19 Δεκεμβρίου 2004

Μια απλή συνταγή για τα φάρμακα

Για πολλά χρόνια το κράτος εφάρμοζε ένα σύστημα τιμολόγησης φαρμάκων το οποίο μεταφραζόταν σε ψηλές τιμές για τους ασθενείς και εξασφαλισμένα κέρδη για τους φαρμακέμπορους και φαρμακοποιούς.

Το πρόβλημα ήταν γνωστό, για χρόνια όμως κανείς δεν έκανε τίποτε. Μια πρώτη κίνηση - αποσπασματική έστω - έγινε από τον τέως υπουργό υγείας Φρίξο Σαββίδη ο οποίος λίγες μέρες πριν εγκαταλείψει το υπουργείο μείωσε το ποσοστό κέρδους των φαρμακεμπόρων. Η παρούσα κυβέρνηση ανάλαβε μια πιο οργανωμένη προσπάθεια η οποία κατέληξε στην πρόσφατη ανακοίνωση για μείωση των τιμών σημαντικού αριθμού φαρμάκων.

Οι προθέσεις της κυβέρνησης είναι σωστές και θα πρέπει να της πιστωθεί η διάθεση που επιδεικνύει να διορθώσει το πρόβλημα. Οι μειώσεις στις τιμές είναι σίγουρα μια βελτίωση. Είναι όμως λύση πρόσκαιρη και ημιτελής. Δεν αποτολμήθηκαν οι ριζικές αλλαγές που θα απελευθέρωναν την αγορά και θα διασφάλιζαν τη προμήθεια φαρμάκων σε λογικές τιμές σε μόνιμη βάση. Οι αλλαγές που χρειάζονται είναι πολύ απλές:

  1. Αρση των όποιων περιορισμών στην εισαγωγή φαρμακευτικών προϊόντων. Αυτό θα αποτελέσει κίνητρο για νέους εμπόρους να εισαγάγουν φθηνότερα φάρμακα και να ανταγωνιστούν τους υφιστάμενους εισαγωγείς (όπως έγινε για παράδειγμα με τα αναψυκτικά).
  2. Αρση των περιορισμών στην εμπορία φαρμάκων. Προϊόντα που δεν χρειάζονται ιατρική συνταγή να μπορούν να πωλούνται σε περίπτερα, υπεραγορές και αλλού. Η διεύρυνση του συστήματος διανομής θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και ταυτόχρονα θα δώσει περισσότερες επιλογές στον καταναλωτή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποχρεώνεται ένας γονιός να γυρίζει τους δρόμους νυχτιάτικα για να βρει διανυκτερεύον φαρμακείο για να αγοράσει ένα σιρόπι του βήχα για το παιδί του.
Οι επιλογές είναι μπροστά μας. Θέληση και πολιτική βούληση χρειάζεται.

Πολίτης, 19/12/2004

11 Νοεμβρίου 2004

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η οικονομία της αγοράς

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον την έκθεση της επιτροπής για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά χρήσιμο και ενημερωτικό κείμενο από την μελέτη του οποίου θεωρώ ότι έγινα σοφότερος, ειδικά όσον αφορά στη φιλοσοφική θεώρηση της παιδείας. Στο πρακτικό της μέρος η έκθεση επισημαίνει ορθά τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κυπριακή παιδεία - αναφέρω ειδικά τον εθνοκεντρισμό, τον συγκεντρωτισμό και τον γνωσιοκεντρισμό - και εισηγείται σειρά μέτρων για την αντιμετώπισή τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μέτρα αυτά θα οδηγήσουν, αν υιοθετηθούν, σε βελτιωτικές αλλαγές στην Κυπριακή παιδεία.

Ταυτόχρονα, όμως, η έκθεση θα μπορούσε να ήταν πολύ πιο ριζοσπαστική αν αντιμετώπιζε με λιγότερη προκατάληψη τις σύγχρονες τάσεις στο χώρο τόσο της παιδείας όσο και γενικότερα της οικονομίας. Το όλο κείμενο διαπνέεται από μια φιλοσοφία δαιμονοποίησης της οικονομίας της αγοράς και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Από τη μια επικρίνει το συγκεντρωτισμό, ενώ από την άλλη υιοθετεί μια πατερναλιστική, κρατικιστική άποψη της παιδείας και απορρίπτει χωρίς πολλή συζήτηση κάθε ιδέα που μπορεί να θεωρηθεί "νεοφιλελεύθερη". Πιστεύω ότι αυτή η προσέγγιση είναι αχρείαστα δογματική και αποκλείει πολλές καλές ιδέες, περιορίζοντας έτσι σημαντικά το οπλοστάσιο του σχεδιαστή ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος.

Μια σημαντική ιδέα που λείπει από την έκθεση είναι η δυνατότητα επιλογής. Αναφέρομαι στη δυνατότητα του γονιού να επιλέξει το σχολείο των παιδιών του, τη δυνατότητα του σχολείου να επιλέξει τους εκπαιδευτικούς που θα διδάσκουν σε αυτό, την δυνατότητα των εκπαιδευτικών να επιλέξουν το σχολείο στο οποίο θα υπηρετήσουν. Η μόνη αναφορά στη δυνατότητα επιλογής που μπόρεσα να εντοπίσω στην έκθεση την παρουσιάζει με αρνητικό τρόπο ως νεοφιλελεύθερη επινόηση που οδηγεί στην "εμπορευματοποίηση της γνώσης". Μια διαφορετική άποψη είναι ότι η δυνατότητα του γονιού να επιλέξει το σχολείο του παιδιού του δεν είναι νεοφιλελεύθερη ιδιοτροπία αλλά θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα.

Επιπρόσθετα, το δικαίωμα επιλογής μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για αποτελεσματικότερη λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των σχολείων για την προσέλκυση των καλύτερων μαθητών και εκπαιδευτικών είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να διασφαλιστεί η ποιότητα του δημόσιου σχολείου. Εξίσου σημαντικός για αυτό το σκοπό είναι και ο ρόλος της ιδιωτικής εκπαίδευσης, η οποία προσφέρεται ως εναλλακτική λύση στην περίπτωση που τα δημόσια σχολεία δεν εκπληρώνουν την αποστολή τους. Η ιδιωτική παιδεία μπορεί να λειτουργήσει ως βαρόμετρο για την επιτυχία της δημόσιας παιδείας. Αυτό ισχύει τόσο για την δευτεροβάθμια όσο και για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ως μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου θεωρώ ότι η ανάπτυξη της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα επενεργήσει ευεργετικά στα αντίστοιχα κρατικά ιδρύματα.

Αντίθετα, η έκθεση διαπνέεται από μια έντονη καχυποψία έναντι της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όπως φαίνεται από τις αναφορές στην ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αφήνεται ουσιαστικά να νοηθεί ότι η επιτροπή δεν πιστεύει στην ιδιωτική εκπαίδευση και την αποδέχεται μόνο διότι η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να την προωθήσει. Όμως είναι ξεκάθαρο ότι η πολιτεία δεν έχει τις οικονομικές δυνατότητες να προσφέρει τριτοβάθμια εκπαίδευση σε όσους την επιζητούν (τουλάχιστον όχι δωρεάν). Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να συμπληρώσει αυτό το κενό.

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι εξαιρετικής σημασίας για τον τόπο και η έκθεση της επιτροπής αποτελεί ένα σημαντικό και χρήσιμο εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση. Εναπόκειται στους αρμόδιους να μελετήσουν προσεκτικά τις εισηγήσεις τόσο της επιτροπής όσο και άλλων ειδικών και να προχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση στο σχεδιασμό ενός εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής μας.

Πολίτης, 11/11/2004

18 Οκτωβρίου 2004

Κυπριακές Αερογραμμές: Ανατομία μιας κρίσης

Οι Κυπριακές Αερογραμμές βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Το γιατί είναι λίγο-πολύ γνωστό σε όλους. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν την εταιρεία ως κέντρο διεκπεραίωσης ρουσφετιού. Τη φόρτωσαν με υπεράριθμο προσωπικό και διόριζαν στο ΔΣ άτομα χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα. Οι συντεχνίες καταχράστηκαν την διαπραγματευτική τους ισχύ και επιδείνωσαν τα οικονομικά προβλήματα. Οι κατά καιρούς διοικήσεις έδειξαν στην καλύτερη περίπτωση ατολμία και στην χειρότερη τραγική ανικανότητα.

Ιδιαίτερα μεγάλες είναι οι ευθύνες των δύο τελευταίων κυβερνήσεων. Η κυβέρνηση Κληρίδη είχε την ευθύνη να προετοιμάσει τις ΚΑ για τον επερχόμενο ανταγωνισμό. Αντί όμως να πιέσει την διοίκηση της εταιρείας να νοικοκυρευτεί, της επέτρεψε να αναλάβει τεράστια ρίσκα με αγορές αεροσκαφών και επέκταση σε νέες αγορές σε μια περίοδο κρίσης στις διεθνείς αερομεταφορές. Η δε κυβέρνηση Παπαδόπουλου ανάλαβε καθήκοντα τον καιρό που οι εφιαλτικές διαστάσεις του προβλήματος μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν στην επιφάνεια. Κι ενώ υπήρχε ακόμα χρόνος για διορθωτικά μέτρα, η κυβέρνηση παρέμεινε επί μήνες απαθής θεατής ενώ το διοικητικό συμβούλιο που η ίδια διόρισε έδινε γενναιόδωρες αυξήσεις στο προσωπικό και κωλυσιεργούσε απροκάλυπτα τόσο στην λήψη μέτρων για την εξυγίανση της εταιρείας όσο και στην ολοκλήρωση των ερευνών για τις καταστροφικές αποφάσεις του προηγούμενου ΔΣ (το οποίο, παρεμπιπτόντως, έχει αρκετά κοινά μέλη με τον νυν συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένου και του αντιπροέδρου και στα δύο συμβούλια Αχιλλέα Κυπριανού.)

Ακόμα και σήμερα το ΔΣ των ΚΑ δεν δείχνει να αντιμετωπίζει την κατάσταση με την τόλμη και αποφασιστικότητα που απαιτούν οι περιστάσεις. Ακούμε ότι έχει καταστρώσει σχέδιο δράσης το οποίο προνοεί κατάργηση δρομολογίων, πώληση ή εκμίσθωση αεροσκαφών και κάποιες απολύσεις προσωπικού. Χωρίς να γνωρίζω τις λεπτομέρειες, έχω την υποψία ότι αυτό δεν θα είναι αρκετό. Οι ΚΑ δεν μπορούσαν να καλύψουν τα έξοδά τους όταν χρέωναν 130-150 λίρες για τη διαδρομή Λάρνακα-Αθήνα. Πώς θα μπορέσουν να τα καλύψουν τώρα που ο ανταγωνισμός τις υποχρέωσε να μειώσουν το ναύλο στις 58 λίρες; Πόση διαφορά μπορεί να κάνει η απόλυση 150 τόσων υπαλλήλων, η πλειοψηφία των οποίων είναι χαμηλόμισθοι;

Τί πρέπει να γίνει;

Η παράθεση ευθυνών δεν γίνεται μόνο για λόγους καταγραφής της ιστορίας. Γίνεται κυρίως για να μας βοηθήσει να αντλήσουμε ορισμένα διδάγματα για το πώς πρέπει να προχωρήσουμε από δω και μπρος. Ένα ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι αυτή η πολιτεία έχει αποτύχει οικτρώς στην διαχείριση των ΚΑ. Θα ήταν ευχής έργον αν η κυβέρνηση αναγνώριζε αυτή την πραγματικότητα και προχωρούσε σε μια ριζική αναδιάρθρωση της εταιρείας με τελικό στόχο να την καταστήσει ελκυστική ώστε να μπορέσει να πουληθεί σε ιδιώτες σε 2-3 χρόνια. Με δεδομένη όμως τη θέση της κυβέρνησης εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων, θα ήταν μάλλον ουτοπία να περιμένει κανείς ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Θα ήταν άλλωστε άδικο να περιμένουμε από την κυβέρνηση να κάνει μια τέτοια κίνηση, τη στιγμή που η υποτιθέμενη δεξιά αντιπολίτευση όχι μόνο δεν τολμά να θέσει θέμα αποκρατικοποίησης, αλλά λαϊκίζει κιόλας για το θέμα των απολύσεων.

Ανεξάρτητα όμως από το αν η ιδιωτικοποίηση είναι εφικτή ή όχι, το νοικοκύρεμα της εταιρείας είναι κάτι περισσότερο από απαραίτητο. Τα προβλήματα των ΚΑ είναι διαρθρωτικά και διαχρονικά και δεν θα επιλυθούν με την πώληση 1-2 αεροσκαφών και την απόλυση μερικών δεκάδων χαμηλόμισθων εργαζομένων. Θα χρειαστούν πολύ πιο γενναίες αποφάσεις για μαζικές απολύσεις και για μείωση των απολαβών αυτών που θα μείνουν, κυρίως των υψηλόμισθων πιλότων και διευθυντικών στελεχών. Τα ημίμετρα και οι αποσπασματικές ενέργειες το μόνο που θα πετύχουν είναι να καθυστερήσουν το αναπόφευκτο, αλλά ταυτόχρονα να το κάνουν και πιο οδυνηρό. Τα παραδείγματα της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Alitalia μιλούν από μόνα τους.

Πολίτης, 17/10/2004

19 Σεπτεμβρίου 2004

Δεν πουλάμε εθνικό πλούτο (τζάμπα όμως τον δίνουμε)

Είναι γνωστή η θέση της κυβέρνησης ότι ο εθνικός πλούτος δεν είναι προς πώληση. Η θέση αυτή έχει επικριθεί από τους περισσότερους αρθρογράφους που καταπιάνονται με θέματα της οικονομίας. Η κυβέρνηση όμως επιμένει, και ο ίδιος ο πρόεδρος Παπαδόπουλος υπερασπίζεται με έντονο τρόπο αυτή την πολιτική του όποτε εγερθεί το θέμα. Σε μια περίπτωση ο πρόεδρος έκανε την περιβόητη αναφορά σε "ξένους γίγαντες", οι οποίοι εποφθαλμιούν προφανώς τον εθνικό μας πλούτο. Σε δύο τουλάχιστον άλλες περιπτώσεις παρομοίωσε την πώληση ημικρατικών οργανισμών με τον διαχωρισμό οικοπέδων. Αν είναι η κυβέρνηση να πουλά την περιουσία της, είπε, γιατί να μην χωρίζει και να πουλά οικόπεδα. Πιστεύει δηλαδή ο πρόεδρος ότι το ενδεχόμενο πώλησης οικοπέδων από την κυβέρνηση είναι παράλογο και εκτός συζήτησης, και ότι το ίδιο ισχύει και για τους ημικρατικούς.

Την ίδια περίοδο που ο πρόεδρος έκανε αυτές τις δηλώσεις έγινε γνωστή και η πρόταση του υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να δοθούν δέκα άδειες για γήπεδα γκολφ με δικαίωμα ανέγερσης 3,000 κλινών για το κάθε ένα. Επειδή ο αριθμός των 3,000 κλινών μου φάνηκε εξωπραγματικός, επιστράτευσα μερικούς φίλους για να με βοηθήσουν να υπολογίσω πόσα άτομα μπορούν να ψυχαγωγηθούν σε ένα γήπεδο γκολφ 18 οπών. Το συμπέρασμά μου είναι ότι στην καλύτερη περίπτωση ένα τέτοιο γήπεδο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από 350 άτομα ημερησίως. Λόγω του ότι από τα 350 άτομα μέχρι τις 3,000 κλίνες υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι όλες αυτές οι κλίνες δεν προορίζονται για παίχτες του γκολφ. Το γκολφ είναι ίσως μια πρόφαση για να κτιστούν επαύλεις πολυτελείας.

Το κατά πόσον αυτό είναι καλή τουριστική πολιτική ή όχι θα το κρίνουν οι ειδικοί. Διερωτούμαι όμως αν η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι η αύξηση συντελεστών δόμησης για σκοπούς τουριστικής ανάπτυξης δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκποίηση εθνικού πλούτου. Εθνικός πλούτος δεν είναι μόνο τα χειροπιαστά περιουσιακά στοιχεία όπως η γη ή οι δημόσιοι οργανισμοί. Εθνικός πλούτος είναι και τα διάφορα προνόμια του κράτους, όπως η δυνατότητα ελέγχου της δόμησης. Κάθε φορά που το κράτος αυξάνει τους συντελεστές δόμησης παραχωρεί εθνικό πλούτο στους ιδιοκτήτες της επηρεαζόμενης γης. Και μάλιστα παραχωρεί αυτό τον πλούτο άνευ αντιτίμου. Η αξία αυτής της γης θα αυξηθεί κατά πολλά εκατομμύρια, κι όμως οι ιδιοκτήτες της δεν θα πληρώσουν ούτε σεντ για αυτή την εξυπηρέτηση.

Για να γίνω πιο κατανοητός, φανταστείτε το εξής υποθετικό σενάριο. Η κυβέρνηση αγοράζει τη γη σε τιμές που αντικατοπτρίζουν την αξία της με βάση τους σημερινούς χαμηλούς συντελεστές δόμησης. Μετά αυξάνει τους συντελεστές δόμησης και πωλεί τη γη στους ενδιαφερόμενους για να κτίσουν επαύλεις. Το αποτέλεσμα όσον αφορά την τουριστική ανάπτυξη είναι το ίδιο όπως και στην πρόταση του υπουργείου, με τη διαφορά ότι τα εκατομμύρια εισρέουν στα δημόσια ταμεία και όχι στις τσέπες 5-10 προνομιούχων ιδιωτών.

Με άλλα λόγια, παρά να δίνουμε χάρισμα προνόμια σε διάφορους τυχερούς, καλύτερα να χωρίζουμε και να πουλάμε οικόπεδα.

Πολίτης, 19/9/2004

19 Απριλίου 2004

Ποιο μέλλον θέλουμε;

Το ερχόμενο Σάββατο καλούμαστε να πάρουμε μια απόφαση η οποία κατά πάσα πιθανότητα θα καθορίσει την πορεία της Κύπρου για τις επόμενες δεκαετίες. Θα πρέπει λοιπόν να αξιολογήσουμε τις δύο επιλογές που έχουμε μπροστά μας με βάση τις επιπτώσεις τους σε αυτό το βάθος χρόνου.

Η μια επιλογή είναι το σχέδιο Ανάν. Με όλη την πολυπλοκότητα, τις ασάφειες και τα κενά του, το σχέδιο του ΓΓ παρουσιάζει ένα σαφές όραμα για την Κύπρο. Αποτελεί ένα οδικό χάρτη ο οποίος θέτει την Κύπρο σε μια πορεία επανένωσης. Τα πρώτα βήματα θα είναι αναμφίβολα δύσκολα και θα χρειαστεί σκληρή δουλειά και καλή θέληση από όλους για να επιτευχθεί ο τελικός στόχος. Όμως το σχέδιο του ΓΓ μας δίνει το δικαίωμα να προσβλέπουμε σε μια Κύπρο ενωμένη, ειρηνική, χωρίς ξένους στρατούς, μια Κύπρο ευημερούσα και απαλλαγμένη από σύνδρομα καταδιώξεως και ιστορικά μίση.

Απορρίπτοντας το σχέδιο του ΓΓ διαφυλάττουμε - πιστεύουν πολλοί - την αξιοπρέπειά μας και διατηρούμε το δικαίωμα να ελπίζουμε σε μια καλύτερη λύση. Σίγουρα όλοι προτιμούμε μια καλύτερη λύση, όμως από αυτή την προσέγγιση φαίνεται να απουσιάζει το όραμα και η στρατηγική. Εδώ και δυο μήνες έχουμε όλοι αφιερώσει δεκάδες ώρες παρακολουθώντας τηλεοπτικές συζητήσεις και διαβάζοντας γραπτές αναλύσεις. Κι όμως εγώ προσωπικά δεν έχω ακόμα μπορέσει να σχηματίσω μια εικόνα του πώς ακριβώς βλέπουν οι υποστηρικτές της απόρριψης το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακόμα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο διάγγελμά του δεν έκανε καμία αναφορά στο δικό του όραμα για την Κύπρο. Περιορίστηκε να μας διαβεβαιώσει ότι οι προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού θα συνεχιστούν, χωρίς να μας δώσει κανένα πειστικό επιχείρημα γιατί η διεθνής κοινότητα θα εξακολουθήσει να ενδιαφέρεται για τη λύση του Κυπριακού αν εμείς απορρίψουμε την λύση που μας προσφέρει σήμερα.

Περίμενα από τους υποστηρικτές του "όχι" να μας δώσουν τον δικό τους οδικό χάρτη για το πού βαδίζει η Κυπριακή Δημοκρατία. Ποια λύση οραματίζονται; Πότε θα επιτευχθεί αυτή η λύση; Πόσοι πρόσφυγες θα επιστρέψουν στα σπίτια τους; Πότε θα επιστρέψουν στα σπίτια τους; Σε πέντε χρόνια, σε δεκαπέντε χρόνια, ή σε πενήντα χρόνια; Πότε θα φύγουν τα Τουτκικά στρατεύματα; Πόσοι έποικοι θα παραμείνουν στην Κύπρο; Και κυρίως, ποια είναι η στρατηγική που θα επιφέρει αυτή τη λύση; Αυτά τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Το μόνο που ακούμε είναι γενικές και αόριστες αναφορές για τη δυνατότητα επίτευξης καλύτερης λύσης στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως η ΕΕ μας καλεί σήμερα να δεχτούμε αυτή τη λύση. Τί είναι εκείνο που μας κάνει να πιστεύουμε ότι ξαφνικά από την άλλη βδομάδα η ΕΕ θα αλλάξει πολιτική και θα αρχίσει να υποστηρίζει μια άλλη, καλύτερη για μας, λύση;

Έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται οι πρώτες ενδείξεις της διεθνούς απομόνωσης στην οποία μάς οδηγεί η λογική της απόρριψης. Η ίδια λογική αναβιώνει στο εσωτερικό μέτωπο εθνικιστικές εξάρσεις και συντηρεί μια νοοτροπία μιζέριας, καχυποψίας και μισαλλοδοξίας. Από την άλλη, το σχέδιο Ανάν, με όλες του τις αδυναμίες, δείχνει το δρόμο για ένα καινούριο ξεκίνημα. Μας δίνει την ευκαιρία να ξεφύγουμε από τον κύκλο του φόβου και του μίσους που ζούμε τον τελευταίο μισό αιώνα και να αντικρύσουμε το μέλλον με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Δεν είναι βέβαιο ότι θα πετύχει. Αξίζει όμως μια προσπάθεια.

Πολίτης, 18/4/2004