11 Ιουλίου 2010

Ώρα για αναζήτηση συγκλίσεων

Το ξέσπασμα του Προέδρου Χριστόφια κατά της Βουλής των Αντιπροσώπων αποτυπώνει με τον πιο παραστατικό τρόπο το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η πολιτική ηγεσία του τόπου. Κυβέρνηση και Βουλή βρίσκονται εδώ και καιρό σε μια συγκρουσιακή πορεία από την οποία κανείς δεν μπορεί να βγει κερδισμένος. Από τη μια η κυβέρνηση προσπαθεί να εφαρμόσει την δική της πολιτική χωρίς να διαβουλεύεται με τα κόμματα, ενώ από την άλλη η Βουλή προχωρεί μονομερώς σε αποφάσεις που ανατρέπουν τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς και φέρνουν την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση.

Με αυτά τα δεδομένα, η αγανάκτηση του Προέδρου είναι σε κάποιο βαθμό κατανοητή. Βλέπω μάλιστα με συμπάθεια τις θέσεις της κυβέρνησης στα περισσότερα από τα ζητήματα στα οποία συγκρούστηκε με τη Βουλή (εκ μητρογονίας πρόσφυγες, μείωση ΦΠΑ σε ξενοδοχεία και εστιατόρια, ψηφιακή πλατφόρμα). Όμως η αναφορά του Προέδρου σε "κυβερνώσα βουλή" ήταν ιδιαίτερα ατυχής. Η Βουλή έχει κάθε δικαίωμα να νομοθετεί όπως θεωρεί σωστό, είτε αυτό αρέσει στην κυβέρνηση (και σε μένα) είτε όχι.  Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που Βουλή και κυβέρνηση είχαν διαφορετικές απόψεις. Το 2002 η τότε κυβέρνηση πίεζε για μια εισοδηματικά ουδέτερη φορολογική μεταρρύθμιση, όμως η Βουλή ψήφισε μια πιο "φιλολαϊκή" μεταρρύθμιση η οποία συνέβαλε στα μεγάλα ελλείμματα της περιόδου 2002-2004. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας και το κόμμα του βρίσκονταν τότε στην αντίπερα όχθη. Ήταν και τότε "κυβερνώσα" η  Βουλή;

Οι συγκρούσεις αυτές αποτελούν παθογένεια του προεδρικού συστήματος και του τρόπου που έχει λειτουργήσει στην Κύπρο. Στις τέσσερις από τις πέντε τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις η εκλογή Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας έγινε στη βάση κάποιας ευκαιριακής συμμαχίας που στήθηκε άρον-άρον μετά την πρώτη Κυριακή των εκλογών. Οι συμμαχίες αυτές εδράζονται σε μια λογική συναλλαγής. Τα μικρά κόμματα λαμβάνουν υπουργεία, θέσεις σε συμβούλια και ημικρατικούς οργανισμούς και διάφορα άλλα δώρα ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια που θα δώσουν στον ισχυρό εταίρο να κερδίσει την προεδρία και να ασκήσει την πολιτική του.

Οι ισορροπίες είναι όμως λεπτές και οι συμμαχίες συχνά καταρρέουν. Παρόλο που το ΔΗΚΟ είναι τυπικά ακόμα στην κυβέρνηση, η κυβέρνηση Χριστόφια βρίσκεται σήμερα στην ίδια πολιτική απομόνωση στην οποία βρέθηκε η κυβέρνηση Κληρίδη το 2000, έχοντας όμως να αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα στον τομέα της οικονομίας. Δεν είναι καιρός για θεσμικές συγκρούσεις αλλά για διάλογο προς αναζήτηση συγκλίσεων. Η κυβέρνηση, ως εκτελεστική εξουσία, έχει πρώτιστα την ευθύνη να επιζητήσει το διάλογο και να πετύχει τις συγκλίσεις. Αν προσπαθήσει και δεν τα καταφέρει, τότε θα μπορεί να ρίξει το φταίξιμο στα κόμματα και τη Βουλή. Αν όμως δεν προσπαθήσει, τότε η ευθύνη θα είναι όλη δική της.

Πολίτης, 11/7/2010

4 Ιουλίου 2010

Αεροπορικές μαύρες τρύπες

Οι εμπειρογνώμονες στους οποίους αποτάθηκε η κυβέρνηση αποφάνθηκαν ότι τυχόν συγχώνευση των Κυπριακών Αερογραμμών και της Eurocypria θα αποφέρει εξοικονομήσεις της τάξης των €10 εκ. ετησίως. Δυστυχώς δεν ξέρουμε πόσα πληρώσαμε τους συμβούλους της KPMG για να μας πουν αυτό που γνωρίζει κάθε φοιτητής οικονομικών ή διοίκησης επιχειρήσεων, ότι δηλαδή η συγχώνευση δύο εταιρειών μειώνει τις λειτουργικές τους δαπάνες. Δεν φταίνε βέβαια οι σύμβουλοι. Αυτό τους ρωτήσαμε, σε αυτό μας απάντησαν. Και αφού πήραμε την απάντηση που θέλαμε, φαίνεται τώρα ότι οδεύουμε προς συγχώνευση των δύο εταιρειών, κάτι που αν τελικά γίνει θα σηματοδοτεί το κλείσιμο (ακόμα) ενός κεφαλαίου τραγικής κακοδιαχείρισης των κρατικών αερομεταφορέων.

Το 2006 το Κυπριακό κράτος αγόρασε τη Eurocypria - η οποία ήταν μέχρι τότε θυγατρική των Κυπριακών Αερογραμμών - από τη μητρική εταιρεία έναντι του ποσού των €23 εκ.. Η συναλλαγή είχε γίνει στα πλαίσια του σχεδίου αναδιάρθρωσης (και διάσωσης) των Κυπριακών Αερογραμμών. Λιγότερο από τέσσερα χρόνια αργότερα, τον περασμένο Φεβρουάριο, το κράτος κατέβαλε ποσό €35 εκ. ευρώ για να σώσει τη Eurocypria από τη χρεωκοπία. Αν η συγχώνευση της Eurocypria με τις ΚΑ πραγματοποιηθεί, σημαίνει ότι θα επανέλθουμε στο καθεστώς που επικρατούσε μέχρι το 2006 με μόνη διαφορά το ότι συνολικά €58 εκ. θα έχουν στο μεταξύ κάνει φτερά. Υποθέτω θα ήταν αφέλεια να περιμένουμε να δοθούν εξηγήσεις ή - αν είναι δυνατόν - να καταλογιστούν ευθύνες για αυτή την τεράστια διασπάθιση δημόσιου χρήματος.

Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί το κράτος θέτει το συμφέρον των Κυπριακών αερομεταφορέων πιο ψηλά από το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον. Η λύση είναι απλή και ονομάζεται ιδιωτικοποίηση. Δεν υπάρχει σήμερα κανένας οικονομικός λόγος για το κράτος να είναι ιδιοκτήτης αεροπορικών εταιρειών. Η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να δικαιολογηθεί εκεί όπου ο ιδιωτικός τομέας αδυνατεί να προσφέρει ικανοποιητικές υπηρεσίες ή όπου δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στις αερομεταφορές, όπου ο διεθνής αναγωνισμός είναι έντονος και οι επιλογές πάμπολλες. Για αυτό και όλες σχεδόν οι Ευρωπαϊκές χώρες έχουν ιδιωτικοποιήσει τους πρώην εθνικούς αερομεταφορείς. Το επιχείρημα ότι η Κύπρος είναι ειδική περίπτωση λόγω του εθνικού προβλήματος δεν πείθει γιατί υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπιστούν οι όποιες ανησυχίες (π.χ. με τη "χρυσή μετοχή).

Εγκαταλείποντας την ιδιοκτησία αεροπορικών εταιρειών, το κράτος θα μπορέσει να επικεντρωθεί στο στόχο της διαμόρφωσης των συνθηκών που να διασφαλίζουν ασφαλείς αεροπορικές συγκοινωνίες με πολλές επιλογές και χαμηλές τιμές. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να καταστήσει αξιόπιστο το ταλαιπωρημένο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας και να ανοίξει τα Κυπριακά αεροδρόμια σε ξένες εταιρείες. Η αγορά θα φροντίσει για τα υπόλοιπα.

Πολίτης, 4/7/2010

27 Ιουνίου 2010

Κακή πολιτική το πάγωμα των προσλήψεων

Το πάγωμα των προσλήψεων είναι το πρώτο μέτρο που υιοθετούν όλες οι κυβερνήσεις σε περιόδους δημοσιονομικής στενότητας. Πρόκειται για μια πολιτικά εύκολη λύση γιατί δεν υπάρχουν συγκεκριμένα θύματα για να διαμαρτυρηθούν. Αυτοί που ζημιώνουν είναι κυρίως αυτοί που θα προσλαμβάνονταν, οι οποίος όμως είναι άγνωστοι. Έτσι βολεύεται τόσο η κυβέρνηση, γιατί δεν αντιμετωπίζει αντιδράσεις, όσο και η αντιπολίτευση, η οποία ευελπιστεί ότι θα έχει αυτή την ευκαιρία να πληρώσει τις θέσεις όταν πάρει την εξουσία.

Η παρούσα κυβέρνηση δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ομολογουμένως εντυπωσιακή η συχνότητα με την οποία ενημερωνόμαστε για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων: μείωση κατά 490 από την αρχή του έτους μέχρι τέλος Απριλίου, μείωση κατά 530 μέχρι τέλος Μαϊου. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κάτι τέτοιο παρατηρείται για πρώτη φορά στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν πράγματι διαθέτει στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό, είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα ήθελαν να τα δούν.

Το πρόβλημα με το πάγωμα των προσλήψεων είναι ότι αποτελεί προσωρινό μέτρο το οποίο δεν λύνει το διαρθρωτικό πρόβλημα της διόγκωσης του κρατικού μισθολογίου. Εξ όσων γνωρίζουμε καμιά θέση στο δημόσιο δεν έχει καταργηθεί και κανένα κυβερνητικό τμήμα δεν έχει κλείσει. Το πάγωμα των προσλήψεων απλώς μεταθέτει τις ανάγκες για μικρό χρονικό διάστημα και μόλις τα δημόσια ταμεία ανασάνουν γίνονται σωρηδόν νέες προσλήψεις και το πρόβλημα διαιωνίζεται. Αυτό τον κύκλο τον έχουμε διαγράψει αρκετές φορές. Η προεδρία Παπαδόπουλου είχε ξεκινήσει με πάγωμα προσλήψεων, και μόλις έξι χρόνια αργότερα βρισκόμαστε πάλι στο ίδιο σημείο.

Πέραν του ότι δεν προσφέρει μόνιμες λύσεις, το πάγωμα των προσλήψεων δημουργεί και επιπρόσθετα προβλήματα. Η δημόσια υπηρεσία έχει μεγάλη ανάγκη από εκσυγχρονισμό. Χρειάζεται νέους ανθρώπους με νέες ιδέες και σύγχρονες αντιλήψεις, ανθρώπους που να είναι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες. Το πάγωμα των προσλήψεων καθυστερεί την ανανέωση της δημόσιας υπηρεσίας και αδικεί τους νέους. Σε μια περίοδο που η ανεργία των νέων βρίσκεται στο 18%, το κράτος κλείνει μια σημαντική προοπτική εργοδότησης, κυρίως για τους πτυχιούχους νέους.

Το πρόβλημα της συνεχούς διόγκωσης του κρατικού μισθολογίου δεν μπορεί να λυθεί με προσωρινά μέτρα. Αν υπάρχει υπερβολικός αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, ας γίνουν οι απαραίτητες μελέτες και να καταργηθούν οι θέσεις που δεν χρειάζονται. Όμως υποψιάζομαι ότι τα περιθώρια κατάργησης θέσεων είναι μικρά. Οι μόνες μόνιμες λύσεις είναι η κατάργηση των αυτόματων αυξήσεων στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και η μείωση των κλιμάκων εισδοχής για τους νεοπροσληφθέντες. Είμαι βέβαιος ότι οι χιλιάδες νέοι που προσδοκούν σε εργοδότηση στο δημόσιο θα προτιμούσαν μια θέση με 15% χαμηλότερες απολαβές από τον εφιάλτη της ανεργίας.

Πολίτης, 27/6/2010

20 Ιουνίου 2010

Επικίνδυνος συγκεντρωτισμός

Η μεταβίβαση της αρμοδιότητας της διαχείρισης του δημόσιου χρέους από την Κεντρική Τράπεζα στο Υπουργείο Οικονομικών είναι μια από τις πιο ανησυχητικές οικονομικές αποφάσεις της κυβέρνησης Χριστόφια. Όχι τόσο λόγω της ουσίας της απόφασης (παρόλο που και εκεί υπάρχει σοβαρό πρόβλημα) αλλά κυρίως γιατί προδίδει τάσεις αυταρχισμού και συγκεντρωτισμού που δεν συμβαδίζουν με την εικόνα μιας σύγχρονης Ευρωπαϊκής χώρας.

Δεν υπάρχει μία και μοναδική διεθνώς αποδεκτή πρακτική διαχείρισης του δημόσιου χρέους. Κάθε χώρα διαθέτει κάποιας μορφής υπηρεσία που αναλαμβάνει αυτή την αποστολή. Σε πολλές χώρες η υπηρεσία αυτή υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών, σε άλλες στην Κεντρική Τράπεζα, ενώ σε άλλες αποτελεί ανεξάρτητη αρχή. Το πλεονέκτημα της ύπαρξης ανεξάρτητης αρχής είναι ότι επιτρέπει τη διαχείριση στη βάση τεχνοκρατικών κριτηρίων και όχι για σκοπούς εξυπηρέτησης της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης. Όμως η δημιουργία ξεχωριστής αρχής σε μια μικρή χώρα με περιορισμένη εμπειρογνωμοσύνη όπως η Κύπρος ίσως είναι πολυτέλεια. Από καθαρά τεχνοκρατική σκοπιά, αυτό που έχει σημασία είναι η υπηρεσία αυτή να είναι καλά στελεχωμένη, να έχει σαφείς αρμοδιότητες, να λειτουργεί με διαφάνεια, να ενημερώνει και να λογοδοτεί για τα πεπραγμένα της, και κυρίως να λειτουργεί ανεξάρτητα από πολιτικές πιέσεις, όπου κι αν υπάγεται.

Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό: ποια διευθέτηση προσφέρει τις καλύτερες συνθήκες ώστε η διαχείριση του δημόσιου χρέους να γίνεται ανεξάρτητα και μακριά από πολιτικές πιέσεις; Η απάντηση είναι εξίσου απλή και προφανής. Οι πιέσεις θα είναι πολύ μεγαλύτερες στο ΥΠΟΙΚ, όπου η εκάστοτε κυβέρνηση θα θέλει να παρέμβει με στόχο να αποκομίσει εκλογικό όφελος. Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι διαφωτιστικό και θα πρέπει να μας προβληματίσει. Το ΥΠΟΙΚ της Κύπρου έχει μια μακρά και καθόλου τιμητική προϊστορία παραγωγής αριθμών και εκτιμήσεων που βολεύουν την εκάστοτε κυβέρνηση. Το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα έντονο την τελευταία διετία και έχει συμβάλει στην κακή διαχείριση της οικονομικής κρίσης.

Είναι πολύ δύκολο να δικαιολογήσει κανείς την κίνηση αυτή της κυβέρνησης με βάση οικονομικά κριτήρια. Είναι ξεκάθαρο ότι η απόφαση έχει τις ρίζες της στην αντιπαράθεση που ξέσπασε από τις πρώτες βδομάδες μετά την εκλογή Χριστόφια με την άρνηση του Διοικητή της ΚΤ να συμμορφωθεί με την υπόδειξη της κυβέρνησης για πώληση των αποθεμάτων χρυσού. Η εικόνα που βγαίνει προς τα έξω είναι ότι η κυβέρνηση δεν σέβεται τους θεσμούς και συγκεντρώνει εξουσίες για να ελέγχει τόσο τις αποφάσεις όσο και την πληροφόρηση. Αν η εικόνα αυτή εμπεδωθεί, η Κύπρος κινδυνεύει να χάσει την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών, με όποιες αρνητικές συνέπειες αυτό συνεπάγεται.

Πολίτης, 20/6/2010

* Περισσότερες πληροφορίες για θέματα διαχείρισης δημόσιου χρέους:

1. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Παγκόσμια Τράπεζα, "Guidelines for Public Debt Management," 2003.

2. Stephanou C. and D. Vittas, "Public debt management and debt market development in Cyprus: Evolution, current challenges and policy options", December 2006, Δοκίμιο Οικονομικής Πολιτικής 12-06, Κέντρο Οικονομικών Ερευνών, Πανεπιστήμιο Κύπρου.

13 Ιουνίου 2010

Στο ίδιο έργο θεατές

Για μια ακόμα φορά η κυβέρνηση κατάφερε να δημιουργήσει αναστάτωση στις αγορές, αφήνοντας να αιωρούνται φήμες και εικασίες για επιβολή έκτακτου εταιρικού φόρου. Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Τους τελευταίους εννέα μήνες η κυβέρνηση έχει ρίξει στο τραπέζι σωρεία προτάσεων για αύξηση των κρατικών εσόδων. Ανάμεσα σε αυτές τις προτάσεις υπήρχαν και πολλές καλές ιδέες. Όμως σε κάθε περίπτωση τα προτεινόμενα μέτρα ήταν ανεπαρκώς επεξεργασμένα και αιτιολογημένα, με αποτέλεσμα με το πρώτο κύμα (αναμενόμενων) αντιδράσεων η κυβέρνηση να αναγκάζεται κάθε φορά να υποχωρεί ατάκτως.

Ασφαλώς καμιά εταιρεία δεν πρόκειται να βουλιάξει αν κληθεί να πληρώσει ένα επιπρόσθετο φόρο της τάξης του 1% επί των κερδών. Το πρόβλημα είναι η αβεβαιότητα που δημιουργείται, κυρίως όσον αφορά τις ξένες εταιρείες και το καθεστώς της Κύπρου ως χώρας με ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Το 1% είναι μικρό ποσοστό, όμως η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει είναι δυσανάλογα μεγάλη. Όσο κι αν η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι το μέτρο είναι προσωρινό, κάποιοι πιθανόν να ανησυχήσουν ότι είναι απλώς το πρώτο βήμα και ότι έπονται κι άλλες αυξήσεις. Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από την απροθυμία της κυβέρνησης να λάβει μόνιμα μέτρα μείωσης του ελλείμματος. Η αβεβαιότητα που δημιουργείται πλήττει την ικανότητα της Κύπρου να προσελκύσεις ξένες εταιρείες.

Το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που η οικονομία έξακολουθεί να βρίσκεται σε ύφεση. Η Κεντρική Τράπεζα μόλις έχει αναθεωρήσει προς τα κάτω τις εκτιμήσεις της για την ανάπτυξη το 2010, προβλέποντας αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης (-0,5%) και για αυτή τη χρονιά. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση της ΚΤ, η ύφεση στη ζώνη του ευρώ διήρκησε τέσσερα τρίμηνα ενώ η κυπριακή οικονομία ήδη καταγράφει ύφεση τα τελευταία πέντε τρίμηνα. Σε τέτοιες συνθήκες οι κυβερνήσεις μπορούν να ενισχύσουν τις οικονομίες τους αυξάνοντας τις δημόσιες δαπάνες. Η δημοσιονομική κατάσταση της Κύπρου δεν αφήνει πολλά περιθώρια κινήσεων προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσε όμως να αποφευχθεί η επιβολή νέων φορολογιών και η δημιουργία αρνητικού κλίματος στην αγορά μέχρι η οικονομία να ανακάμψει.

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαχειρίζεται το δημοσιονομικό έλλειμμα ως προσωρινό πρόβλημα. Επιεκντρώνεται σε μέτρα που στοχεύουν να αποφέρουν άμεσα αλλά προσωρινής φύσεως έσοδα για το κράτος και δεν κάνει καμία προσπάθεια μόνιμης συγκράτησης των δαπανών. Η πολιτική αυτή τελικά θα βλάψει - εκτός από την οικονομία - και την ίδια την κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα. Αν ληφθούν μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης τώρα, μέχρι τις επόμενες προεδρικές εκλογές οι αντιδράσεις θα έχουν κοπάσει και η κυβέρνηση θα έχει κάποια αποτελέσματα να δείξει. Αν συνεχίσει να κωλυσιεργεί, το 2012 θα έχει πολύ δύσκολο έργο.

Πολίτης, 13/6/2010