16 Νοεμβρίου 2008

Οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα

Οι ανακοινώσεις των τραπεζών για αύξηση των χρεωστικών επιτοκίων μας προσγείωσαν στην πραγματικότητα. Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των αρμοδίων, η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει και το Κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών προκαλούν ανησυχία γιατί μαρτυρούν απώλεια ψυχραιμίας τόσο της κυβέρνησης όσο και των τραπεζών, με τη στάση των τελευταίων να φτάνει τα όρια της ανευθυνότητας.

Στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν την αύξηση των επιτοκίων οι τράπεζες τα έβαλαν με τον ανταγωνισμό. Ο έντονος ανταγωνισμός για καταθέσεις οδήγησε σε αύξηση των καταθετικών επιτοκίων και συνεπώς και στην αύξηση των χρεωστικών επιτοκίων. Με αυτό το επιχείρημα θα μπορούσε να δικαιλογηθεί αύξηση των επιτοκίων σε νέες πιστώσεις, δεν μπορεί όμως να δικαιολογηθεί αύξηση των περιθωρίων σε υφιστάμενα δάνεια. Κανείς δεν υποχρέωσε τις τράπεζες να αυξήσουν τα καταθετικά επιτόκια. Αν λανθασμένα έκαναν κάτι τέτοιο, παρόλο που γνώριζαν ότι τα καταθετικά επιτόκια ξεπερνούσαν τα χρεωστικά, τότε τη ζημιά πρέπει να την υποστούν οι διοικήσεις και οι μέτοχοι των τραπεζών και όχι οι πελάτες τους. Οι κακοί χειρισμοί εκ μέρους των τραπεζών δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογία για αύξηση των περιθωρίων σε δάνεια που έχουν παραχωρηθεί σε πολίτες ή επιχειρηματίες με συγκεκριμένους όρους, εφόσον βέβαια οι δανειζόμενοι (ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος) είναι συνεπείς ως προς τις δικές τους υποχρεώσεις.

Η δυνατότητα των τραπεζών να αλλάζουν τα επιτόκια κατά το δοκούν θέτει σε πολύ μειονεκτική θέση τους δανειζόμενους. Η Κεντρική Τράπεζα δηλώνει ότι δεν έχει εξουσία να παρεμβαίνει στους όρους των συμβολαίων, υπάρχει όμως σοβαρό ενδεχόμενο η επιβολή τέτοιων όρων από τις τράπεζες να αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση συλλογικής δεσπόζουσας θέσης. Η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού θα πρέπει να εξετάσει αυτό το ζήτημα, όπως και το θέμα της μείωσης των περιορισμών στη μεταφορά δανείων από τη μια τράπεζα στην άλλη ώστε οι δανειζόμενοι να μην είναι εγκλωβισμένοι σε μία τράπεζα (θέμα που έχει εγείρει και ο Διοικητής της ΚΤ). Μια τέτοια έρευνα θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα συμβόλαια που εγκλωβίζουν τους ασφαλιζόμενους, όπως τα συμβόλαια ασφαλειών ζωής.

Πέρα από την ηθική και νομική πτυχή, θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει τη σοφία της ενέργειας των τραπεζών και από καθαρά επιχειρηματικής σκοπιάς. Η αύξηση των επιτοκίων υφιστάμενων δανείων θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες επισφάλειες και θα δημιουργήσει ρήγματα στις σχέσεις των τραπεζών με τους πελάτες τους. Το κυριότερο όμως είναι ότι το ακραίο μέτρο της μονομερούς αλλαγής των όρων υφιστάμενων συμβολαίων μοιάζει με κίνηση πανικού η οποία δημιουργεί ερωτηματικά για την οικονομική κατάσταση των τραπεζών και στέλλει ανησυχητικά μηνύματα στους καταθέτες. Και όλα αυτά χωρίς να επιλύει το άμεσο πρόβλημα ρευστότητας, αφού οι αυξημένες εισροές θα έρχονται σταδιακά.

Για την ενίσχυση της ρευστότητας οι τράπεζες ζήτησαν τη χαλάρωση των οδηγιών της ΚΤ, θέση που υποστήριξε και το Υπουργείο Οικονομικών. Μέχρι πριν λίγες μέρες ο Υπουργός Οικονομικών καθησύχαζε για την ευρωστία του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος επικαλούμενος κυρίως την πολύ καλή εποπτεία. Είναι επομένως παράδοξο να ζητείται τώρα χαλάρωση των κανονισμών που διαφύλαξαν το τραπεζικό μας σύστημα μέσα σε αυτή την κρίση. Μια εναλλακτική πρόταση ήλθε από την αντιπολίτευση, η οποία εισηγείται την κατάθεση μέρους των αποθεμάτων του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις τράπεζες. Η εισήγηση αυτή θυμίζει παλιές προτάσεις για επένδυση των αποθεμάτων του ΤΚΑ στο ΧΑΚ και στα Συνεργατικά Ιδρύματα. Η θέση για καλύτερη επένδυση των αποθεμάτων του ΤΚΑ με βρίσκει απόλυτο σύμφωνο, κάτι τέτοιο όμως πρέπει να γίνει μόνο μετά από προσεκτική μελέτη και αξιολόγηση όλων των επενδυτικών επιλογών και όχι εν βρασμώ ψυχής σε περίοδο κρίσης. Η τραπεζική ρευστότητα μπορεί να ενισχυθεί με άλλους τρόπους, χωρίς χαλάρωση της εποπτείας και χωρίς εμπλοκή του ΤΚΑ.

Πολίτης, 16/11/2008

22 Ιουνίου 2008

Καιρός για μια ψύχραιμη συζήτηση για την ΑΤΑ

Στην κοινωνία μας υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που θεωρούνται ιερές αγελάδες. Μια τέτοια ιερή αγελάδα είναι ο θεσμός της ΑΤΑ, ο οποίος έχει καθιερωθεί στη λαϊκή συνείδηση ως ασπίδα προστασίας των εργαζομένων. Οποιαδήποτε εισήγηση για επανεξέταση του θεσμού λογίζεται αυτόματα ως επίθεση κατά της εργατικής τάξης, ανεξαρτήτως των επιχειρημάτων που παρατίθενται. Το γεγονός ότι δεν μπορούμε να συζητήσουμε ψύχραιμα και με επιχειρήματα καθαρά τεχνοκρατικά ζητήματα αποτελεί απογοητευτική αντανάκλαση της ποιότητας του δημόσιου διαλόγου αλλά και της δημοκρατίας μας.

Η ΑΤΑ μπορεί να πιστωθεί με την προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και τη διατήρηση της εργατικής ειρήνης. Έχει όμως και αρνητικές επιπτώσεις. Σε μακροοικονομικό επίπεδο ενισχύει τις όποιες ήδη υπάρχουσες πληθωριστικές πιέσεις, κάτι που είναι εμφανές την περίοδο που διανύουμε. Σε μικροοικονομικό επίπεδο η υποχρέωση εφαρμογής της ΑΤΑ σε τομείς της οικονομίας που βρίσκονται σε στασιμότητα ή ύφεση επιβαρύνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις σε αυτούς τους τομείς και επιταχύνει τη φθίνουσα πορεία τους. Θέτει επίσης σε μειονεκτική θέση επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν έντονο διεθνή ανταγωνισμό. Σημαντικές είναι και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις αφού το κράτος είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης του τόπου και η ΑΤΑ συντείνει σημαντικά στη συνεχή διόγκωση του κρατικού μισθολογίου.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι όλα αυτά είναι θεωρητικά και ότι εν πάσει περιπτώσει αντισταθμίζονται και με το παραπάνω από την ευεργετική επίδραση της ΑΤΑ στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Όμως ποιους ακριβώς είναι που προστατεύει η ΑΤΑ; Πέραν από ένα σχετικά μικρό και συνεχώς μειούμενο αριθμό εργαζομένων σε κλάδους όπου ισχύουν συλλογικές συμβάσεις, η ΑΤΑ προστατεύει κυρίως τους εργαζόμενους στο δημόσιο, ημιδημόσιο και τραπεζικό τομέα, τομείς στους οποίους δεν θα βρει κανείς τα πιο χαμηλά οικονομικά στρώματα. Είναι επίσης γνωστό ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή στον οποίο βασίζεται η ΑΤΑ μετρά το κόστος ζωής για το μέσο νοικοκυριό. Τα χαμηλά αμειβόμενα νοικοκυριά ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε είδη πρώτης ανάγκης και έχουν μικρότερη δυνατότητα υποκατάστασης με άλλα προϊόντα. Αυτό σημαίνει ότι η ΑΤΑ προστατεύει δυσανάλογα τους προνομιούχους και υψηλά αμειβόμενους, κυρίως σε περιόδους όπως την τωρινή κατά τις οποίες ο πληθωρισμός εμφανίζεται σε είδη πρώτης ανάγκης.*

Αν στόχος μας είναι να προστατέψουμε τους χαμηλά αμειβόμενους, θα πρέπει λοιπόν να διερωτηθούμε: είναι η ΑΤΑ ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να το πετύχουμε; Μήπως υπάρχουν τρόποι να προσφέρουμε την ίδια ή και περισσότερη στήριξη στους χαμηλά αμειβόμενους με μικρότερο κόστος για την οικονομία και τα δημόσια ταμεία; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να βρεθεί μόνο αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με ανοιχτό μυαλό και στη βάση επιστημονικής ανάλυσης, χωρίς προκατάληψη και αρνητική προδιάθεση.

* Σχετική ανάλυση δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2006 από το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Σύγχρονη Άποψη, Ιούνιος 2008

8 Ιουνίου 2007

Το φυσικό αέριο και η αγορά ενέργειας

Εδώ και μήνες εξελίσσεται μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και ΑΗΚ για το θέμα του φυσικού αερίου. Πρόκειται για μια συζήτηση που είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς, αφ' ενός γιατί το θέμα είναι πολύπλοκο και αφ' ετέρου γιατί τα στοιχεία που βγαίνουν προς τα έξω είναι αποσπασματικά και επιλεγμένα ανάλογα με τη θέση που θέλει να προβάλει το κάθε μέρος.

Μπορεί όμως ακόμα και κάποιος που δεν είναι ειδικός σε θέματα ενέργειας να βγάλει μερικά χρήσιμα συμπεράσματα χρησιμοποιώντας την απλή λογική. Όλοι συμφωνούν ότι θα κατασκευαστεί χερσαίο τερματικό. Το επίμαχο θέμα είναι κατά πόσον είναι συμφέρον να επιδιωχθεί προμήθεια φυσικού αερίου μέσω πλωτής μονάδας για να ικανοποιήσει τις ανάγκες μας στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την κατασκευή του χερσαίου τερματικού. Η κυβέρνηση ευνοεί τη διερεύνηση αυτής της δυνατότητας, ενώ η ΑΗΚ έχει ταχθεί με έντονο και απόλυτο τρόπο εναντίον αυτής της επιλογής.

Γιατί η κυβέρνηση επιμένει στην επιδίωξη πλωτής μονάδας; Η ΑΗΚ (κυρίως οι συντεχνίες της) ισχυρίζονται ότι μια τέτοια κίνηση εξυπηρετεί ξένα ιδιωτικά συμφέροντα, αφήνοντας σαφείς αιχμές εναντίον της κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο βεβαίως δεν μπορεί να αποκλειστεί. Θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι υπάρχουν πιέσεις από μεγάλα συμφέροντα υπέρ της υιοθέτησης της μιας ή της άλλης λύσης. Το ίδιο όμως ερώτημα θα μπορούσε κάποιος να υποβάλει σε σχέση με την ΑΗΚ. Γιατί η ΑΗΚ καταφέρεται με τόση εμμονή εναντίον της πλωτής μονάδας και απορρίπτει το ενδεχόμενο διερεύνησης έστω της πιθανότητας να είναι συμφέρουσα;

Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι πιστεύω απλή. Αν η παροχή φυσικού αερίου γίνει μέσω χερσαίου τερματικού, η διαχείριση του τερματικού θα δοθεί στην ΑΗΚ (αυτό τουλάχιστον ελπίζει ο οργανισμός), κάτι που θα επιτρέψει στην ΑΗΚ να ελέγχει πλήρως την αγορά φυσικού αερίου για το προβλεπτό μάλλον. Αν όμως το φυσικό αέριο έρθει μέσω πλωτής μονάδας, τότε η ΑΗΚ δεν θα μπορεί να ελέγξει την διάθεση του στην Κύπρο. Θα μπορεί δηλαδή κάποιος να κατασκευάσει μονάδα παραγωγής ενέργειας από φυσικό αέριο το οποίο θα αγοράζει από τον ιδιώτη ιδιοκτήτη της πλωτής μονάδας χωρίς η ΑΗΚ να μπορεί να κάνει τίποτα για να τον σταματήσει. Συνεπώς από την απόφαση της κυβέρνησης θα εξαρτηθεί η διαμόρφωση της αγοράς ενέργειας στην Κύπρο για τις επόμενες δεκαετίες. Αν η διαχείριση του χερσαίου τερματικού δοθεί στην ΑΗΚ και ταυτόχρονα αποκλειστεί η διερεύνηση άλλων επιλογών, τότε ουσιαστικά στραγγαλίζεται εν τη γενέσει της η αγορά ενέργειας και εξασφαλίζεται η συνέχιση του μονοπωλίου της ΑΗΚ, με όλα τα αρνητικά που αυτό συνεπάγεται.

Είναι αναμενόμενο ο κάθε οργανισμός να ανησυχεί για την επιβίωσή του και την προστασία των κεκτημένων του. Είναι σαφές ότι η ΑΗΚ ευνοείται από τη δημιουργία χερσαίου τερματικού το οποίο θα διαχειρίζεται η ίδια και για αυτό υποστηρίζει με σθένος αυτή την επιλογή. Από την πλευρά τους όμως, κυβέρνηση και κόμματα έχουν καθήκον να ενεργήσουν με γνώμονα το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και όχι ενός μεμονωμένου οργανισμού, έστω κι αν αυτός είναι δημόσιος. Αν η δημιουργία πλωτής μονάδας θα ωφελέσει τους καταναλωτές υπό τη μορφή χαμηλότερων τιμών, τότε θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά αυτή η επιλογή. Αν πάλι κριθεί ότι η πλωτή μονάδα δεν είναι συμφέρουσα και ότι η δημιουργία χερσαίου τερματικού είναι η καλύτερη λύση, καλό θα είναι η διαχείριση του τερματικού να δοθεί σε ανεξάρτητο οργανισμό και όχι στην ΑΗΚ. Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται οι καλύτερες δυνατές συνθήκες για ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής αγοράς ενέργειας η οποία θα ωφελέσει τους καταναλωτές.

Πολίτης, 10/6/2007

16 Φεβρουαρίου 2007

Τεκνοποίηση επί πληρωμή;

Το πρόβλημα της υπογεννητικότητας είναι υπαρκτό και σωστά η κυβέρνηση εξετάζει πακέτο μέτρων που αποσκοπούν στην αύξηση των γεννήσεων. Σύμφωνα με την εξαγγελθείσα πρόθεση του Υπουργού Εργασίας, αιχμή του δόρατος των κυβερνητικών μέτρων είναι η εφάπαξ πληρωμή 20 χιλιάδων λιρών για κάθε παιδί από το τρίτο και μετά. Το μέτρο είναι σίγουρα δραστικό και το ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, και πολύ πιθανόν αν υιοθετηθεί να οδηγήσει σε αύξηση των γεννήσεων. Είναι όμως το κατάλληλο μέτρο;

Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι το εξής: γιατί η μεγάλη πλειοψηφία των ζευγαριών στην Κύπρο σταματούν στα δύο παιδιά; Είναι οικονομικοί οι λόγοι; Δεν γνωρίζω αν αυτό το θέμα έχει μελετηθεί σοβαρά και αν έχει γίνει κάποια μελέτη θα ήταν καλό να τη γνωρίζαμε. Προσωπικά διατηρώ τις αμφιβολίες μου. Σίγουρα η οικονομική στενότητα επηρεάζει αρκετά ζευγάρια, αμφιβάλλω όμως να είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας. Υπάρχουν ένα σωρό άλλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς, όπως είναι η έλλειψη βρεφοκομικών/παιδοκομικών σταθμών, το κόστος της παιδείας, η πίεση του χρόνου, και πολλά άλλα.

Και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι οι λόγοι της υπογεννητικότητας είναι πρωτίστως οικονομικοί, είναι η επιταγή των 20 χιλιάδων λιρών ο καλύτερος τρόπος να ανατρέψουμε την τάση; Το ποσό αυτό αποτελεί σοβαρό κίνητρο και σίγουρα θα οδηγήσει σε κάποια αύξηση των γεννήσεων. Είναι όμως αυτό που θέλουμε, να δώσουμε το μήνυμα ότι το κράτος πληρώνει για να γεννούμε; Και μάλιστα χωρίς να υπάρχει καμιά διασφάλιση ότι τα χρήματα αυτά θα χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες του παιδιού;

Αντί της εφάπαξ πληρωμής θα ήταν πιο ορθό το κράτος να προχωρήσει σε μέτρα που να βοηθούν σε συνεχή βάση και να είναι στοχευμένα για τις ανάγκες των γονιών. Τέτοια μέτρα είναι:
  • η παροχή κινήτρων για δημιουργία βρεφοκομικών/παιδοκομικών σταθμών ώστε να έχουν οι γονείς κάπου να αφήσουν τα παιδιά τους και επιδότηση του κόστους για φτωχά ζευγάρια
  • η βελτίωση του δημόσιου σχολείου ώστε να μειωθούν οι ανάγκες για φροντιστήρια και ιδιωτικά σχολεία
  • η αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας ώστε να υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες για μερική απασχόληση η οποία ενδιαφέρει τις μητέρες
  • η βελτίωση των δημόσιων συγκοινωνιών για να μην είναι υποχρεωμένοι οι γονείς να κάνουν τους ταξιτζήδες κάθε απόγευμα
Με λίγα λόγια, αν θέλουμε να αυξήσουμε τη γεννητικότητα πρέπει να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής, το περιβάλλον, την απασχόληση, την παιδεία. Όλοι αυτοί είναι στόχοι που θα έπρεπε να έχουμε ούτως ή άλλως, στόχοι που χρειάζονται όμως όραμα, προγραμματισμό, και επιμονή. Οι μακρόπνοες πολιτικές δεν αποφέρουν άμεσα οφέλη και είναι λιγότερο εύηχες από τις επιταγές με τα πολλά μηδενικά. Αυτές όμως είναι που σπρώχνουν την κοινωνία και την οικονομία μπροστά.

Πολίτης, 18/2/2007

21 Ιανουαρίου 2007

Σεβασμό στους θεσμούς!

Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών στον τραπεζικό τομέα έφεραν στην επιφάνεια δύο ανησυχητικά φαινόμενα. Το είναι είναι ο αυταρχισμός μέρους της πολιτικής ηγεσίας, όπως εκφράζεται μέσα από την προσπάθεια χειραγώγησης των εποπτικών αρχών του κράτους. Το άλλο είναι το φαινόμενο του οικονομικού πατριωτισμού, δηλαδή της τάσης για προστασία των ντόπιων συμφερόντων ανεξαρτήτως οικονομικού κόστους.

Οι προτάσεις για συγχωνεύσεις και εξαγορές είναι συχνό φαινόμενο και υπάρχουν αρμόδιες αρχές για την αξιολόγησή τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση των τραπεζών, οποιαδήποτε συγχώνευση πρέπει να εγκριθεί από τρεις εξειδικευμένες αρχές: την Κεντρική Τράπεζα, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού. Σε μια χώρα με ώριμη ηγεσία δεν θα χρειαζόταν να γίνει καμιά δημόσια δήλωση για αυτό το θέμα. Είναι αυτονόητο ότι οι ανεξάρτητες αρχές θα κάνουν τις έρευνές τους και θα αποφανθούν κατά πόσον οι προτεινόμενες εξαγορές πληρούν τα κριτήρια που θέτει ο νόμος. Αντί αυτού, παρακολουθήσαμε τις τελευταίες μέρες ένα καταιγισμό δηλώσεων από πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες οι οποίοι χωρίς πολλή χρονοτριβή αποφάνθηκαν ότι οι προτεινόμενες συγχωνεύσεις είναι απαράδεκτες και καλούν τις εποπτικές αρχές να πράξουν το καθήκον τους! Διερωτάται κανείς γιατί χρειαζόμαστε εξειδικευμένες αρχές όταν έχουμε πολιτικούς που μπορούν να αναλύσουν πολύπλοκες υποθέσεις και να εξαγάγουν πορίσματα μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα.

Το δεύτερο ανησυχητικό φαινόμενο είναι αυτό του οικονομικού πατριωτισμού. Πολλοί τάσσονται έντονα ενάντια στις προτεινόμενες εξαγορές προτάσσοντας τη θέση ότι οι τράπεζες πρέπει να μείνουν σε Κυπριακά χέρια. Μια τέτοια θέση δεν είναι εντελώς παράλογη. Θα μπορούσε κάποιος να την υποστηρίξει με λογικά οικονομικά ή και πολιτικά επιχειρήματα. Όμως τίποτα τέτοιο δεν ακούσαμε. Αντίθετα, οι κύριοι εκφραστές αυτής της άποψης δίνουν την αίσθηση ότι υποκινούνται από μια ενστικτώδη δυσπιστία έναντι των ξένων. Μια τέτοια στάση ήταν ίσως αναμενόμενη από μέρους της Εκκλησίας, η οποία παραδοσιακά έχει ξενόφοβες τάσεις. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η θέση του ΑΚΕΛ, αφού βλέπουμε το κομμουνιστικό κόμμα της Κύπρου να υπερασπίζεται με πάθος μια τράπεζα η οποία αποτελεί τον κύριο εκπρόσωπο του κεφαλαίου και ακρογωνιαίο λίθο του Κυπριακού οικονομικού κατεστημένου. Προφανώς η ξενοφοβία υπερίσχυσε της αντιπάθειας προς το μεγάλο κεφάλαιο. Και όλα αυτά τη στιγμή που οι δικές μας τράπεζες έχουν κάνει σημαντικές επενδύσεις στην Ελλάδα, τα Βαλκάνια, τη Ρωσία. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι η Τράπεζα Κύπρου έχει πετύχει εντυπωσιακή κερδοφορία στην Ελλάδα. Πώς θα επιτυγχάνετο αυτό αν η Ελλάδα μας αντιμετώπιζε με τον ίδιο τρόπο που εμείς τώρα αντιμετωπίζουμε τους Ελληνικούς οργανισμούς;

Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ έχει διευρύνει και αναβαθμίσει σημαντικά το ρόλο των εποπτικών και ρυθμιστικών αρχών οι οποίες διαθέτουν την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να κρίνουν και να αξιολογήσουν τα δεδομένα της αγοράς. Η σοβαρότητα με την οποία η ΚΤ, η ΕΚ και η ΕΠΑ αντιμετώπισαν τις πρόσφατες εξελίξεις (ιδίως σε σύγκριση με πολιτειακούς παράγοντες) καταδεικνύει τη σημασία αυτών των θεσμών και μας δίνει ελπίδες ότι θα μπορέσουμε να βασιστούμε σε αυτούς τόσο σε αυτή την περίπτωση όσο και στο μέλλον. Για να μπορέσουν όμως να πετύχουν στο έργο τους χρειάζονται το σεβασμό και τη στήριξη της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Αν κάποιοι πολιτικοί είναι συνηθισμένοι να κάνουν κουμάντο και να ελέγχουν τα πάντα, είναι καιρός να αλλάξουν νοοτροπία.

Πολίτης, 21/1/2007