3 Αυγούστου 2003
Μερικοί μύθοι για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα
Λέγεται, για παράδειγμα, ότι η εισαγωγή μεταχειρισμένων μειώνει την ποιότητα του αυτοκινητιστικού στόλου. Εκ πρώτης όψεως, η δήλωση αυτή μοιάζει με ταυτολογία. Κι όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Υπάρχουν δύο κατηγορίες αγοραστών εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει αυτούς που, αν δεν είχαν την επιλογή του μεταχειρισμένου, θα αγόραζαν καινούριο όχημα. Η ύπαρξη των μεταχειρισμένων ωθεί αυτούς τους καταναλωτές σε παλαιότερα αυτοκίνητα και άρα αυξάνει την ηλικία του στόλου. Υπάρχει όμως και η δεύτερη κατηγορία, η οποία περιλαμβάνει κυρίως καταναλωτές χαμηλών οικονομικών στρωμάτων. Η ύπαρξη των μεταχειρισμένων δίνει σε αυτούς τους καταναλωτές την ευκαιρία να αντικαταστήσουν το παλιό τους σαραβαλάκι με ένα καλής ποιότητας μεταχειρισμένο, κάτι που τείνει να βελτιώσει την ποιότητα του στόλου.
Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι και οι δύο επιδράσεις είναι σημαντικές: η εισαγωγή μεταχειρισμένων έχει οδηγήσει στη μείωση των πωλήσεων καινούριων αυτοκινήτων, αλλά και σε σημαντική αύξηση των συνολικών πωλήσεων. Είναι δύσκολο να πει κανείς ποια από τις δύο επιπτώσεις είναι πιο σημαντική χωρίς μια πιο προσεκτική ανάλυση της αγοράς. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρέπει να κοιτάζουμε τις αλλαγές μόνο στη μέση ηλικία των αυτοκινήτων, αλλά σε ολόκληρη την ηλικιακή κατανομή. Μπορεί η εισαγωγή μεταχειρισμένων να αυξάνει ελαφρά τη μέση ηλικία αλλά ταυτόχρονα να συντείνει στην απόσυρση αυτοκινήτων μεγάλης ηλικίας, κάτι που είναι βέβαια θετικό.
Μήπως όμως τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα είναι ανασφαλή και μολύνουν την ατμόσφαιρα; Δεν έχω δει πουθενά στοιχεία για το πόσα ακριβώς δυστυχήματα προκαλούνται κάθε χρόνο από μηχανική βλάβη. Όμως, η εντύπωση που σχηματίζει κανείς παρακολουθώντας την επικαιρότητα είναι ότι αιτία όλων σχεδόν των σοβαρών ατυχημάτων είναι ο ανθρώπινος παράγοντας και όχι μηχανική βλάβη. Ούτε και ο ισχυρισμός ότι τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα μολύνουν την ατμόσφαιρα αντέχει σε σοβαρή κριτική. Παρόλο που δεν είμαι ειδικός, έχω την εντύπωση ότι ο σοβαρότερος παράγοντας ατμοσφαιρικής ρύπανσης από καύσιμα είναι ο μόλυβδος. Εδώ ακριβώς είναι η ειρωνεία: τα καινούρια αυτοκίνητα στην Κύπρο χρησιμοποιούν μολυβδούχα βενζίνη (ελέω διυλιστηρίου, αλλά αυτή είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία), ενώ τα μεταχειρισμένα χρησιμοποιούν αμόλυβδη. Μπορεί δηλαδή τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα να προκαλούν τελικά λιγότερη μόλυνση από ότι τα καινούρια.
Εν πάσει περιπτώσει, τα προβληματικά αυτοκίνητα εντοπίζονται στις επιθεωρήσεις (ή δεν παρουσιάζονται καν για επιθεώρηση) και αποσύρονται από την κυκλοφορία. Οι ιδιοκτήτες αυτών των αυτοκινήτων είναι υποχρεωμένοι να αγοράσουν κάτι καλύτερο. Ένας ακόμα λόγος να διατηρήσουμε την επιλογή του ποιοτικού μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, μια επιλογή που για πολλούς Κύπριους είναι η μόνη οικονομικά συμφέρουσα.
Πολίτης, 3/8/2003
20 Ιουλίου 2003
Ευτυχώς που υπάρχει και το ποδόσφαιρο
Η επιδότηση των ποδοσφαιρικών σωματείων είναι ένα εξωφρενικό φαινόμενο το οποίο για χρόνια ήμουν με την εντύπωση ότι μόνο εμένα ενοχλούσε. Ομολογώ ότι εκπλάγηκα από τις έντονες απόψεις που ακούστηκαν τις τελευταίες μέρες εναντίον των σωματείων τόσο από τα έδρανα της Βουλής όσο και στις στήλες των εφημερίδων. Εκπλάγηκα γιατί ούτε οι βουλευτές ούτε οι δημοσιογράφοι μάς έχουν συνηθίσει σε τέτοιες αντιδράσεις. Το κράτος επιδοτεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλές αποτυχημένες βιομηχανίες αλλά ελάχιστοι είναι αυτοί που διαμαρτύρονται. Γιατί τόση φασαρία για μερικά εκατομμύρια που πήγαν στο ποδόσφαιρο, ένα δημοφιλές άθλημα που συγκινεί δεκάδες χιλιάδες κόσμου και συντηρεί εκατοντάδες οικογένειες;
Ο λόγος, πιστεύω, είναι ότι το ποδόσφαιρο είναι μια από τις λίγες περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος βλέπει ακριβώς πού πηγαίνουν τα λεφτά του. Τα μετεγγραφικά παζάρια για τα ακριβοπληρωμένα αστέρια γίνονται θέμα συζήτησης στα καφενεία, τα κομμωτήρια και τα σαλόνια. Η διαφθορά, η κακοδιαχείριση και η βία που κυριαρχούν στο χώρο του ποδοσφαίρου είναι γνωστά ακόμα και στον πιο αμέτοχο πολίτη. Για αυτό και τα επιχειρήματα των σωματείων μόνο θυμηδία προκαλούν στο ευρύ κοινό. Πώς αλλιώς μπορεί να αντιδράσει κανείς στο επιχείρημα ότι η επιδότηση των σωματείων κρατά τους νέους μακριά από τα ναρκωτικά και την εγκληματικότητα;
Σε αντίθεση με τα ποδοσφαιρικά σωματεία, οι περισσότεροι λοιποί αποδέκτες της κρατικής γενναιοδωρίας δεν έχουν την ατυχία να βρίσκονται καθημερινά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Έτσι κανείς δεν ξέρει που ακριβώς πηγαίνουν τα χρήματα που επιδοτούν, για παράδειγμα, τους παραγωγούς πατατών, σιτηρών, ή αμπελουργικών προϊόντων. Όλοι υποθέτουν ότι οι επιδοτήσεις καταλήγουν σε φτωχούς βιοπαλαιστές. Κάποιο ποσό πηγαίνει βέβαια και σε αυτούς που έχουν ανάγκη. Όμως ο κανόνας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι οι πολλοί παίρνουν τα λίγα και οι λίγοι παίρνουν τα πολλά. Παρόλο που δεν έχω δει στοιχεία για την Κύπρο, οι αριθμοί που προέρχονται από την Ευρώπη και την Αμερική είναι μάλλον αντιπροσωπευτικοί. Το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων καταλήγουν συνήθως σε μερικούς μεγάλους γαιοκτήμονες και επιχειρηματίες.
Αυτό ακριβώς βλέπουμε στο ποδόσφαιρο. Οι περισσότερες ομάδες παίρνουν ψίχουλα, ενώ τη μερίδα του λέοντος μοιράζονται οι μεγάλες ομάδες της Α' κατηγορίας, αυτές δηλαδή που είναι πρωτίστως υπεύθυνες για τη σήψη. Όμως ευτυχώς που υπάρχει και το ποδόσφαιρο για να δίνει στους πολίτες μια ιδέα για το που πηγαίνουν οι φόροι που πληρώνουν. Είμαι βέβαιος ότι οι πολίτες θα ήθελαν να ξέρουν πώς ακριβώς κατανέμονται και οι υπόλοιπες χορηγίες και επιδοτήσεις που δίνει το κράτος. Έχω την υποψία ότι πολλοί θα εκπλαγούν αν δουν πόσοι και ποιοι είναι οι κύριοι αποδέκτες της κρατικής αρωγής. Ίσως τότε να αρχίσουμε να αναθεωρούμε μερικές από τις πολιτικές μας που εδώ και δεκαετίες βρίσκονται στο απυρόβλητο.
Πολίτης, 20/7/200313 Ιουλίου 2003
Αδιόριστοι δάσκαλοι και αποκέντρωση της Παιδείας
Η ανεργία μπαίνει σιγά-σιγά στη ζωή και των δασκάλων. Φέτος για πρώτη φορά ο αριθμός νέων πτυχιούχων στην δημοτική εκπαίδευση θα είναι σημαντικά μεγαλύτερος του αριθμού νέων θέσεων στα σχολεία. Παρά τις δυσκολίες που θα προκαλέσει στους νέους απόφοιτους, η εμφάνιση της ανεργίας σε αυτό τον τομέα είναι υγιές φαινόμενο. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η δημοτική εκπαίδευση πρέπει να καταστεί λιγότερη ελκυστική και να σταματήσει να απορροφά τους ικανότερους νέους μας.
Όμως η εμφάνιση της ανεργίας δημιουργεί και ένα πονοκέφαλο. Ποιοι από τους απόφοιτους θα διοριστούν φέτος και ποιοι θα αναγκαστούν να περιμένουν; Υπάρχουν δύο επιλογές. Η μια είναι να ακολουθήσουμε την πεπατημένη και να βασιστούμε στους κατάλογους διοριστέων. Η λύση αυτή είναι μεν καταστροφική, όπως όλοι παραδέχονται, είναι όμως εύκολη. Η άλλη επιλογή είναι να φτιάξουμε ένα σύστημα αξιολόγησης και πρόσληψης εκπαιδευτικών που να βασίζεται στις ικανότητες των υποψηφίων και όχι στην ημερομηνία απόκτησης του πτυχίου τους. Αυτή η επιλογή είναι δύσκολη και χρειάζεται δημιουργικότητα και φαντασία. Πάνω από όλα, όμως, χρειάζεται τόλμη ενάντια στις βέβαιες αντιδράσεις όσων βολεύονται από το υφιστάμενο σύστημα και όσων ασπάζονται την νοοτροπία του εφησυχασμού.
Χρειάζεται να βρεθεί ένας τρόπος αξιολόγησης των υποψηφίων με αξιοκρατικά κριτήρια. Πώς θα γίνει αυτή η αξιολόγηση; Ποιος θα αποφασίσει κατά πόσον ο τάδε υποψήφιος με το Α πτυχίο είναι καλύτερος από το δείνα υποψήφιο με το Β πτυχίο; Μια λύση, σχετικά εύκολη κι αυτή, είναι οι γραπτές εξετάσεις. Όμως οι εξετάσεις αξιολογούν μόνο τις γνώσεις των υποψηφίων και όχι όλα τα άλλα προσόντα που χρειάζεται να έχει ένας καλός εκπαιδευτικός. Χρειάζεται κάτι παραπάνω.
Η δύσκολη αλλά και αποτελεσματική λύση είναι η αποκέντρωση της παιδείας. Να δοθεί στο κάθε σχολείο (ή σχολική εφορεία) η εξουσία για πρόσληψη νέων δασκάλων. Οι υποψήφιοι να αξιολογούνται από επιτροπή η οποία να απαρτίζεται από τη διεύθυνση του σχολείου και εκπροσώπους του διδακτικού προσωπικού, των γονέων και του Υπουργείου. Οι δάσκαλοι και οι γονείς είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και έχουν κάθε λόγο να θέλουν την πρόσληψη ικανών εκπαιδευτικών. Πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο. Ο κίνδυνος παρατυπιών και ευνοιοκρατικών προσλήψεων πάντα υπάρχει, όπως η εμπλοκή όλων αυτών των μερών στη διαδικασία θα περιορίσει αυτό τον κίνδυνο στο ελάχιστο.
Η πιο πάνω εισήγηση αποτελεί ένα πρώτο βήμα για την αποκέντρωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Θα πρέπει να ακολουθήσουν κι άλλα, όπως η δημιουργία μηχανισμών που να δίνουν κίνητρα και να ανταμείβουν αυτούς που προσφέρουν. Η ανελαστική διαχείριση από το Υπουργείο Παιδείας πνίγει κάθε διάθεση για ανάληψη προσωπικής πρωτοβουλίας. Έχει καταντήσει κοινοτοπία να λέμε ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα νοσεί. Η περίπτωση των δασκάλων προσφέρει στη κυβέρνηση μια μοναδική ευκαιρία να πρωτοπορήσει υιοθετώντας νέες και τολμηρές πρακτικές.
Πολίτης, 13/7/200322 Ιουνίου 2003
Ιδιωτικά ή κρατικά μονοπώλια;
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον "Π" ο Υπουργός Εμπορίου εξέφρασε την θέση ότι τα κρατικά μονοπώλια είναι προτιμότερα από τα ιδιωτικά. Εκ πρώτης όψεως δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς με αυτή την τοποθέτηση. Στο κάτω-κάτω τα μονοπώλια πραγματοποιούν υπερκέρδη και είναι σίγουρα προτιμότερο τα κέρδη αυτά να περνούν στα κρατικά ταμεία παρά στην τσέπη κάποιου ιδιώτη που δεν χρειάστηκε να κοπιάσει ιδιαίτερα για αυτά.
Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η επιλογή μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής διαχείρισης μιας εταιρείας δεν είναι θέμα του ποιος θα αποκομίζει τα κέρδη. Τα προβλήματα με τους δημόσιους οργανισμούς είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Διευθύνονται από συμβούλια που ως επί το πλείστον είναι άσχετα με τον τομέα δράσης του οργανισμού αφού τα μέλη τους διορίζονται για να εκπροσωπούν κομματικά συμφέροντα. Γίνονται έτσι χώρος συνδιαλλαγής και αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης από την εκάστοτε κυβέρνηση. Η κακοδιαχείριση και οι ατασθαλίες σε θέματα αγοράς αγαθών και υπηρεσιών είναι συχνά φαινόμενα που σπάνια τιμωρούνται γιατί τα πλοκάμια της διαφθοράς φτάνουν συνήθως πολύ ψηλά. Ταυτόχρονα, η έλλειψη κινήτρων και η ισοπέδωση των εργαζομένων καλλιεργεί μια κουλτούρα απάθειας που οδηγεί σε χαμηλή παραγωγικότητα. Η απάθεια βέβαια εξαφανίζεται όταν έρθει η ώρα για μισθολογικές ή άλλες διεκδικήσεις τις οποίες καμία κυβέρνηση δεν έχει το θάρρος να απορρίψει. Έτσι αυξάνεται συνεχώς το εργατικό κόστος χωρίς να υπάρχει ανάλογη αύξηση της παραγωγικότητας.
Το αποτέλεσμα είναι οι δημόσιες εταιρείες να μετατρέπονται σε αδηφάγους οργανισμούς που όχι μόνο δεν πραγματοποιούν κέρδη, αλλά αντίθετα απομυζούν τα κρατικά ταμεία. Οι Κυπριακές Αερογραμμές, το Διυλιστήριο, το ΡΙΚ, οι Δασικές Βιομηχανίες είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτυχημένης κρατικής διαχείρισης που συνεχίζεται για δεκαετίες. Ακόμα και οι οργανισμοί που λειτουργούν σχετικά ικανοποιητικά όπως η ΑΤΗΚ και η ΑΗΚ έχουν ψηλά κόστη λειτουργίας τα οποία στο τέλος πληρώνει ο καταναλωτής υπό μορφή αυξημένων τελών. Αυτό πλήττει κυρίως τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα τα οποία ξοδεύουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τις υπηρεσίες αυτές. Αυτό καταρρίπτει και το μύθο ότι οι ιδιωτικοποιήσεις πλήττουν τους φτωχούς. Οι φτωχοί δεν είναι υπάλληλοι των ημικρατικών, απλώς πληρώνουν για την κακοδιαχείρισή τους.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα είναι δουλειά του ιδιωτικού τομέα. Οι ιδιώτες έχουν και τις ικανότητες αλλά και τους λόγους να διαχειριστούν αποτελεσματικά ένα οργανισμό. Απο κει και πέρα το κράτος πρέπει να διαδραματίσει τον εποπτικό και ρυθμιστικό του ρόλο. Για να γίνει αυτό σωστά απαιτείται η ύπαρξη εποπτικών αρχών που να διαθέτουν την τεχνογνωσία και την ελευθερία δράσης να παρεμβαίνουν όποτε κρίνεται αναγκαίο. Σε αυτό το παιγνίδι είμαστε ακόμα πολύ πίσω. Η προϊστορία του κράτους μας στην εποπτεία των αγορών είναι γεμάτη με αποτυχίες, όπως οι περιπτώσεις των πετρελαιοειδών και των φαρμάκων. Αν αφήσουμε κατά μέρος την επιμονή σε ξεπερασμένες αντιλήψεις μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις εμπειρίες των Ευρωπαίων εταίρων μας.
Πολίτης, 22/6/2003
8 Ιουνίου 2003
Η περιουσία του δημοσίου
Tο προεκλογικό πρόγραμμα του πρόεδρου Παπαδόπουλου περιελάμβανε τη δέσμευση για μη εκχώρηση δημόσιας περιουσίας. Η δογματική αυτή τοποθέτηση βρίσκεται σε αντίθεση με το ιδεολογικό ρεύμα της εποχής. Σε όλες τις σύγχρονες οικονομίες οι κυβερνήσεις μειώνουν την άμεση εμπλοκή τους στην παραγωγική διαδικασία και αναλαμβάνουν ρόλο εποπτικό και ρυθμιστικό. Σε αυτό άλλωστε αποσκοπεί κατά κύριο λόγο το οικονομικό μέρος του Ευρωπαϊκού κεκτημένου το οποίο έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσουμε. Κι όμως, μια μεγάλη μερίδα της πολιτικής μας ηγεσίας έχει μείνει προσκολλημένη στο παρελθόν και αρνείται πεισματικά να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Ανεξάρτητα όμως από τις διεθνείς τάσεις, η τοποθέτηση αυτή για την περιουσία του κράτους προδίδει ατολμία και ιδεολογική σύγχιση. Έχει δικαίωμα ο καθένας να πιστεύει ότι το κράτος πρέπει να αναπτύσσει επιχειρηματική δραστηριότητα στην οικονομία. Όμως μια τέτοια θέση θα πρέπει να συνοδεύεται και από κάποια επιχειρηματολογία που να εξηγά σε ποιους τομείς θα πρέπει να δραστηριοποιείται το κράτος και σε ποιους όχι. Γιατί για παράδειγμα το κράτος να έχει άμεση εμπλοκή στις τηλεπικοινωνίες και όχι στον τραπεζικό τομέα; Είναι μήπως ο τραπεζικός τομέας λιγότερο σημαντικός από τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και τη δασική βιομηχανία; Η θέση ότι "δεν ξεπουλάμε περιουσία του κράτους" συνεπάγεται ότι η εμπλοκή του κράτους θα εξαρτάται από τις ιστορικές συγκυρίες και όχι από την οικονομική λογική.
Υιοθετώντας την ισοπεδωτική αυτή στάση η κυβέρνηση περιόρισε αχρείαστα τις επιλογές της, ειδικά όσον αφορά στη διαχείριση των ημικρατικών οργανισμών. Είμαστε όλοι μάρτυρες κωμικοτραγικών φαινομένων όπως είναι οι ατέρμονες συζητήσεις στη Βουλή για το κατά πόσον η ΑΤΗΚ θα πρέπει ή όχι να συμμετάσχει στην κοινοπραξία για τον δορυφόρο(ή να προβεί σε κάποια άλλη επένδυση). Όλοι γνωρίζουμε ότι πολύ λίγοι από τους βουλευτές μας έχουν έστω και ελάχιστες γνώσεις για αυτό το θέμα και είναι παράλογο και άδικο να περιμένουμε από αυτούς να αποφασίσουν για αυτό. Κι όμως η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να συζητήσει όχι μόνο την ιδιωτικοποίηση αλλά ακόμα και απλή μετοχοποίηση των οργανισμών αυτών. Αντί αυτού ακούμε διάφορες αναφορές για αναζήτηση εναλλακτικών μοντέλων ευέλικτης διαχείρισης. Με άλλα λόγια, αντί να εκμεταλλευτούμε την εμπειρία τόσων άλλων πιο προηγμένων χωρών, πειραματιζόμαστε με την περιουσία του Κύπριου πολίτη επιζητώντας εναλλακτικά και μη δοκιμασμένα μοντέλα.
Η κυβέρνηση έχει αυτοπαγιδευτεί με την προεκλογική της δέσμευση για μη εκχώρηση περιουσίας του δημοσίου και οδηγείται σε επικίνδυνους πειραματισμούς. Ας ελπίσουμε ότι θα επικρατήσουν σοφότερες σκέψεις και η κυβέρνηση θα αναθεωρήσει την πολιτική αυτή. Το όποιο πολιτικό κόστος θα είναι σίγουρα πολύ μικρότερο από το κόστος που θα επωμιστεί ο Κύπριος πολίτης στην αντίθετη περίπτωση.
Πολίτης, 8/6/2003