to a need for change or even dissolution. But change is hard, especially in Cyprus. Cyta is a prime example. It was set up in the 1950s as a state monopoly to unify the island’s telecommunications network. Today’s telecommunications landscape is radically different and continues to evolve rapidly, yet Cyta must continue to operate within the archaic and inflexible framework of an SGO.

Although the problematic governance of SOEs has been long and widely recognized, the Cypriot political system has been unable to deliver change. Enter the Memorandum of Understanding (MoU), which forced Cyprus to take a hard look at the way its SOEs operate. SOEs that no longer serve a meaningful purpose are to be closed, while others are to be turned into public companies (operating under corporate law) and possibly privatized. But progress has been slow as there is a lot of resistance to these much belated moves toward modernization.

The government has drafted a new bill aiming to streamline the operations of SOEs and bring them under tighter ministerial control. The move is motivated by the large number of financial scandals, mismanagement and corruption that have plagued SOEs. Although the frustration is understandable, this is not the right response. SOEs are very diverse; it is impractical to have a single framework for all of them. Moreover, SOEs are set up as independent organizations for a reason. If this reason no longer applies to some organizations, they should be folded into the civil service. If not, they should retain their operational flexibility and autonomy and be judged on the basis of their performance. Handing additional powers to ministers will lead to the overt politicization of these supposedly independent organizations. If tighter control is deemed necessary, it should be granted to an independent entity, as recommended by the OECD.

The draft bill does not address one of the main problems plaguing the management of SOEs: the selection of directors. It stipulates that appointments will be made by the Council of Ministers on the basis of recommendations by the responsible minister. This is just a continuation of the failed policies of the past, where positions on SOE boards were one of the most lucrative spoils of power. Positions on boards were divvied up among political parties, with the governing parties receiving the lion’s share. SOE boards have significant authority over tenders, appointments and promotions, which are an important way of doling out favors.

The appointment of SOE directors needs to be radically overhauled. The process needs to be transparent and meritocratic. For each SOE, an assessment needs to be made for the type of skills needed on the board. In addition to basic managerial and financial skills, some boards may need directors with expertise in engineering, economics, or other specific areas. Once the desired profile of each board is determined, positions should be widely advertised. Expressions of interest should be submitted to an independent body that will evaluate the candidates. A set of suitable candidates will be selected and passed on to the Council of Ministers to make its choice. The private sector can be involved in the selection process as it has the required expertise.

The government has done well to take an initiative to reform SOE governance, but it can do better in terms of many of the details. The time is ripe and the opportunity must not be lost.


15 Μαρτίου 2015

Cyprus must stick to the plan

[Accountancy Cyprus, No. 118, March 2015.]

The Cypriot economy’s path towards recovery was put in jeopardy during the last few months of 2014 but more recent developments hold promise for a return to a positive trajectory.

The damage was primarily due to exogenous developments. Foremost among them was the economic crisis in Russia (highlighted by the collapse of the ruble), and the imposition of EU sanctions against Russian interests. In addition, a deterioration of the climate in Greece that led to rising Greek bond yields last fall also affected Cypriot bonds at the time. Domestically, the impasse over the foreclosure law and the consequent delay in the Troika’s evaluation of the Memorandum of Understanding (MoU) contributed to the climate of uncertainty.

As a result of these developments, the improvement in the Cypriot GDP growth rate reversed itself slightly in the second half of 2014. The year closed with a -2.3% growth rate, compared to -5.4% in 2013.

Fortunately, the climate reversed itself again in January due to the European Central Bank’s announcement of its Quantitative Easing program (QE). This important development had an immediate impact, leading to a depreciation of the euro and a drop in European bond yields. Cyprus stands to gain from both of these developments.

Actual implementation of the program starting March 9 led to further declines in both the value of the euro and bond yields. The yield of the Cypriot 10-year bond dropped below 4%, to its lowest point since 2010. Growth prospects in the euro area are looking more favorable, something that will also benefit Cyprus.

On the domestic front, there finally seems to be light at the end of the tunnel on the controversial issue of the foreclosure law. The political parties appear to be converging and – barring any unforeseen surprises – the law should be passed before the end of March. This will open the door to an evaluation by the Troika in April. A positive evaluation will allow Cyprus to participate in the QE program.

Given these developments, the outlook for a return by Cyprus to international markets within 2015 currently seems very positive. The major downside risk to the economy now comes – yet again – from Greece. The newly elected Greek government has adopted a confrontational stance towards its European partners. This has led to a rapid deterioration in the country’s position: tax revenues have declined, deposit withdrawals have increased significantly and talk of “Grexit” has returned. Greece’s “tough” stance caused some excitement in Cyprus and there were suggestions that it should adopt a similarly confrontational approach.

These voices have fortunately died down since the Eurogroup decision of February 20th, which showed that Greece’s approach was not paying off. Nonetheless, the situation in Greece must be monitored closely. The links between the economies of Greece and Cyprus are not as close as they used to be, but Greece remains an important trading partner and subsidiaries of Greek banks operate in Cyprus.

Yet the most important risks to Cyprus of continuing tension in Greece and even a Greek exit from the euro are not economic but political. Many outsiders view Greece and Cyprus as similar. If Greece heads towards the exit, some might be tempted to think that Cyprus will follow along. Cyprus must fight this perception and convince the outside world that, despite the similarities, Cyprus is not Greece. There is one surefire way of achieving this: stick to the plan of sound fiscal management and timely completion of the MoU.


15 Σεπτεμβρίου 2014

Important steps but major challenges still ahead

[Accountancy Cyprus, No. 116, September 2014.]

Two important financial milestones marked the summer of 2014. In June, Cyprus tapped international capital markets for the first time since January 2010, raising €750 million of fresh funds. The return to the markets after a 4.5 year absence was certainly a significant and gratifying event, not because it took place just 15 months after the big shock of March 2013.

One of the reasons for this success is that the Cypriot economy is faring much better than almost anyone expected; the fiscal situation has improved substantially and the recession is not as deep as feared. The strict implementation of the Memorandum of Understanding (MoU) has proven successful in bringing stability to the country and has contributed to the improvement in the international image and credibility of Cyprus.  

The return of investor confidence in international markets was another important contributing factor. The markets are flush with liquidity, bond yields are very low and international investors are looking for investments that will deliver some return without undue risk. The timing was very good for Cyprus and the government wisely seized the opportunity. The success improved the image of Cyprus abroad and at the same time provided a psychological boost at home.

But perhaps the most important consequence of the bond issue is that it paved the way for Cypriot banks – particularly the Bank of Cyprus – to tap international markets themselves. The Finance Minister made this point emphatically at the time, which suggests that pushing the banks in this direction might have been one of the government’s prime motivations all along.

Intentional or not, the Bank of Cyprus got the message and quickly moved to issue new capital. This process was concluded at the end of August, when the bank’s shareholders approved the injection of €1 billion in additional share capital. The successful conclusion of the capital increase was the second major event of the summer. It puts the bank in a very strong position with a core Tier 1 capital in excess of 15% that will allow it to absorb any losses due to declines in the value of its assets, particularly the loan portfolio. 

These developments are certainly positive, but the road ahead is still long and full of challenges. In a sense, fixing our fiscal house was the easy part. Raising tax rates and cutting expenditures are relatively straightforward things to do. Implementing structural reforms is much more difficult, both for practical and for political reasons.

The practical aspect is that structural reforms (such as privatizations, implementation of the national health system, public sector reform, etc.) are complex endeavors that require resources and commitment from the government. Politically, these issues are also much more sensitive because they impact powerful entrenched interests that will not go down without a fight. We have already seen this in the vocal protests against privatizations; but opposition to reform is working in more subtle ways in other areas also.

The difficulty of reform is exacerbated by the fact that the government does not have a majority in parliament. This has been made painfully obvious in the endless wrangling about the foreclosure law. In any other country, the government would only have to convince its coalition partners. In Cyprus the government has to struggle to convince one or more of the opposition parties to support its bills. This state of affairs has been an almost permanent feature of our political system and is probably the main reason why practically no major reforms have ever been implemented in Cyprus in the absence of outside pressure. Political uncertainly could be a major obstacle as we try to implement the most difficult aspects of the MoU.

The improvement in public finances and the successful return to the markets have led to suggestions that Cyprus may be able to exit the program ahead of time, in 2015 instead of 2016. It is true that a key objective of the MoU is to support Cyprus until it can finance itself. But an equally important objective is to reform the economy and to build the foundations that will put Cyprus on a path of sustainable growth. Major challenges still lie ahead: privatizations; public sector reform; implementation of the national health system; further stabilization of the financial sector; and thorny negotiations over COLA and civil service pay and benefits.


We must not get ahead of ourselves. The measure of our success should not be the time that we will exit the program but the extent to which we will improve the institutions and strengthen the foundations of the Cypriot economy. 

22 Ιουνίου 2014

Θετική η έξοδος, οι προκλήσεις παραμένουν

[Φιλελεύθερος, Κυριακή 22 Ιουνίου 2014]

Η πετυχημένη έξοδος της Κύπρου στις αγορές είναι σημαντική τόσο για συμβολικούς όσο και για ουσιαστικούς λόγους. Ο συμβολισμός είναι προφανής. Η Κύπρος τέθηκε τυπικά εκτός αγορών τον Μάιο του 2011 όταν η πιστοληπτική της ικανότητα υποβαθμίστηκε σε μη επενδυτική βαθμίδα και από τον τελευταίο μεγάλο οίκο αξιολόγησης. Όμως ουσιαστικά η χώρα ήταν ήδη εκτός αγορών αρκετούς μήνες πιο πριν αφού τα επιτόκια ήταν απαγορευτικά. Ο τελευταίος δανεισμός της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές είχε γίνει τον Ιανουάριο του 2010. Αναμφίβολα, η επιστροφή στις αγορές μετά από 4,5 σχεδόν χρόνια έχει μεγάλη σημασία για την Κύπρο.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι αυτό συμβαίνει μόλις 15 μήνες μετά το μεγάλο σοκ του Μαρτίου 2013. Δύο κυρίως παράγοντες κατέστησαν δυνατή αυτή την εξέλιξη. Ο πρώτος είναι ότι η πορεία της Κυπριακής οικονομίας εξελίσσεται αρκετά καλύτερα από ότι αναμενόταν και παρατηρείται σημαντική βελτίωση στα δημοσιονομικά δεδομένα. Η πιστή υλοποίηση του μνημονίου έχει αποφέρει και με το παραπάνω τα προσδοκώμενα αποτελέσματα στους οικονομικούς δείκτες και έχει παράλληλα συνδράμει στην βελτίωση της αξιοπιστίας και φερεγγυότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αλλαγή του κλίματος στις διεθνείς αγορές. Υπάρχει παγκοσμίως πάρα πολλή ρευστότητα και πολλοί επενδυτές που κυνηγούν αποδόσεις. Η συγκυρία ήταν πολύ θετική για την Κύπρο. Η άντληση €750εκ. με απόδοση 4.85% δημιουργεί ένα θετικό κλίμα για την Κύπρο στο εξωτερικό και συνάμα βελτιώνει την ψυχολογία και στο εσωτερικό.

Οι οικονομικές επιπτώσεις αυτής της κίνησης είναι συνάρτηση του τρόπου αξιοποίησης των αντληθέντων κεφαλαίων. Αν – όπως έχει λεχθεί – ο εξωτερικός δανεισμός χρησιμοποιηθεί για τη μερική αποπληρωμή του ομολόγου κεφαλαιοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας που κατέχει τώρα η Τράπεζα Κύπρου, τότε τα οφέλη που θα προκύψουν είναι αρκετά. Το κυριότερο είναι ότι βελτιώνεται το προφίλ ωρίμανσης του Κυπριακού χρέους, αφού το ομόλογο της Τράπεζας Κύπρου θα πρέπει να αποπληρωθεί μέχρι το 2017 και δεν καλύπτεται από το μνημόνιο. Παράλληλα προκύπτουν και άλλα οφέλη: μειώνεται ελαφρώς το κόστος δανεισμού του κράτους (το ομόλογο πληρώνει 5,15%), δίνεται μια ένεση ρευστότητας στην οικονομία και αυξάνονται τα κεφάλαια της Τράπεζας Κύπρου με την εισροή μετρητών αντί του ομολόγου.

Η Τράπεζα Κύπρου έχει και άλλους λόγους να είναι ευχαριστημένη από αυτή την εξέλιξη. Η Τράπεζα χρειάζεται επιπλέον κεφάλαια για να βελτιώσει τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Η επιτυχής έκδοση του ομολόγου δείχνει ότι οι επενδυτές εμπιστεύονται την Κύπρο και άρα αποτελεί θετικό προμήνυμα για την προσπάθεια της Τράπεζας Κύπρου – αλλά και άλλων τραπεζών αν χρειαστεί – να αντλήσουν κεφάλαια από διεθνείς επενδυτές.

Χωρίς αμφιβολία, η έκδοση χρέους από την Κύπρο καταγράφεται ως μια σημαντική θετική εξέλιξη. Όμως ο δανεισμός από τις διεθνείς αγορές δεν είναι το τέλος του δρόμου αλλά ένας ενδιάμεσος σταθμός. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι όλα αυτά είναι δυνατά επειδή η Κύπρος βρίσκεται ακόμα σε πρόγραμμα το οποίο καλύπτει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες για την επόμενη διετία και δίνει στους επενδυτές μια εξασφάλιση ότι η χώρα θα ακολουθήσει συνετές πολιτικές, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα. Η δυνατότητα δανεισμού από τις αγορές ίσως δημιουργήσει πιέσεις στο εσωτερικό για γρηγορότερη έξοδο από το μνημόνιο - ήδη έχουν ακουστεί κάποιες φωνές προς αυτή την κατεύθυνση. Θα ήταν μεγάλο λάθος να βιαστούμε. Ασφαλώς κύριος στόχος του μνημονίου είναι να στηρίξει την Κύπρο μέχρι την επάνοδό της στις αγορές. Εξίσου σημαντικός όμως είναι και ο στόχος της μεταρρύθμισης της οικονομίας και της οικοδόμησης ισχυρών βάσεων που θα διασφαλίζουν μια πορεία βιώσιμης ανάπτυξης. Πρέπει να παραμείνουμε προσγειωμένοι και προσηλωμένοι στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που θα θωρακίσουν τη οικονομία μας. Μέτρο της επιτυχίας μας δεν πρέπει να είναι το πότε θα εξέλθουμε από το μνημόνιο αλλά το πόσο βελτιώσαμε τις δομές, τους θεσμούς, και την ανταγωνιστικότητα της Κυπριακής οικονομίας.

15 Ιουνίου 2014

Restoring Cypriot competitiveness

[Accountancy Cyprus, No. 115, June 2014.]

The divergent path taken by the Eurozone’s economies since the new currency’s inception is one of the fundamental underlying causes of the recent crisis. A number of European countries – mostly in the north - pursued policies aimed at raising productivity and improving their competitiveness. Several other countries – mostly in the south – experienced rapid credit expansion that fueled asset price inflation (primarily in the form of housing bubbles) and led to large current account deficits and a decline in competitiveness. Cyprus falls into the latter category. It has had a current account deficit every year since 1999; the deficit has exceeded 5% every year from 2004 to 2010 and it averaged a staggering 12% between 2007 and 2010. 

The OECD defines competitiveness as “a measure of a country's advantage or disadvantage in selling its products in international markets.” It is a relative notion that depends on a country’s productivity relative to the productivity of other countries. As such, it is closely related to what in everyday language we call “value-for-money”. A more competitive economy – just like a more productive company – can deliver greater value (quality) at a given price. A loss of competitiveness results from a combination of insufficient investment – which keeps quality stagnant – and excessive wage increases, which push prices upwards. This is what happened in Cyprus over the last 15 years before the crisis. Wages consistently rose faster than productivity, eroding the country’s competitiveness and leading to enormous current account deficits.

Cyprus’ malaise was the result of a credit-induced boom and dominant unions in the public and banking sectors. Essentially Cyprus in the 2000s suffered from Dutch disease. Excessive activity and economic rents in the banking, construction and real estate sectors drove up wages and the prices of goods, services and assets. This led to a deterioration of the country’s competitive position and made it difficult for other sectors to compete internationally. Tourism is a prime example. While the rest of the economy was booming, a deteriorating tourist infrastructure meant that Cyprus was offering declining quality at an increasing price. Unable to compete with newly emerging destinations, it was forced to rely on cheap, imported labor, which further exacerbated quality problems.

Countries with their own currency can quickly and effectively restore their competitiveness by allowing their currency to depreciate. Greece and Italy have often used this tool, much to the frustration of their trading partners. Cyprus, on the other hand, never used the devaluation option, opting instead for a stable currency policy. Of course, this option is no longer available as the country is now a member of the Eurozone. Countries that do not control their currency can only boost competitiveness by raising the quality and/or decreasing the price of their goods and services. The latter can be achieved by cutting costs, including wages in the process known as internal devaluation. But cost-cutting has its limits and reducing wages has negative repercussions on social welfare and can strain the financial system as borrowers are unable to pay off their loans. The alternative of increasing quality is a much more appealing strategy but it is no quick fix as it requires productive investments and structural reform. The former are difficult to finance in times of crisis and the latter are politically difficult to implement; both take time to bear fruit.

The Cypriot economy has proven quite flexible. An internal devaluation is taking place, with prices and wages following a downward trend since the events of March 2013. This flexibility has allowed for a somewhat smoother and speedier adjustment than what was widely expected, but internal devaluation alone will not solve the competitiveness problem. In the longer term, this issue has to be addressed in two ways.

First, Cyprus needs productive investments (as opposed to investments in financial assets or real estate) that will expand the country’s productive capacity and improve productivity. As credit from the domestic financial sector will be tight for the next few years, such investments will have to come from overseas. It is imperative therefore that Cyprus cuts down bureaucratic red tape and makes itself a friendly destination for investors and entrepreneurs.

Second, the wage determination system must be radically changed. Union power in the public and banking sectors must be curtailed. Automatic wage increases must be abolished and wages should be linked to productivity, not to prices. In the public sector, for example, wage increases could be indexed to GDP growth. In the banking sector, collective bargaining must be done at the individual bank level rather than the sectoral level. This will reduce union power and foster healthier competition as banks can differentiate themselves in an effort to attract talent. The same principle should apply to all sectors, at least for large companies.

Cyprus must invest to improve the quality of the goods and services it sells to the outside world and it must keep costs in check so that it can offer an attractive price. It is really a very simple recipe.

31 Μαρτίου 2014

A time for reform

[Accountancy Cyprus No. 114, March 2014.]

In March 2013 Cyprus experienced the shock of the depositor bail-in. Bad banking practices, excessive construction activity and a general culture of over-consumption had created huge imbalances during the boom years of 2004-2008. The global financial crisis burst the bubble and a painful adjustment was inevitable. The pain was made much greater by a string of policy failures that culminated in the bail-in, causing in a tremendous loss of wealth, the destruction of the banking sector, a loss of trust and credibility, and significant economic hardship. The economic outlook in March 2013 was extremely bleak.

One year later, things are not as bad as many feared. The contraction in 2013 was about 6%, much smaller than anyone expected. Unemployment has risen but seems to have leveled off and currently stands at 16.8%, not that much higher than the 14.8% it had hit in March 2013. Fiscal targets are being met, with room to spare. The banking sector is moving in the right direction, although the process will be long. The sector’s return to normalcy remains the biggest single challenge Cyprus faces as it strives to emerge from the recession.

With the fiscal situation in check and the banking sector’s reorganization nearly complete, the focus must now shift to structural reform. Cyprus’ track record in this respect is miserable. The political system has an extremely difficult time designing, agreeing to and implementing important reforms. It is not an exaggeration to say that the only major reforms implemented in Cyprus over the last twenty years were those associated with EU accession. It is difficult to think of a single major reform that came from within the system.

The Memorandum of Understanding requires Cyprus to implement a number of major reforms.  Many of those are much-needed, by Cyprus’ own admission; they have been considered and debated by the Cypriot political system, but never carried through to fruition. Examples include the national health system, social security, tax collection, local government, property titles, semi-governmental organizations, and public administration. The MoU provides an opportunity and the seemingly necessary outside pressure to push ahead with reforms that will modernize the economy, increase efficiency and improve competitiveness.

Public sector reform is particularly important. In the World Bank’s 2014 Doing Business report, Cyprus ranks 39th in the world overall but scores much lower in several aspects of public service provision: 86th in dealing with construction permits, 108th in getting electricity, 103rd in registering property, and 110th in enforcing contracts. These are unacceptable outcomes for a country that markets itself as a business center.

Beyond the MoU, Cyprus needs to refocus its economy and correct the economic distortions that built up over many decades and culminated in the boom and bust of the 2000s. The image of Cyprus as a business and financial center took a big hit in March 2013. But the sector has held up very well and there was no mass exodus of international businesses. This remarkable resilience pays tribute to the quality of services provided by Cyprus’ accountants, lawyers and financial advisors and gives hope that Cyprus can maintain and build on its status as a business center. In order to do so, Cyprus must do three things:
  • First, it should focus on the provision of business services and play down the financial dimension (which was probably exaggerated anyway). As a business center Cyprus can continue to provide good quality and cost-effective legal, accounting and other services without requiring a large domestic banking sector and the associated risks. 
  • Second, it should play down its low tax regime and focus on the quality of its services and the other benefits that are truly unique to it. Cyprus has well-trained and highly experienced professionals and a good legal framework (and its location is still great). It would also do well to specialize in particular niches – the success of shipping provides a good model. 
  • Third, it needs to become a model in implementing regulations on financial transparency, money laundering and tax evasion. The laxity of the 1990s still haunts Cyprus; a clean image can attract reputable businesses and bring many benefits to the country. 
It is often said that every crisis is an opportunity. It is a cliche, but it is a good one. Cyprus must use this opportunity to push through reforms that will correct the mistakes and excesses of the past and put the economy on a path of steady and sustainable growth.


17 Μαρτίου 2014

Σχόλια σε θέμα του Stockwatch με την ευκαιρία της επετείου του κουρέματος:

Ο αναπληρωτής καθηγητής οικονομικών, Σωφρόνης Κληρίδης σημειώνει ότι η κυπριακή οικονομία επιδεικνύει πολύ μεγαλύτερες αντοχές από ότι περιμέναμε.

«Πριν ένα χρόνο κανείς δεν προέβλεπε ότι η Κύπρος θα έβγαζε το 2013 με μια ύφεση μικρότερη του 6%. Μικρότερη ύφεση σημαίνει και καλύτερες επιδόσεις στα δημοσιονομικά», αναφέρει.

Σύμφωνα με τον κ. Κληρίδη, δύο είναι οι μεγάλες προκλήσεις. Η πρώτη είναι ο τραπεζικός τομέας.

«Τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει μια σειρά από θετικές κινήσεις, όμως τα προβληματικά δάνεια είναι σε πολύ ψηλά επίπεδα και η διευθέτησή τους θα πάρει πάρα πολύ χρόνο. Μέχρι να γίνει αυτό, οι τράπεζες δεν θα είναι σε θέση να προσφέρουν το δανεισμό που χρειάζεται η οικονομία. Η περιορισμένη ρευστότητα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η οικονομία μας μεσοπρόθεσμα», σημειώνει.

Πέραν την προσφοράς, συνεχίζει, πρόβλημα υπάρχει και στην πλευρά της ζήτησης.

«Οι κυπριακές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα και βρίσκονται σε φάσηαπομόχλευσης. Η δυνατότητά τους να δανειστούν για να προβούν σε επενδύσεις είναι περιορισμένη, ακόμα και αν υπάρχουν επενδυτικές ευκαιρίες και τραπεζικά κεφάλαια. Αυτό θα καθυστερήσει την επάνοδο της οικονομίας σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, εκτός και αν μπορέσουμε να προσελκύσουμε επενδύσεις από το εξωτερικό. Αυτή πρέπει να είναι και μια από τις κύριες προτεραιότητες της κυβέρνησης».

Η δεύτερη πρόκληση είναι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. «Η πρόσφατη αναστάτωση δείχνει ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα αποτελέσουν μεγάλο πονοκέφαλο, ενώ εξίσου μεγάλες προκλήσεις θα είναι η μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, η εφαρμογή του ΓΕΣΥ και η έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας. Η πολιτική βούληση της κυβέρνησης και της βουλής να τα βάλουν με ειδικά συμφέροντα θα δοκιμαστούν σκληρά. Όμως πρέπει να αντεπεξέλθουν γιατί η κυπριακή οικονομία έχει μεγάλη ανάγκη αυτές τις μεταρρυθμίσεις», τονίζει ο κ. Κληρίδης.

11 Μαρτίου 2014

Ανισότητα: Η μεγάλη πρόκληση

Δημοσιεύτηκε στο TheTOC στις 11 Μαρτίου 2014

Το ζήτημα της ανισότητας παρουσιάζει δύο πρόσωπα. Από τη μια, η ανισότητα μεταξύ χωρών μειώνεται σταθερά καθώς όλο και περισσότερες χώρες εντάσσονται στο διεθνές οικονομικό σύστημα και αποκομίζουν τα σχετικά οφέλη. Η ανάπτυξη της Κίνας από μόνη της έχει ανεβάσει αισθητά το βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Έχει μειωθεί λοιπόν σημαντικά ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας.

Από την άλλη, παρατηρείται μια αύξηση της ανισότητας στο εσωτερικό των χωρών, τόσο ανεπτυγμένων όσο και αναπτυσσόμενων όπως η Κίνα. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα περισσότερα οφέλη από την ανάπτυξη της τελευταίας 40ετίας έχουν καταλήξει στο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού ενώ για τη μάζα του πληθυσμού τα πραγματικά εισοδήματα έχουν μείνει ουσιαστικά στάσιμα. Η τάση αυτή ήρθε να αντιστρέψει τη λεγόμενη Μεγάλη Συμπίεση που παρατηρήθηκε την περίοδο από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν είχε παρατηρηθεί μια σημαντική μείωση της ανισότητας.

Η Μεγάλη Συμπίεση ήταν ο κύριος λόγος που η κατανομή του εισοδήματος δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τους οικονομολόγους για πολλές δεκαετίες. Τα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια καθώς η προσεκτική ανάλυση ιστορικών δεδομένων έχει αναδείξει φαινόμενα και τάσεις που ανατρέπουν τις μέχρι τώρα επικρατούσες απόψεις. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που αναλογούσε στην εργασία παρέμενε σταθερό. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αυτή ήταν ίσως η φυσική έκβαση του συστήματος. Η πεποίθηση αυτή ανατρέπεται σήμερα καθώς τα στοιχεία καταγράφουν μια σημαντική μείωση του μεριδίου της εργασίας, η οποία παρατηρείται σε πολλές χώρες και πολλούς τομείς της οικονομίας.

Ένας άλλος χρήσιμος δείκτης είναι ο λόγος του αποθέματος κεφαλαίου ως προς το εισόδημα μιας χώρας. Όσο πιο μεγάλος είναι ο λόγος, τόσο μεγαλύτερη και πιο παγιωμένη η ανισότητα. Ο δείκτης παρουσίασε μια σημαντική μείωση την περίοδο του μεσοπολέμου, παρουσιάζει όμως μια αυξητική πορεία τα τελευταία 30 χρόνια.

Οι πλείστες εξηγήσεις αυτών των αλλαγών περιστρέφονται γύρω από δύο εξελίξεις: την τεχνολογική πρόοδο και την παγκοσμιοποίηση. Η βελτίωση της τεχνολογίας, κυρίως στην πληροφορική, μείωσε τις τιμές των επενδυτικών αγαθών και ώθησε τις επιχειρήσεις να υποκαταστήσουν την εργασία με κεφάλαιο. Από την πλευρά της, η παγκοσμιοποίηση προσέφερε μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες στο κεφάλαιο και πολλά οφέλη στους καλά καταρτισμένους εργαζόμενους, από την άλλη όμως ο αυξημένος ανταγωνισμός από τις αναπτυσσόμενες χώρες συμπίεσε τα εισοδήματα μεγάλων τάξεων εργαζομένων στις ανεπτυγμένες χώρες.

Πέραν λοιπόν της αύξησης της ανισότητας υπέρ του κεφαλαίου, παρατηρείται και αυξημένη ανισότητα ανάμεσα στους ίδιους τους εργαζομένους. Η οικονομία των ανεπτυγμένων χωρών αμείβει σήμερα πλουσιοπάροχα τα σπάνια ταλέντα, τους «σούπερ σταρ» αθλητές, καλλιτέχνες και στελέχη επιχειρήσεων. Αμείβει επίσης πολύ καλά τους εργαζόμενους στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στις νέες τεχνολογίες της πληροφορικής, τομείς όπου οι χώρες αυτές υπερέχουν σημαντικά των αναπτυσσόμενων χωρών. Αντίθετα, εργαζόμενοι σε παραδοσιακούς τομείς της οικονομίας που αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από τις αναπτυσσόμενες χώρες βλέπουν τα εισοδήματά τους να μένουν καθηλωμένα.
Η αυξημένη ανισότητα αποτελεί απειλή για την κοινωνική σταθερότητα. Ασφαλώς η λύση δεν μπορεί να είναι η αντιστροφή της τεχνολογικής προόδου και της παγκοσμιοποίησης. Η ανθρωπότητα έχει κερδίσει πολλά από αυτά τα δύο φαινόμενα. Πρέπει όμως να βρει τρόπους καλύτερης κατανομής των οφελών που προκύπτουν. Μια καλή αρχή θα ήταν να διασφαλιστεί ότι το κεφάλαιο συνεισφέρει στα δημόσια ταμεία το μερίδιο που του αναλογεί με βάση τα κέρδη που αποκομίζει. Όμως το Α και το Ω οποιασδήποτε προσπάθειας πρέπει να είναι η παιδεία. Η παιδεία είναι ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής ανέλιξης και το μέσο που θα δώσει στους εργαζόμενους τα εφόδια και τις δεξιότητες που θα τους επιτρέψουν να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο στη ανταγωνιστική οικονομία του 21ου αιώνα.

2 Μαρτίου 2014

Ο πρώτος χρόνος της κυβέρνησης



Σχόλιο στον Πολίτη, 3 Μαρτίου 2014
 
Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ένα πιο τραυματικό πρώτο μήνα διακυβέρνησης από αυτόν που πέρασε η κυβέρνηση Νίκου Αναστασιάδη. Ευρισκόμενη υπό έντονη πίεση στο Eurogroup της 15ης Μαρτίου, η κυβέρνηση συναίνεσε σε μια απόφαση που ασφαλώς δεν ήταν ευχάριστη αλλά ούτε και η καλύτερη που θα μπορούσε να είχε παρθεί, έδινε όμως μια διέξοδο σε ένα τεράστιο πρόβλημα. Δυστυχώς η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να ορθώσει ανάστημα στην υστερία που δημιουργήθηκε με αποτέλεσμα την απόρριψη από τη Βουλή της απόφασης του Eurogroup χωρίς να υπάρχει στο τραπέζι εναλλακτική πρόταση. Όσα ακολούθησαν εκείνη τη βδομάδα διέσυραν την εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό και οδήγησαν στο δεύτερο και πολύ πιο οδυνηρό Eurogroup

Μετά το αρχικό σοκ η κυβέρνηση ανασκουμπώθηκε και ενήργησε με αποφασιστικότητα. Έκρινε – ορθά πιστεύω – ότι ο δρόμος του μνημονίου ήταν μεν οδυνηρός, ήταν όμως προτιμότερος για την Κύπρο από την εναλλακτική επιλογή της χρεωκοπίας και εξόδου από την ευρωζώνη και πιθανότατα και από την ΕΕ. Δεσμεύτηκε στην πιστή εφαρμογή του μνημονίου, κάτι που πέτυχε σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Στην πορεία έγιναν και λάθη, με μεγαλύτερο ίσως την ανοιχτή σύγκρουση με τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Όμως σε γενικές γραμμές η κυβερνητική πολιτική κινήθηκε στην ορθή κατεύθυνση και συνέτεινε στο να περιοριστεί η ύφεση σε αρκετά χαμηλότερα από τα αναμενόμενα επίπεδα.

Οι μεγαλύτερες προκλήσεις είναι όμως ακόμα μπροστά μας. Ο τραπεζικός τομέας χρειάζεται ακόμα πολύ χρόνο μέχρι να επανέλθει στην ομαλότητα. Η έλλειψη ρευστότητας και η ανάγκη για απομόχλευση θα αποτελούν τροχοπέδη στην προσπάθεια για επάνοδο στην ανάπτυξη. Η υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μόλις τώρα αρχίσει. Οι ιδιωτικοποιήσεις, η υλοποίηση του ΓΕΣΥ και η μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα είναι μεγάλες προκλήσεις που χρειάζονται σκληρή δουλειά και πολιτική βούληση για σύγκρουση με κατεστημένα. Πρέπει να προχωρήσουν, όχι γιατί το λέει το μνημόνιο αλλά γιατί το έχει ανάγκη η Κύπρος.

16 Φεβρουαρίου 2014

Η τρίτη αξιολόγηση

Συνέντευξη στον Γιώργο Φράγκο, Φιλελεύθερος



Πως αξιολογείτε τη νέα αξιολόγηση της Τρόικας;

Η αξιολόγηση είναι θετική για την Κύπρο, και αυτό είναι ασφαλώς κάτι που πρέπει να μας ικανοποιεί. Η οικονομία επιδεικνύει μεγαλύτερες αντοχές από ότι περιμέναμε και η ύφεση το 2013 περιορίστηκε πολύ πιο κάτω από ότι περίμενε η Τρόικα αλλά και οι περισσότεροι αναλυτές. Μοναδική ίσως εξαίρεση ήταν η πρόβλεψη του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου, που από το περασμένο καλοκαίρι τοποθετούσε την ύφεση περίπου στα επίπεδα που κατέληξε. Μικρότερη ύφεση από την αναμενόμενη σημαίνει και καλύτερες επιδόσεις στα δημοσιονομικά. Έτσι σε αυτή τη διάσταση έχουμε ξεπεράσει τους στόχους, κάτι που μας δίνει κάποια περιθώρια ευελιξίας στο μέλλον.

Βέβαια δεν ξεχνούμε ότι παρόλο που η ύφεση είναι μικρότερη της αναμενόμενης, δεν παύει να είναι μια ύφεση της τάξης του 6%, με την ανεργία να κινείται στο 17-18%. Ειδικά η ανεργία δημιουργεί μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, ιδίως όταν γίνεται χρόνια. Μόνο η ανάπτυξη μπορεί να λύσει οριστικά το πρόβλημα, και αυτός πρέπει να είναι ο στόχος.

Στα διαρθρωτικά ζητήματα παρατηρούνται μικρές καθυστερήσεις. Η Τρόικα τις έχει επισημάνει αλλά φαίνεται να δείχνει κατανόηση μέχρι στιγμής γιατί αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για δύσκολα εγχειρήματα για τα οποία απαιτείται σωστός προγραμματισμός και ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε κωλυσιεργία. Όμως τα περιθώρια στενεύουν και την επόμενη φορά θα πρέπει να δείξουμε έργο. 


Το νέο επικαιροποιημένο μνημόνιο κρίνεται επαχθέστερο ή ηπιότερο για μας;

Δεν έχω δει ακόμα το πλήρες επικαιροποιημένο μνημόνιο, αλλά εξ όσων έχουμε ακούσει δεν υπάρχουν σημαντικές αλλαγές. Αυτό είναι και το αναμενόμενο, αφού επικαιροποίηση δεν σημαίνει νέο μνημόνιο αλλά καταγραφή των νέων δεδομένων και της προόδου που έχει επιτευχθεί. Νέο μνημόνιο θα χρειαστεί μόνο αν στο τέλος της τριετίας η Κύπρος δεν είναι ακόμα σε θέση να δανειστεί από τις αγορές και θα χρειαστεί νέο δανεισμό από την Τρόικα. Αν τα πράγματα συνεχίσουν να οδεύουν θετικά, λογικά δεν θα χρειαστεί κάτι τέτοιο. Πρέπει όμως να είμαστε σε εγρήγορση και να δείξουμε αποφασιστικότητα στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Ποιος είναι ο νέος οικονομικός Γολγοθάς ο οποίος ορθώνεται μπροστά μας και τον οποίο οφείλουμε ν’ ανεβούμε;

Η Κυπριακή οικονομία περνά από μια φάση διόρθωσης. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης είχαν δημιουργηθεί μεγάλες ανισορροπίες. Η οικονομία βρισκόταν σε μια πορεία μη βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία στηριζόταν σε δανεικά και σε πρόσκαιρη υπερ-δραστηριότητα στις κατασκευές και τα ακίνητα. Η διόρθωση ήταν αναπόφευκτη. Δυστυχώς το μέγεθος της προσαρμογής (το ύψος του Γολγοθά αν θέλετε) έγινε πολύ μεγαλύτερο από ότι θα μπορούσε να ήταν λόγω μιας σειράς από λάθη πολιτικής, τόσο δικά μας όσο και άλλων. 

Τελικά για τους ημικρατικούς ισχύει το ρητό το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο;

Δεν είναι θέμα πεπρωμένου, είναι θέμα δημοσίου συμφέροντος. Να διευκρινίσω ότι όταν μιλούμε για ιδιωτικοποιήσεις ουσιαστικά μιλούμε για τη Cyta. Το επισημαίνω αυτό διότι η περισσότερη κριτική είτε κινείται σε κάποιο θεωρητικό/ιδεολογικό επίπεδο στο οποίο είναι αδύνατο να γίνει συζήτηση με επιχειρήματα, είτε επικαλείται παραδείγματα ιδιωτικοποιήσεων που παρουσίασαν προβλήματα όπως οι σιδηρόδρομοι στη Βρετανία ή η ηλεκτροπαραγωγή στη Βουλγαρία. Στην Κύπρο δεν θα ιδιωτικοποιήσουμε τους σιδηροδρόμους μας (ευτυχώς δεν έχουμε), και την ιδιωτικοποίηση της ΑΗΚ την έχουμε μεταθέσει χρονικά γιατί ακριβώς θέλουμε να την προγραμματίσουμε σωστά για να αποφύγουμε προβλήματα που έχουν παρατηρηθεί σε άλλες χώρες. Αρθρογραφώ για το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων εδώ και πολλά χρόνια και πάντα τόνιζα την ανάγκη διαφάνειας και σωστού σχεδιασμού, ειδικά στον τομέα της ενέργειας.

Στην περίπτωση της Cyta τα πράγματα είναι αρκετά πιο απλά. Οι τηλεπικοινωνίες είναι ένας τομέας όπου οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν πετυχημένες σε όλο τον κόσμο και παρουσίασαν πολύ λίγα προβλήματα. Στην Κυπριακή αγορά υπάρχει ήδη ανταγωνισμός καθώς και μια ρυθμιστική αρχή με δέκα χρόνια εμπειρίας που έχει δώσει μέχρι τώρα καλά δείγματα γραφής. Αυτά τα δεδομένα περιορίζουν στο ελάχιστο τις όποιες ανησυχίες για δημιουργία ιδιωτικού μονοπωλίου.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ιδιωτικοποίηση δεν είναι μόνο θέμα εσόδων. Τα έσοδα είναι βέβαια σημαντικός παράγοντας, διότι αν δεν εισπραχθεί αυτό το ποσό από τις ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να εισπραχθεί από κάπου αλλού ή να φορτωθεί στο χρέος και να επιβαρύνει τους πολίτες. Ας σημειωθεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι ο μόνος τρόπος μείωσης του χρέους που δεν αφαιρεί ρευστότητα από την οικονομία, νοουμένου ότι οι αγοραστές θα είναι ξένοι.

Επιπλέον όμως, θα υπάρξουν και άλλα οφέλη. Είναι γνωστό – και έχει επιβεβαιωθεί και από τα πρόσφατα γεγονότα – ότι οι ημικρατικοί οργανισμοί αποτελούν πεδίο δράσης διαφόρων κομματικών, συνδικαλιστικών και άλλων συμφερόντων. Οι ιδιωτικοποιήσεις θα ελαχιστοποιήσουν αυτά τα φαινόμενα και θα περιορίσουν σημαντικά την πελατειακή σχέση κομμάτων-ψηφοφόρων. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι επίσης ένας τρόπος προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, κάτι που η οικονομία μας έχει μεγάλη ανάγκη ειδικά αυτή την περίοδο. Τέλος, οι ιδιωτικοποιήσεις θα αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των οργανισμών και θα τους κάνουν καλύτερους. Ακόμα και οι ίδιοι οι υπάλληλοι των οργανισμών θα ωφεληθούν από μια μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς όπου οι προσλήψεις και οι προαγωγές δεν θα γίνονται στη βάση κομματικών ή προσωπικών κριτηρίων αλλά με βάση την αξία και την επίδοση του καθενός. 


Σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα εκτιμάτε ότι μπορούν ή πρέπει να υπάρξουν σύντομα ουσιαστικές εξελίξεις τόσο για τα προβληματικά δάνεια όσο και για τα περιοριστικά μέτρα;

Ο τραπεζικός τομέας είναι το μεγάλο αγκάθι. Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει μια σειρά από θετικές κινήσεις που δίνουν ελπίδες για σταθεροποίηση του τομέα και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Όμως τα προβληματικά δάνεια είναι σε πολύ ψηλά επίπεδα και η διευθέτησή τους θα πάρει πολύ χρόνο. Μέχρι να γίνει αυτό, οι τράπεζες δεν θα είναι σε θέση να προσφέρουν το δανεισμό που χρειάζεται η οικονομία. Η περιορισμένη ρευστότητα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η οικονομία μας μεσοπρόθεσμα.

Πέραν την προσφοράς, πρόβλημα υπάρχει και στην πλευρά της ζήτησης. Οι Κυπριακές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα και βρίσκονται σε μια φάση απομόχλευσης. Η δυνατότητά τους να δανειστούν για να προβούν σε επενδύσεις είναι περιορισμένη, ακόμα και αν υπάρχουν επενδυτικές ευκαιρίες και τραπεζικά κεφάλαια. Αυτό θα καθυστερήσει την επάνοδο της οικονομίας σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, εκτός και αν μπορέσουμε να προσελκύσουμε επενδύσεις από το εξωτερικό. Αυτή πρέπει να είναι και μια από τις κύριες προτεραιότητες της κυβέρνησης.