31 Αυγούστου 2003

Οι ξένοι εργάτες

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Εργασίας πέραν των 70 χιλιάδων αλλοδαπών ζουν και εργάζονται σήμερα στην Κύπρο, εκ των οποίων 30 χιλιάδες είναι παράνομοι. Οπωσδήποτε οι αριθμοί αυτοί δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητοι, για αυτό και το θέμα έχει καταστεί μόνιμη εστία αντιπαράθεσης μεταξύ εργοδοτών και συντεχνιών. Οι συντεχνίες θεωρούν ότι έχουμε φτάσει στο απροχώρητο και ζητούν περιορισμούς στην εισαγωγή νέων ξένων εργατών. Από την άλλη, η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων υποστηρίζει ότι μόλις 15 χιλιάδες από τους ξένους εργάτες απασχολούνται στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, αφού οι υπόλοιποι είναι οικιακές βοηθοί, καλλιτέχνιδες και υπάλληλοι υπεράκτιων εταιρειών. Θεωρεί δε ότι η οικονομία χρειάζεται επιπρόσθετο εργατικό δυναμικό και ζητά την άρση των περιορισμών που επιβάλλει η κυβέρνηση.

Είναι γεγονός ότι η οικονομία μας έχει σήμερα ανάγκη τους ξένους εργάτες. Η ανάγκη αυτή είναι σε κάποιο βαθμό φυικό αποτέλεσμα της ραγδαίας ανάπτυξης της οικονομίας. Για παράδειγμα, η αύξηση των εισοδημάτων των Κυπρίων αύξησε τη ζήτηση για οικιακές βοηθούς αλλά ταυτόχρονα μείωσε την προσφορά. Αυτή η ανισορροπία είναι φυσιολογικό να εμφανιστεί σε κάθε αναπτυσσόμενη οικονομία. Όμως, ο μονόπλευρος τρόπος ανάπτυξης της δικής μας οικονομίας επέφερε επιπρόσθετα προβλήματα στην αγορά εργασίας. Η οικονομική ανάπτυξη βασίστηκε κυρίως στην τουριστική βιομηχανία και σε συναφείς τομείς όπως η οικοδομική βιομηχανία. Αυτοί οι κλάδοι χρειάζονται μεγάλους αριθμούς ανειδίκευτων κυρίως εργατών που η τοπική αγορά αδυνατούσε να προσφέρει αφού η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου ωθούσε τους Κυπρίους προς άλλα επαγγέλματα.

Με τη σημερινή δομή της οικονομίας μας δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στηριχτούμε - βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον - στους ξένους για να καλύψουμε τις ανάγκες μας σε εργατικό δυναμικό. Μακροπρόθεσμα όμως θα πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσον θέλουμε να συνεχίσουμε να έχουμε μια οικονομία που να στηρίζεται στους ξένους εργάτες. Η τεχνητή συντήρηση με διάφορους τρόπους τομέων στους οποίους οι Κύπριοι δεν ενδιαφέρονται να εργαστούν (όπως ο τουρισμός, η γεωργία, η κτηνοτροφία, η μεταποίηση) διαιωνίζει το πρόβλημα στην αγορά εργασίας και ταυτόχρονα αποστερεί πόρους από άλλους τομείς, πιο προσοδοφόρους και με περισσότερες προοπτικές. Μιλάμε συχνά για την Κύπρο ως κέντρο εκπαίδευσης, παροχής ιατρικών υπηρεσιών ή υψηλής τεχνολογίας. Όμως ελάχιστα ουσιαστικά βήματα έχουμε κάνει για να δημιουργήσουμε το θεσμικό πλαίσιο και την υποδομή που χρειάζονται αυτοί οι τομείς για να αναπτυχθούν. Μέρος αυτού του θεσμικού πλαισίου είναι και η εργασιακή πολιτική. Καλά είναι να φέρνουμε στην Κύπρο ξένους εργάτες για να ασχοληθούν με το μάζεμα καρπουζιών. Ακόμα καλύτερα όμως θα είναι αν προσελκύσουμε επιστήμονες στους τομείς της πληροφορικής και της υψηλής τεχνολογίας, οι οποίοι σε συνεργασία με Κύπριους θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη νέων τομέων δραστηριότητας και θα δώσουν μια νέα ώθηση στην οικονομία.

Πολίτης, 31/8/2003

H "κατοχύρωση" των επαγγελμάτων

κατοχύρωση η εξασφάλιση (από κίνδυνο, αμφισβήτηση κ.λπ); η λήψη μέτρων για την προστασία (προσώπου/πράγματος): η ~ των κεκτημένων των εργαζομένων

(Λεξικό Μπαμπινιώτη)

Οι οδηγοί φορτηγών ζητούν την κατοχύρωση του επαγγέλματός τους. Ενδιαφέρουσα λέξη η κατοχύρωση. Τόσα χρόνια την ακούω και, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς τι σημαίνει. Η χρήση στον πολιτικό λόγο ορολογίας που δεν χρησιμοποιείται ευρέως στην καθομιλουμένη είναι σύνηθες φαινόμενο στην κοινωνία μας και γίνεται συνήθως για λόγους εντυπωσιασμού. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί σύγχυση σε μεγάλη μερίδα πολιτών που δεν έχουν το χρόνο και τη διάθεση να ανατρέχουν στον Μπαμπινιώτη για να αποκρυπτογραφήσουν αυτό που είπε ο Α ή Β πολιτικός. Πιθανόν ακόμα η χρήση εξειδικευμένης ορολογίας να γίνεται ευφημιστικά για να αποφευχθούν αντιδράσεις που πιθανόν να προέκυπταν από τη χρήση ενός πιο εκλαϊκευμένου όρου, η έννοια του οποίου θα γινόταν αντιληπτή από όλους.

Κατοχύρωση ουσιαστικά σημαίνει προστασία. Οι μεταφορείς (όπως και πολλοί άλλοι επαγγελματίες) απαιτούν από την πολιτεία να τους προστατεύσει από τον ανταγωνισμό. Ζητούν από το κράτος να καθορίσει τέλος δέκα χιλιάδων λιρών (!) για την έκδοση καινούριων αδειών Α. Ζητούν ακόμα αυστηρότερα κριτήρια για την έκδοση αδειών Β, καθώς και τον καθορισμό κομίστρου για να περιοριστεί ο ανταγωνισμός. Και όλα αυτά πέραν των άμεσων μέτρων στήριξης που απαιτούν. Είναι φανερό ότι τυχόν υιοθέτηση τέτοιων μέτρων συνεπάγεται τεράστιο κόστος το οποίο στο τέλος θα πληρώσουν όπως πάντα οι καταναλωτές.

Όμως δεν φταίνε μόνο οι μεταφορείς με τα εξωφρενικά τους αιτήματα. Οι άνθρωποι μπήκαν σε αυτό το επάγγελμα με βάση κάποια δεδομένα. Δικαίως διαμαρτύρονται τώρα που η πολιτεία χωρίς καμία προειδοποίηση αλλάζει τα δεδομένα και ουσιαστικά τους βγάζει από το επάγγελμα. Όμως το πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε σήμερα. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε πριν πολλά χρόνια όταν αυτό το κράτος αποφάσισε - με το πρόσχημα της διασφάλισης της ποιότητας και της οδικής ασφάλειας - ότι θα έπρεπε κάποιος να έχει ειδική άδεια για να δραστηριοποιηθεί στον τομέα των μεταφορών. Μια απλή ματιά στα πεπαλαιωμένα οχήματα των απεργών είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς πόσο πετυχημένη ήταν αυτή η πολιτική. Το μόνο που πέτυχε ήταν να περιορίσει την ελεύθερη είσοδο στην αγορά και να καταστήσει τις άδειας περουσιακό στοιχείο το οποίο μπορούσε κανείς να εμπορεύεται. Παρόμοιες καταστάσεις επικρατούν και σε άλλους τομείς, όπως είναι τα ταξί. Υποκύπτοντας στις πιέσεις των ταξιτζήδων το κράτος περιόρισε τον αριθμό αδειών ταξί με αποτέλεσμα αυτές να πωλούνται σήμερα πρός είκοσι και τριάντα χιλιάδες λίρες η κάθε μια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι σύνδεσμοι των οδηγών ταξί υποστηρίζουν ένθερμα τον αγώνα των μεταφορέων.

Η απεργία των μεταφορέων αποτελεί πρόκληση για την κυβέρνηση. Ταυτόχρονα όμως της δίνει την ευκαιρία να καταστήσει σαφές ότι τα επαγγέλματα είναι ανοιχτά για όλους και η είσοδος στο κάθε επάγγελμα θα καθορίζεται από τους νόμους της αγοράς και όχι από τα συμφέροντα οποιουδήποτε. Είμαι βέβαιος ότι θα βρει πολλούς υποστηρικτές αν να εξηγήσει στους πολίτες πόσο τους στοιχίζει η "κατοχύρωση" των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων.

Πολίτης, 31/8/2003

3 Αυγούστου 2003

Μερικοί μύθοι για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα

Αρκετοί σχολιαστές έχουν επισημάνει τελευταία το γεγονός ότι το υφιστάμενο σύστημα φορολογίας των αυτοκινήτων δημιουργεί στρεβλώσεις που ωθούν τους καταναλωτές στην αγορά μεταχειρισμένου αυτοκινήτου. Παρόλον ότι η διαπίστωση αυτή είναι ορθή, συχνά συνοδεύεται από αληθοφανείς μεν αλλά αστήρικτους ισχυρισμούς για τις επιπτώσεις της εισαγωγής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.
Λέγεται, για παράδειγμα, ότι η εισαγωγή μεταχειρισμένων μειώνει την ποιότητα του αυτοκινητιστικού στόλου. Εκ πρώτης όψεως, η δήλωση αυτή μοιάζει με ταυτολογία. Κι όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Υπάρχουν δύο κατηγορίες αγοραστών εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει αυτούς που, αν δεν είχαν την επιλογή του μεταχειρισμένου, θα αγόραζαν καινούριο όχημα. Η ύπαρξη των μεταχειρισμένων ωθεί αυτούς τους καταναλωτές σε παλαιότερα αυτοκίνητα και άρα αυξάνει την ηλικία του στόλου. Υπάρχει όμως και η δεύτερη κατηγορία, η οποία περιλαμβάνει κυρίως καταναλωτές χαμηλών οικονομικών στρωμάτων. Η ύπαρξη των μεταχειρισμένων δίνει σε αυτούς τους καταναλωτές την ευκαιρία να αντικαταστήσουν το παλιό τους σαραβαλάκι με ένα καλής ποιότητας μεταχειρισμένο, κάτι που τείνει να βελτιώσει την ποιότητα του στόλου.
Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι και οι δύο επιδράσεις είναι σημαντικές: η εισαγωγή μεταχειρισμένων έχει οδηγήσει στη μείωση των πωλήσεων καινούριων αυτοκινήτων, αλλά και σε σημαντική αύξηση των συνολικών πωλήσεων. Είναι δύσκολο να πει κανείς ποια από τις δύο επιπτώσεις είναι πιο σημαντική χωρίς μια πιο προσεκτική ανάλυση της αγοράς. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρέπει να κοιτάζουμε τις αλλαγές μόνο στη μέση ηλικία των αυτοκινήτων, αλλά σε ολόκληρη την ηλικιακή κατανομή. Μπορεί η εισαγωγή μεταχειρισμένων να αυξάνει ελαφρά τη μέση ηλικία αλλά ταυτόχρονα να συντείνει στην απόσυρση αυτοκινήτων μεγάλης ηλικίας, κάτι που είναι βέβαια θετικό.
Μήπως όμως τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα είναι ανασφαλή και μολύνουν την ατμόσφαιρα; Δεν έχω δει πουθενά στοιχεία για το πόσα ακριβώς δυστυχήματα προκαλούνται κάθε χρόνο από μηχανική βλάβη. Όμως, η εντύπωση που σχηματίζει κανείς παρακολουθώντας την επικαιρότητα είναι ότι αιτία όλων σχεδόν των σοβαρών ατυχημάτων είναι ο ανθρώπινος παράγοντας και όχι μηχανική βλάβη. Ούτε και ο ισχυρισμός ότι τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα μολύνουν την ατμόσφαιρα αντέχει σε σοβαρή κριτική. Παρόλο που δεν είμαι ειδικός, έχω την εντύπωση ότι ο σοβαρότερος παράγοντας ατμοσφαιρικής ρύπανσης από καύσιμα είναι ο μόλυβδος. Εδώ ακριβώς είναι η ειρωνεία: τα καινούρια αυτοκίνητα στην Κύπρο χρησιμοποιούν μολυβδούχα βενζίνη (ελέω διυλιστηρίου, αλλά αυτή είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία), ενώ τα μεταχειρισμένα χρησιμοποιούν αμόλυβδη. Μπορεί δηλαδή τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα να προκαλούν τελικά λιγότερη μόλυνση από ότι τα καινούρια.
Εν πάσει περιπτώσει, τα προβληματικά αυτοκίνητα εντοπίζονται στις επιθεωρήσεις (ή δεν παρουσιάζονται καν για επιθεώρηση) και αποσύρονται από την κυκλοφορία. Οι ιδιοκτήτες αυτών των αυτοκινήτων είναι υποχρεωμένοι να αγοράσουν κάτι καλύτερο. Ένας ακόμα λόγος να διατηρήσουμε την επιλογή του ποιοτικού μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, μια επιλογή που για πολλούς Κύπριους είναι η μόνη οικονομικά συμφέρουσα.

Πολίτης, 3/8/2003

20 Ιουλίου 2003

Ευτυχώς που υπάρχει και το ποδόσφαιρο

Η επιδότηση των ποδοσφαιρικών σωματείων είναι ένα εξωφρενικό φαινόμενο το οποίο για χρόνια ήμουν με την εντύπωση ότι μόνο εμένα ενοχλούσε. Ομολογώ ότι εκπλάγηκα από τις έντονες απόψεις που ακούστηκαν τις τελευταίες μέρες εναντίον των σωματείων τόσο από τα έδρανα της Βουλής όσο και στις στήλες των εφημερίδων. Εκπλάγηκα γιατί ούτε οι βουλευτές ούτε οι δημοσιογράφοι μάς έχουν συνηθίσει σε τέτοιες αντιδράσεις. Το κράτος επιδοτεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλές αποτυχημένες βιομηχανίες αλλά ελάχιστοι είναι αυτοί που διαμαρτύρονται. Γιατί τόση φασαρία για μερικά εκατομμύρια που πήγαν στο ποδόσφαιρο, ένα δημοφιλές άθλημα που συγκινεί δεκάδες χιλιάδες κόσμου και συντηρεί εκατοντάδες οικογένειες;

Ο λόγος, πιστεύω, είναι ότι το ποδόσφαιρο είναι μια από τις λίγες περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος βλέπει ακριβώς πού πηγαίνουν τα λεφτά του. Τα μετεγγραφικά παζάρια για τα ακριβοπληρωμένα αστέρια γίνονται θέμα συζήτησης στα καφενεία, τα κομμωτήρια και τα σαλόνια. Η διαφθορά, η κακοδιαχείριση και η βία που κυριαρχούν στο χώρο του ποδοσφαίρου είναι γνωστά ακόμα και στον πιο αμέτοχο πολίτη. Για αυτό και τα επιχειρήματα των σωματείων μόνο θυμηδία προκαλούν στο ευρύ κοινό. Πώς αλλιώς μπορεί να αντιδράσει κανείς στο επιχείρημα ότι η επιδότηση των σωματείων κρατά τους νέους μακριά από τα ναρκωτικά και την εγκληματικότητα;

Σε αντίθεση με τα ποδοσφαιρικά σωματεία, οι περισσότεροι λοιποί αποδέκτες της κρατικής γενναιοδωρίας δεν έχουν την ατυχία να βρίσκονται καθημερινά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έτσι κανείς δεν ξέρει που ακριβώς πηγαίνουν τα χρήματα που επιδοτούν, για παράδειγμα, τους παραγωγούς πατατών, σιτηρών, ή αμπελουργικών προϊόντων. Όλοι υποθέτουν ότι οι επιδοτήσεις καταλήγουν σε φτωχούς βιοπαλαιστές. Κάποιο ποσό πηγαίνει βέβαια και σε αυτούς που έχουν ανάγκη. Όμως ο κανόνας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι οι πολλοί παίρνουν τα λίγα και οι λίγοι παίρνουν τα πολλά. Παρόλο που δεν έχω δει στοιχεία για την Κύπρο, οι αριθμοί που προέρχονται από την Ευρώπη και την Αμερική είναι μάλλον αντιπροσωπευτικοί. Το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων καταλήγουν συνήθως σε μερικούς μεγάλους γαιοκτήμονες και επιχειρηματίες.

Αυτό ακριβώς βλέπουμε στο ποδόσφαιρο. Οι περισσότερες ομάδες παίρνουν ψίχουλα, ενώ τη μερίδα του λέοντος μοιράζονται οι μεγάλες ομάδες της Α' κατηγορίας, αυτές δηλαδή που είναι πρωτίστως υπεύθυνες για τη σήψη. Όμως ευτυχώς που υπάρχει και το ποδόσφαιρο για να δίνει στους πολίτες μια ιδέα για το που πηγαίνουν οι φόροι που πληρώνουν. Είμαι βέβαιος ότι οι πολίτες θα ήθελαν να ξέρουν πώς ακριβώς κατανέμονται και οι υπόλοιπες χορηγίες και επιδοτήσεις που δίνει το κράτος. Έχω την υποψία ότι πολλοί θα εκπλαγούν αν δουν πόσοι και ποιοι είναι οι κύριοι αποδέκτες της κρατικής αρωγής. Ίσως τότε να αρχίσουμε να αναθεωρούμε μερικές από τις πολιτικές μας που εδώ και δεκαετίες βρίσκονται στο απυρόβλητο.

Πολίτης, 20/7/2003

13 Ιουλίου 2003

Αδιόριστοι δάσκαλοι και αποκέντρωση της Παιδείας

Η ανεργία μπαίνει σιγά-σιγά στη ζωή και των δασκάλων. Φέτος για πρώτη φορά ο αριθμός νέων πτυχιούχων στην δημοτική εκπαίδευση θα είναι σημαντικά μεγαλύτερος του αριθμού νέων θέσεων στα σχολεία. Παρά τις δυσκολίες που θα προκαλέσει στους νέους απόφοιτους, η εμφάνιση της ανεργίας σε αυτό τον τομέα είναι υγιές φαινόμενο. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η δημοτική εκπαίδευση πρέπει να καταστεί λιγότερη ελκυστική και να σταματήσει να απορροφά τους ικανότερους νέους μας.

Όμως η εμφάνιση της ανεργίας δημιουργεί και ένα πονοκέφαλο. Ποιοι από τους απόφοιτους θα διοριστούν φέτος και ποιοι θα αναγκαστούν να περιμένουν; Υπάρχουν δύο επιλογές. Η μια είναι να ακολουθήσουμε την πεπατημένη και να βασιστούμε στους κατάλογους διοριστέων. Η λύση αυτή είναι μεν καταστροφική, όπως όλοι παραδέχονται, είναι όμως εύκολη. Η άλλη επιλογή είναι να φτιάξουμε ένα σύστημα αξιολόγησης και πρόσληψης εκπαιδευτικών που να βασίζεται στις ικανότητες των υποψηφίων και όχι στην ημερομηνία απόκτησης του πτυχίου τους. Αυτή η επιλογή είναι δύσκολη και χρειάζεται δημιουργικότητα και φαντασία. Πάνω από όλα, όμως, χρειάζεται τόλμη ενάντια στις βέβαιες αντιδράσεις όσων βολεύονται από το υφιστάμενο σύστημα και όσων ασπάζονται την νοοτροπία του εφησυχασμού.

Χρειάζεται να βρεθεί ένας τρόπος αξιολόγησης των υποψηφίων με αξιοκρατικά κριτήρια. Πώς θα γίνει αυτή η αξιολόγηση; Ποιος θα αποφασίσει κατά πόσον ο τάδε υποψήφιος με το Α πτυχίο είναι καλύτερος από το δείνα υποψήφιο με το Β πτυχίο; Μια λύση, σχετικά εύκολη κι αυτή, είναι οι γραπτές εξετάσεις. Όμως οι εξετάσεις αξιολογούν μόνο τις γνώσεις των υποψηφίων και όχι όλα τα άλλα προσόντα που χρειάζεται να έχει ένας καλός εκπαιδευτικός. Χρειάζεται κάτι παραπάνω.

Η δύσκολη αλλά και αποτελεσματική λύση είναι η αποκέντρωση της παιδείας. Να δοθεί στο κάθε σχολείο (ή σχολική εφορεία) η εξουσία για πρόσληψη νέων δασκάλων. Οι υποψήφιοι να αξιολογούνται από επιτροπή η οποία να απαρτίζεται από τη διεύθυνση του σχολείου και εκπροσώπους του διδακτικού προσωπικού, των γονέων και του Υπουργείου. Οι δάσκαλοι και οι γονείς είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και έχουν κάθε λόγο να θέλουν την πρόσληψη ικανών εκπαιδευτικών. Πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο. Ο κίνδυνος παρατυπιών και ευνοιοκρατικών προσλήψεων πάντα υπάρχει, όπως η εμπλοκή όλων αυτών των μερών στη διαδικασία θα περιορίσει αυτό τον κίνδυνο στο ελάχιστο.

Η πιο πάνω εισήγηση αποτελεί ένα πρώτο βήμα για την αποκέντρωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Θα πρέπει να ακολουθήσουν κι άλλα, όπως η δημιουργία μηχανισμών που να δίνουν κίνητρα και να ανταμείβουν αυτούς που προσφέρουν. Η ανελαστική διαχείριση από το Υπουργείο Παιδείας πνίγει κάθε διάθεση για ανάληψη προσωπικής πρωτοβουλίας. Έχει καταντήσει κοινοτοπία να λέμε ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα νοσεί. Η περίπτωση των δασκάλων προσφέρει στη κυβέρνηση μια μοναδική ευκαιρία να πρωτοπορήσει υιοθετώντας νέες και τολμηρές πρακτικές.

Πολίτης, 13/7/2003