21 Μαρτίου 2004

Ο πρώτος χρόνος της κυβέρνησης

Σχεδόν απαρατήρητη πέρασε η πρώτη επέτειος από την ανάληψη των καθηκόντων της κυβέρνησης Παπαδόπουλου. Η οικονομία είναι όμως φλέγον ζήτημα, είτε έχουμε σχέδιο Ανάν είτε όχι, για αυτό σήμερα θα κάνουμε μια σύντομη κριτική ανασκόπηση της οικονομικής πολιτικής που ασκήθηκε κατά τον πρώτο χρόνο της παρούσας διακυβέρνησης.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Κυπριακή οικονομία είναι το δημοσιονομικό έλλειμμα. Η σημερινή κυβέρνηση δεν ευθύνεται άμεσα για το έλλειμμα, κλήθηκε όμως να το αντιμετωπίσει. Επιχείρησε να το πράξει ακολουθώντας μια πολιτική βασισμένη σε μια λογιστική προσέγγιση του προβλήματος. Οι προσπάθειες εστιάστηκαν στην αύξηση των εσόδων με την πάταξη της φοροδιαφυγής και τις αυξήσεις σε διάφορα τέλη. Παρόλο που αυτές οι κινήσεις ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι μάλλον ουτοπία να πιστεύουμε ότι θα λύσουμε το δημοσιονομικό μας πρόβλημα με αυτά τα μέτρα. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα στα δημόσια οικονομικά είναι το κρατικό μισθολόγιο. Όμως η κυβέρνηση δεν έδωσε καμία ένδειξη για το πώς προτίθεται να αντιμετωπίσει το τεράστιο αυτό θέμα. Αντίθετα, με ιδιαίτερη ευκολία προχώρησε στην προκήρυξη πριν μερικούς μήνες 800 καινούριων θέσεων στη δημόσια υπηρεσία.

Πιο γενικά, από την κυβερνητική πολιτική απουσιάζει το στίγμα ενός οικονομικού οράματος που στοχεύει στην μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη. Απουσιάζουν τα στοιχεία εκείνα που θα δώσουν ώθηση στην οικονομία στην μετα-τουρισμόν εποχή. Μια τέτοια ώθηση θα μπορούσε, για παράδειγμα, να δοθεί με την αποκρατικοποίηση δημόσιων και ημικρατικών οργανισμών οι οποίοι έχουν εκπληρώσει την αρχική αποστολή τους. Η κυβέρνηση όμως επιμένει να αποκλείει αυτή την επιλογή και πειραματίζεται επικίνδυνα αναζητώντας μαγικές συνταγές.

Πέραν των θεμάτων πολιτικής, τη χρονιά που μας πέρασε έγιναν και σημαντικά λάθη τακτικής. Τον Ιούνιο του 2003 η κυβέρνηση προανήγγειλε μείωση της φορολογίας των αυτοκινήτων. Η αναγγελία αυτή σκότωσε ουσιαστικά την αγορά για έξι σχεδόν μήνες. Το πάθημα δεν έγινε μάθημα, αντίθετα επαναλήφθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο στην υπόθεση της άρσης του τραπεζικού απορρήτου. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε εκ των προτέρων τις προθέσεις της, δημιούργησε αβεβαιότητα στην αγορά (με όλα τα αρνητικά της συνεπακόλουθα) και έδωσε τον χρόνο στους επηρεαζόμενους να λάβουν τα μέτρα τους. Ταυτόχρονα έθεσε σε κίνδυνο και την περιβόητη φορολογική αμνηστία που υποτίθεται ότι θα φέρει πολλά εκατομμύρια στα δημόσια ταμεία.

Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε και την άσχημη εικόνα που δίνουν οι λανθασμένες εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών σε μια σειρά θεμάτων. Τον περασμένο Σεπτέμβρη το Υπουργείο εκτιμούσε ότι το δημοσιονομικό έλλειμα για το 2003 θα έφτανε το 5,4%. Πριν λίγες μέρες μάθαμε από τη Eurostat ότι το έλλειμμα έφτασε τελικά (;) το 6,3%. Πώς μπορούμε να εμπιστευθούμε τις εκτιμήσεις του Υπουργείου για τα επόμενα χρόνια όταν δεν μπορούμε να μετρήσουμε σωστά το έλλειμμα για το τρέχον έτος; Παρόμοιου μεγέθους λάθη φαίνεται να έγιναν και στις εκτιμήσεις για το κόστος της λύσης και για την αξία των Ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα. Φταίνε οι τεχνοκράτες ή μήπως οι πολιτικές παρεμβάσεις;

Είναι φυσικό για μια νέα κυβέρνηση να κάνει λάθη. Ανεξάρτητα απο τις εξελίξεις στο Κυπριακό, η οικονομική μας πολιτική θα περάσει σε νέα φάση αφού θα έχουμε σύντομα νέο υπουργό. Ελπίζουμε η αλλαγή φρουράς να φέρει και μια νέα πνοή στα οικονομικά μας πράγματα.

Πολίτης, 21/3/2004

7 Μαρτίου 2004

Η βιωσιμότητα του Ταμείου Αποζημιώσεων

Η επιστροφή γης και η καταβολή αποζημιώσεων είναι ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία της λύσης με βάση το σχέδιο Ανάν γιατί αποτελούν τα κύρια άμεσα και χειροπιαστά οφέλη που θα έχουν οι Ε/Κ από μια λύση. Για αυτό το λόγο είναι κεφαλαιώδους σημασίας να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία καταβολής αποζημιώσεων θα ολοκληρωθεί χωρίς προβλήματα. Έχουν ήδη εκφραστεί από πολλούς αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του Ταμείου Αποζημιώσεων όπως αυτό προβλέπεται στο σχέδιο. Σε αυτές θα προσθέσω σήμερα και τις δικές μου.

Η φιλοσοφία πίσω από την οικονομική διάσταση του Συμβουλίου Περιουσίας (ΣΠ) είναι απλή. Το Συμβούλιο θα γίνει κάτοχος των Ε/Κ περιουσιών που δεν θα επιστραφούν. Οι ιδιοκτήτες θα πάρουν ομόλογα ανάλογα με την τρέχουσα αξία της περιουσίας σε συγκρίσιμες περιοχές. Το ΣΠ θα πουλήσει σταδιακά τις περιουσίες και θα χρησιμοποιήσει τα έσοδα για να εξαργυρώσει τα ομόλογα. Η βιωσιμότητα αυτού του συστήματος βασίζεται στην υπόθεση ότι η αξία της γης που θα κατέχει το ΣΠ θα μεγαλώνει με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς από ότι το επιτόκιο που θα πληρώνεται στα ομόλογα. Οι ρυθμοί αύξησης πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτεροι (και όχι απλώς μεγαλύτεροι) διότι η πραγματική τρέχουσα αξία της γης είναι πολύ χαμηλότερη από την τρέχουσα αξία όπως αυτή θα υπολογιστεί με βάση το σχέδιο και κατά συνέπεια θα ξεκινούμε από πιο χαμηλή βάση.

Δεν αποκλείεται τα πράγματα να εξελιχθούν όπως προβλέπεται και να μην υπάρξει κανένα πρόβλημα. Υπάρχει όμως και σοβαρή πιθανότητα το Ταμείο που θα δημιουργηθεί να παρουσιάσει σημαντικό έλλειμα. Αφ' ενός οι τιμές μπορούν να επηρεαστούν αρνητικά από εξωγενείς παράγοντες. Αφ' ετέρου είναι αμφίβολο κατά πόσον είναι δυνατόν να απορροφηθούν αυτές οι περιουσίες από την αγορά χωρίς να προκληθεί σημαντική μείωση των τιμών. Το γεγονός ότι η πορεία των τιμών θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική της Τ/Κ ομόσπονδης πολιτείας είναι ένας επιπρόσθετος λόγος ανησυχίας. Αν για όλους αυτούς τους λόγους το Ταμείο παρουσιάσει έλλειμμα αυτό θα αποτελέσει τεράστιο οικονομικό βάρος για το κεντρικό κράτος αλλά και πηγή προβλημάτων στο πολιτικό επίπεδο. Η δημιουργία επενδυτικού ταμείου που εισηγούνται οι τέσσερις εμπειρογνώμονες που επιστράτευσε η κυβέρνηση είναι ελκυστική από οικονομικής άποψης αλλά δεν λύνει το πρόβλημα γιατί απλώς μεταθέτει το ρίσκο από το κεντρικό κράτος στους ιδιώτες.

Πιστεύω ότι αυτό το θέμα θα πρέπει να τεθεί σε πρώτη προτεραιότητα από την πλευρά μας. Πρώτον, γιατί τυχόν κατάρρευση του Ταμείου Αποζημιώσεων θα αποτελέσει τεράστιο πλήγμα για την Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία. Δεύτερον, γιατί το θέμα δεν επηρεάζει άμεσα τους Τ/Κ και άρα θα είναι πιο εύκολο να φτάσουμε σε διευθέτηση. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πείσουμε τους ξένους. Πρέπει με σοβαρότητα και χωρίς υπερβολές να εξηγήσουμε γιατί η βιωσιμότητα του Ταμείου Αποζημιώσεων είναι καίριας σημασίας και γιατί πιστεύουμε ότι δεν διασφαλίζεται με το προτεινόμενο σύστημα. Δεν χρειάζεται καν να πείσουμε για τις ανησυχίες μας. Αν οι ξένοι επιμένουν ότι το Ταμείο είναι βιώσιμο, τότε δεν θα πρέπει να έχουν καμία αντίρρηση να αναλάβουν οι ίδιοι το ρίσκο, προσφέροντας εγγυήσεις για τις προβλεπόμενς αποζημιώσεις.

Πολίτης, 7/3/2004

22 Φεβρουαρίου 2004

Διαπραγματευτική τακτική

Η εφαρμογή της θεωρίας των παιγνίων στη στρατηγική ανάλυση των σχέσεων μεταξύ διαφόρων οντοτήτων αποτελεί σημαντικό στοιχείο της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας. Τις ίδιες βασικές αρχές θα χρησιμοποιήσουμε σήμερα για να επιχειρήσουμε μια ανάλυση της διαπραματευτικής διαδικασίας της Νέας Υόρκης. θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε - από καθαρά στρατηγική σκοπιά και μακριά από πολιτικές τοποθετήσεις - τα διλήμματα που αντιμετώπισε η πλευρά μας και να αξιολογήσουμε τις επιλογές της.

Στη Νέα Υόρκη η κάθε πλευρά είχε να αποφασίσει κατά πόσον να δεχτεί ή όχι την πρόταση του Κόφι Ανάν για επανέναρξη των συνομιλιών. Υπήρχαν τέσσερις πιθανές εκβάσεις της διαδικασίας: η αμοιβαία αποδοχή της πρότασης, η αμοιβαία απόρριψή της ("συνυπευθυνότητα"), η μονομερής αποδοχή από τη δική μας πλευρά ("διαλλακτικότητα" της πλευράς μας) και η μονομερής αποδοχή από την άλλη πλευρά ("πλήρης υπευθυνότητα" της πλευράς μας).

Από το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης εξάγεται το συμπέρασμα ότι η δική μας πλευρά προτιμούσε την αμοιβαία αποδοχή παρά την πλήρη υπευθυνότητα. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δεχτήκαμε στο τέλος κάτι που κατά γενική ομολογία δεν είναι καλύτερο από την αρχική πρόταση. Με αυτό το δεδομένο είναι σαφές ότι, αν η πλευρά μας ήθελε να αποφύγει την συνυπευθυνότητα, θα έπρεπε να είχε αποδεχτεί ευθύς εξ' αρχής την πρόταση του ΓΓ. Κι αυτό γιατί η αποδοχή της πρότασης σε αυτή την περίπτωση ήταν η καλύτερή μας κίνηση ανεξάρτητα από την κίνηση της αντίπαλης πλευράς (ήταν αυτό που στη θεωρία παιγνίων ονομάζουμε κυρίαρχη στρατηγική).

Το γεγονός ότι δεν προχωρήσαμε σε αυτή την κίνηση μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι προτιμούσαμε την συνυπευθυνότητα από τη διαλλακτικότητα. Αν όντως έτσι είναι, τότε η στάση μας ήταν ορθή. Αν δηλαδή η πλευρά μας πίστευε ότι η αποτυχία ήταν προδιαγεγραμμένη και θεωρούσε ότι το όφελος (στο εσωτερικό κυρίως) από την τήρηση μιας πιο σκληρής στάσης ήταν μεγαλύτερο από το κόστος της συνυπευθυνότητας, τότε ορθά δεν αποδέχτηκε αρχικά την πρόταση.

Επειδή όμως πιθανόν η αρχική απόρριψη να έγινε με την προσδοκία ότι η πρόταση θα απορρίπτετο και από την άλλη πλευρά και ότι αυτό θα οδηγούσε σε νέα βελτιωμένη πρόταση. Σε αυτή την περίπτωση η στάση μας συνιστούσε σημαντικό ρίσκο. Ρισκάραμε σε δύο σημεία: πρώτον, ότι η άλλη πλευρά θα απέρριπτε την πρόταση και δεύτερον, ότι μετά από μια αμοιβαία απόρριψη θα υπήρχε περιθώριο για επαναδιαπραγμάτευση και βελτίωση της πρότασης για την πλευρά μας.

Tο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων δείχνει ότι χάσαμε το στοίχημα στο πρώτο σημείο (για το δεύτερο δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί δεν φτάσαμε ως εκεί). Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι κάναμε λάθος. Όταν ρισκάρεις είναι αναπόφευκτο ότι κάποτε θα χάσεις. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτό το ρίσκο αναλήφθηκε με βάση μια αντικειμενική και ορθολογική αξιολόγηση όλων των δεδομένων και όλων των ενδεχομένων. Αν κρίνουμε από το πόσο φαίνεται να εκπλάγηκε η πλευρά μας από την τουρκική αντιπρόταση, φαίνεται ότι δεν προετοιμαστήκαμε όσο έπρεπε. Ας ελπίσουμε ότι θα μάθουμε από τα λάθη μας και θα υιοθετήσουμε πιο ολοκληρωμένη διαπραγματευτική τακτική στη νέα φάση συνομιλιών που μόλις ξεκίνησε.

Πολίτης, 22/2/2004

8 Φεβρουαρίου 2004

Οι αποκρατικοποιήσεις και οι ξένοι γίγαντες

Είναι γνωστό ότι το προεκλογικό πρόγραμμα του πρόεδρου Παπαδόπουλου απέκλειε την αποκρατικοποίηση δημοσίων και ημικρατικών οργανισμών. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στο προενταξιακό οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης το περασμένο φθινόπωρο. Τελευταία όμως, ορισμένοι κύκλοι της συμπολίτευσης είχαν αρχίσει να δίνουν ένα διαφορετικό στίγμα, είτε παίρνοντας σαφή θέση υπέρ των αποκρατικοποιήσεων (ΕΔΕΚ), είτε τηρώντας μια στάση λιγότερο απόλυτη από αυτή που μας είχαν συνηθίσει (ορισμένα στελέχη του ΔΗΚΟ). Οι εξελίξεις αυτές ώθησαν τον πρόεδρο Παπαδόπουλο να προβεί την περασμένη Τετάρτη σε μια δήλωση στην οποία επανέλαβε εμφαντικά την θέση της κυβέρνησης εναντίον των αποκρατικοποιήσεων, επιθυμώντας προφανώς να θέσει τέρμα σε κάθε συζήτηση για αυτό το θέμα.

Η θέση αυτή του προέδρου δεν ήταν έκπληξη, όμως ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα από τον έντονο τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκε και από την αιτιολόγηση που δόθηκε. Διερωτήθηκε συγκεκριμένα ο πρόεδρος, "ποιοι θα αποκτήσουν τις μετοχές αν πωληθούν, ο λαός ή οι μεγάλοι γίγαντες της βιομηχανίας από το εξωτερικό;" Η αναφορά σε γίγαντες του εξωτερικού μου θυμίζει τριτοκοσμικούς ηγέτες ψυχροπολεμικών εποχών οι οποίοι με παρόμοιες νοοτροπίες οδήγησαν τις χώρες τους στην οικονομική εξαθλίωση. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων αποτελεί θεμελιώδες συστατικό μιας οικονομικής πολιτικής που στοχεύει την ανάπτυξη και την ευημερία. Οι ξένοι γίγαντες που πραγματοποιούν επενδύσεις σε αναπτυσσόμενες χώρες δημιουργούν θέσεις εργασίες και φέρνουν μαζί τους τεχνογνωσία από την οποία επωφελείται και η τοπική βιομηχανία. Για αυτό και όλες οι χώρες που επιθυμούν να ευδοκιμήσουν μέσα στο διεθνές οικονομικό σύστημα προσπαθούν να δελεάσουν τους ξένους επενδυτές, και όχι να τους δαιμονοποιούν. Εμείς τελικά θέλουμε να λειτουργήσουμε μέσα σε αυτό το σύστημα ή όχι;

Είπε ακόμα ο πρόεδρος ότι "τα δημοσιονομικά ελλείμματα δεν είναι δυνατό να μειωθούν με την πώληση μετοχών ημικρατικών οργανισμών." Το επιχείρημα διατυπώνεται συχνά, όμως είναι ορθό μόνο αν το δημοσιονομικό έλλειμμα χρηματοδοτεί την κατανάλωση και όχι την επένδυση. Για παράδειγμα, δεν θα ήταν καθόλου καλή ιδέα να πουλήσουμε κρατική περιουσία για να χρηματοδοτήσουμε ενός μήνα διακοπές για όλους τους Κύπριους. Γιατί όμως να μην το πράξουμε αν με τα έσοδα που θα έχουμε θα μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε παραγωγικές επενδύσεις; Γιατί αποκλείουμε την αποκρατικοποίηση αν υπάρχει καλύτερος τρόπος επένδυσης αυτών των κεφαλαίων;

Για να γίνω πιο σαφής, ας πάρουμε ως παράδειγμα τις τηλεπικοινωνίες. Η Κυπριακή πολιτεία έχει επενδύσει πολλά για τη δημιουργία ενός καλού τηλεπικοινωνιακού δικτύου. Το κράτος ανάλαβε το ίδιο την πραγματοποίηση αυτών των επενδύσεων μέσω της ΑΤΗΚ γιατί ο ιδιωτικός τομέας δεν ήταν σε θέση να το πράξει από μόνος του. Σήμερα έχουμε φτάσει σε μια εποχή που οι διεθνείς τηλεπικοινωνίες βρίσκονται σε άνθηση και ο ιδιωτικός τομέας έχει αναλάβει τα ηνία αυτής της αγοράς. Η κρατική παρέμβαση δεν χρειάζεται πλέον. Η συμμετοχή σε κάποια αγορά δεν είναι αυτοσκοπός. Τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός για την Κυπριακή πολιτεία να εξαργυρώσει την επένδυση που έκανε μεταβιβάζοντας την ΑΤΗΚ στον ιδιωτικό τομέα και διοχετεύοντας τα έσοδα σε άλλες παραγωγικές επενδύσεις ή σε νέους τομείς που χρειάζονται κρατική στήριξη για να σταθούν στα πόδια τους.

Πολίτης, 8/2/2004

25 Ιανουαρίου 2004

Το μέλλον στα πετρελαιοειδή

Η ιστορία της εμπορίας των πετρελαιοειδών είναι μια ιστορία κακών πολιτικών:

  • Το σύστημα καθορισμού λιανικών τιμών πώλησης. Εδώ και 32 χρόνια το κράτος υποχρεώνει τους πολίτες του να επιδοτούν πλουσιοπάροχα τις εταιρείες πετρελαιοειδών.
  • Το διυλιστήριο. Ένα τρανταχτό παράδειγμα κρατικής κακοδιαχείρησης, για χάρη του οποίου αναπνέουμε μέχρι σήμερα θείο και μόλυβδο, ουσίες που όλες οι προηγμένες χώρες έχουν σχεδόν εξαλείψει από τα καύσιμα εδώ και χρόνια.
  • Η επιδότηση του πετρελαίου. Δημιούργησε τεράστιες στρεβλώσεις στην αγορά, ενεθάρρυνε λανθασμένες επενδύσεις και οδήγησε στην αλόγιστη χρήση του πετρελαίου στην γεωργία, τις μεταφορές και τη θέρμανση.

Θα μπορούσε κανείς να γεμίσει πολλές σελίδες περιγράφοντας πώς τα λάθη αυτά οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση. Επειδή όμως έχουν λεχθεί αρκετά αυτές τις μέρες θα προτιμήσω να αφήσω το παρελθόν και να κοιτάξω λίγο μπροστά. Τις τελευταίες μέρες έχουμε ακούσει τόσο τον Υπουργό Εμπορίου όσο και τον Υπουργό Συγκοινωνιών να υπόσχονται στους καταναλωτές χαμηλότερες τιμές καυσίμων στο σύντομο μέλλον. Προφανώς η κυβέρνηση ελπίζει ότι η απελευθέρωση της αγοράς και το κλείσιμο του διυλιστηρίου θα σπρώξουν τις τιμές προς τα κάτω.

Στη θέση τους θα ήμουν πιο επιφυλακτικός. Σίγουρα υπάρχει περιθώριο μείωσης των τιμών, όμως αυτό προϋποθέτει τη διαμόρφωση σωστού ανταγωνιστικού κλίματος στην αγορά. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο. Αυτή η αγορά λειουργεί εδώ και δεκαετίες κάτω από καθεστώς προστατευτισμού. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών δεν είναι συνηθισμένες να ανταγωνίζονται η μια την άλλη αφού όλα αυτά τα χρόνια λειτουργούσαν ουσιαστικά σαν καρτέλ. Έχουν πολύ ψηλό λειτουργικό κόστος γιατί μέχρι τώρα δεν είχαν κανένα λόγο να προσπαθήσουν να το περιορίσουν. Αντίθετα, το σύστημα τους ενεθάρρυνε να κτίζουν πολλά και πολυτελή πρατήρια για να δικαιολογούν αύξηση των κερδών τους.

Η έλλειψη ανταγωνιστικής κουλτούρας και το ψηλό λειτουργικό κόστος δεν ευνοούν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Για να αποφέρει η φιλελευθεροποίηση τα αναμενόμενα οφέλη απαιτείται μια δραστική αναδιάρθρωση του κλάδου. Οι εταιρείες θα πρέπει να αναδιοργανωθούν και να γίνουν πιο αποδοτικές. Ορισμένα πρατήρια θα κλείσουν, άλλα θα μετακινηθούν, άλλα ίσως μετατραπούν σε σταθμούς αυτοεξυπηρέτησης (self-service) και μειώσουν τις υπηρεσίες που προσφέρουν (π.χ. πλύσιμο αυτοκινήτου, πώληση νερού, κ.λπ.). Για να γίνουν όλα αυτά θα χρειαστεί κάποια από τις εταιρείες να κάνει την πρώτη κίνηση. Είναι αμφίβολο κατά πόσον υπάρχει τέτοια διάθεση. Ο καλύτερος τρόπος να επιτευχθεί ο ανταγωνισμός είναι με την είσοδο νέων εταιρειών στην αγορά οι οποίες θα είναι σε θέση να κινηθούν με ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Αυτό δεν θα είναι εύκολο γιατί η αγορά είναι ήδη κορεσμένη. Όμως η πολιτεία θα μπορούσε να το ενθαρρύνει δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις για προσέλκυση νέων εταιρειών.

Η αναδιάρθρωση της αγοράς θα προκαλέσει αναμφίβολα αντιδράσεις από αυτούς που θα επηρεαστούν αρνητικά και θα έχει πολιτικό κόστος. Αν όμως η κυβέρνηση θέλει να επιτύχει τη μείωση των τιμών που υπόσχεται, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Πολίτης, 25/1/2004