17 Νοεμβρίου 2002

Ας σκεφτούμε οικονομικά

Τον Ιούνιο του 2000 είχαμε την τύχη να έχουμε στην Κύπρο τον Κέννεθ Άρροου, ένα από τους σημαντικότερους οικονομολόγους του 20ού αιώνα και από τους πρώτους αποδέκτες του βραβείου Νόμπελ στα οικονομικά. Ο καθηγητής Άρροου βρισκόταν στην Κύπρο με την ευκαιρία της αναγόρευσής του ως επίτιμου διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κύπρου. Στην ευχαριστήριά του ομιλία ο Κεν Άρροου μίλησε στους παριστάμενους για τον "οικονομικό τρόπο σκέψης". Αναφερόταν σε μια από τις θεμελιώδεις αρχές της οικονομικής επιστήμης η οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά τον 18ο αιώνα από τον Άνταμ Σμιθ, τον θεωρούμενο ως πατέρα των οικονομικών. Η ευημερία του κοινωνικού συνόλου, ισχυρίστηκε ο Σμιθ, μεγιστοποιείται όταν ο κάθε άνθρωπος ενεργεί με αποκλειστικό γνώμονα το ατομικό του συμφέρον. Η ιδέα του Σμιθ αποτελεί μέχρι και σήμερα τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής επιστήμης και του οικονομικού τρόπου σκέψης στον οποίο αναφέρεται ο Κεν Άρροου.

Εκ πρώτης όψεως ο οικονομικός τρόπος σκέψης φαίνεται εγωιστικός και αντικοινωνικός, ίσως ακόμα και απάνθρωπος. Όμως το μήνυμα του Κεν Άρροου δεν ήταν ότι ο καθένας πρέπει να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του. Άλλωστε, η δράση του μαρτυρεί εντελώς το αντίθετο. Πέρα από το πρωτοποριακό επιστημονικό του έργο ο Κεν Άρροου έχει να επιδείξει και πλούσια κοινωνική προσφορά, με ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στην προσπάθεια για την εδραίωση της διεθνούς ειρήνης και τη δημοκρατία. Η δράση του άγγιξε και τον δικό μας χώρο, αφού ήταν εξ αυτών που πρωτοστάτησαν στην εκστρατεία για να επιτραπεί στον Ανδρέα Παπανδρέου να φύγει από την Ελλάδα την περίοδο της δικτατορίας.

Τι μπορεί λοιπόν να εννοεί ένας τέτοιος άνθρωπος όταν υποστηρίζει ότι θα ήταν καλύτερα αν ο καθένας ενεργούσε με βάση το ατομικό του συμφέρον (πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας); Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να αναλογιστούμε τον εναλλακτικό τρόπο δράσης. Κάποιος που δεν επιδιώκει το ατομικό του συμφέρον δεν ενεργεί με βάση τη ψυχρή λογική αλλά με το συναίσθημα. Αυτό βεβαίως δεν είναι κατ΄ ανάγκην κακό, ιδιαίτερα αν το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η συμπόνοια και η αγάπη προς το συνάνθρωπο. Δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές που ο άνθρωπος λειτουργεί συναισθηματικά κυριαρχείται από άλλα συναισθήματα όπως την εκδίκηση, το μίσος, τη ζήλεια και την προκατάληψη. Στην ιστορία της ανθρωπότητας πολλοί πόλεμοι και πολλά εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομα της τάδε ιδεολογίας ή του δείνα ιερού σκοπού. Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά. Η Τουρκία ποτέ δε θα εισέβαλλε στην Κύπρο αν ενεργούσε με βάση το ψυχρό εθνικό της συμφέρον. Οι Τουρκοκύπριοι δεν θα ανέχονταν την πολιτική της διαίρεσης του Ραούφ Ντενκτάς αν είχαν για γνώμονά τους το ατομικό τους συμφέρον.

Ο οικονομικός τρόπος σκέψης δεν είναι ιδεολογία που συγκινεί. Δεν συσπειρώνει τις μάζες, ούτε οδηγεί σε πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας. Παραδόξως, εδώ ακριβώς ίσως να έγκειται η ομορφιά του. Τους επόμενους μήνες πιθανόν να βρεθούμε αντιμέτωποι με δύσκολες επιλογές. Ας μην αφήσουμε το συναίσθημα να μας παρασύρει. Αν ο καθένας από μας κάνει τους υπολογισμούς του ψύχραιμα, με βάση το δικό του συμφέρον και το συμφέρον των παιδιών του, να είστε βέβαιοι ότι συλλογικά θα καταλήξουμε στην απόφαση που είναι καλύτερη για όλους μας.

Πολίτης, 17/11/2002

3 Νοεμβρίου 2002

Αγροτικές επιδοτήσεις και φτώχεια

Πριν μερικές μέρες ο Αυστραλός πρωθυπουργός Τζων Χάουαρντ ανακοίνωσε ότι η χώρα του προτίθεται να καταργήσει όλους τους εισαγωγικούς δασμούς για προϊόντα που προέρχονται από 50 φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου. Ταυτόχρονα, ο Αυστραλός πρωθυπουργός επέκρινε την προστατευτική αγροτική πολιτική που ακολουθούν ανεπτυγμένες χώρες όπως η Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και η Ιαπωνία.

Το άνοιγμα των αγορών της Αυστραλίας είναι ένα καλό νέο για τις φτωχές χώρες. Πέραν όμως της πρακτικής της αξίας, η ενέργεια της Αυστραλιανής κυβέρνησης έχει και συμβολική σημασία γιατί γίνεται στο τέλος μιας χρονιάς που δεν ήταν ιδιαίτερα καλή για το διεθνές εμπόριο. Πριν μερικούς μήνες η Αμερικανική κυβέρνηση ενέκρινε νομοσχέδιο το οποίο προνοεί επιδοτήσεις ύψους 180 δισεκατομμυρίων δολλαρίων προς τους Αμερικανούς αγρότες. Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρεί με πολύ βραδύ ρυθμό στην μείωση των δικών της επιδοτήσεων που είναι ακόμα ψηλότερες. Συνολικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και η Ιαπωνία δαπανούν κάθε χρόνο $350 δισεκατομμύρια σε αγροτικές επιδοτήσεις. Τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν ότι οι επιδοτήσεις αυτές κοστίζουν στις φτωχές χώρες γύρω στα $50 δισεκατομμύρια το χρόνο σε μη πραγματοποιηθείσες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων. Κατά σύμπτωση, το ποσό αυτό είναι ίσο με το ποσό που οι ανεπτυγμένες χώρες δίνουν στις φτωχές χώρες ως ετήσια οικονομική βοήθεια. Με άλλα λόγια, με την πολιτική των αγροτικών επιδοτήσεων οι ανεπτυγμένες χώρες παίρνουν πίσω από τους φτωχούς του κόσμου ότι τους δίνουν ως βοήθεια.

θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις είναι αναγκαίες γιατί στηρίζουν τους αγρότες των ανεπτυγμένων χωρών οι οποίοι - αν και όχι τόσο φτωχοί όσο αυτοί του τρίτου κόσμου - χρειάζονται όμως κι αυτοί κάποια βοήθεια. Όμως η αλήθεια είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων πηγαίνει σε μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις και όχι στους φτωχούς αγρότες. Ενδεικτικά, στις Ηνωμένες Πολιτείες το 47% των επιδοτήσεων καταλήγει σε μεγάλες φάρμες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα περίπου τριπλάσιο του μέσου ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος της χώρας.

Οι ανεπτυγμένες χώρες διακηρύττουν συνεχώς την προσήλωσή τους στις αρχές του ελεύθερου εμπορίου. Στην πράξη όμως εφαρμόζουν την πολιτική αυτή επιλεκτικά, διατηρώντας την προστατευτική πολιτική τους σε αγορές όπως τα αγροτικά προϊόντα. Η ορθή αντίδραση σε αυτή την αδικία δεν είναι ο περαιτέρω περιορισμός του εμπορίου, όπως υποστηρίζει μεγάλη μερίδα των πολέμιων της παγκοσμιοποίησης. Αντίθετα, αυτοί που ενδιαφέρονται για την ευημερία των φτωχών του κόσμου θα έπρεπε να διαδηλώνουν για την επέκταση του ελεύθερου εμπορίου σε όλους τους τομείς. Η συμμετοχή στο διεθνές οικονομικό σύστημα είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν οι χώρες του τρίτου κόσμου να ξεφύγουν από τον κύκλο της φτώχειας.

Πολίτης, 3/11/2002

20 Οκτωβρίου 2002

Οι επενδύσεις του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Ως γνωστόν το πλεόνασμα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων διοχετεύεται κάθε χρόνο στα κρατικά ταμεία υπό μορφή δανείου. Πρόσφατα οι συντεχνίες ζήτησαν την αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων επένδυσης των αποθεμάτων του ΤΚΑ, τα οποία ξεπερνούν σε σύνολο τα δύο δισεκατομμύρια λίρες. Το θέμα αυτό έχει ανακύψει επανειλημμένα στο παρελθόν, με αποκορύφωμα ίσως την έντονη αρθρογραφία που αναπτύχθηκε το καλοκαίρι του 2000.

Η τότε συζήτηση είχε επικεντρωθεί στο θέμα της επένδυσης ή όχι των αποθεμάτων του ΤΚΑ στο ΧΑΚ. Ένας από τους ένθερμους υποστηρικτές μια τέτοιας επένδυσης ήταν και ο Πρόδρομος Προδρόμου, ο οποίος είχε χρησιμοποιήσει και το επιχείρημα ότι "αν είχαν επενδυθεί το Μάρτιο 1996 £10 εκ. λίρες, ακόμα και σήμερα - μέσα στην κρίση - θα ήταν £38 εκ.!" ("Νέος Τύπος," 12/8/2000.) Το πρόβλημα με αυτή τη λογική είναι καταφανές. Αρκεί να πούμε ότι αν τον Αύγουστο του 2000 είχαν επενδυθεί £10 εκ. στο ΧΑΚ, σήμερα θα είχαν συρρικνωθεί στα £2.2 εκ.

Το γεγονός ότι κάποιος με τις γνώσεις και ικανότητες του κύριου Προδρόμου έφτασε σε μια τόσο λανθασμένη εκτίμηση δείχνει ότι το θέμα δεν σηκώνει ερασιτεχνισμούς. Χρειάζεται να γίνει μια σοβαρή και εις βάθος δημόσια συζήτηση, ανάλογη αυτής που διεξάγεται αυτό τον καιρό στις Ηνωμένες Πολιτείες αναφορικά με τα κυβερνητικά σχέδια για μερική ιδιωτικοποίηση του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Οι αντιδράσεις στα σχέδια αυτά δεν προέρχονται μόνο από τους συνήθεις καχύποπτους που δεν εμπιστεύονται τις αγορές αλλά και από πολλούς οικονομολόγους οι οποίοι ανησυχούν ότι χρηματιστηριακές κρίσεις όπως η σημερινή θα θέσουν σε κίνδυνο τις μελλοντικές συντάξεις των πολιτών.

Βέβαια στην Κύπρο δεν συζητείται θέμα ιδιωτικοποίησης του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων αλλά μόνο η αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων επένδυσης. Ποιος όμως είναι αυτός που θα αναλάβει τη διαμόρφωση αυτής της επενδυτικής πολιτικής; Χρειάζεται κάποιος που να διαθέτει τη διάθεση, τις γνώσεις, αλλά και την ακεραιότητα χαρακτήρος που απαιτεί η ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης. Κάποιος που θα είναι σε θέση να αξιολογεί επενδυτικές ευκαιρίες και ταυτόχρονα να αντιστέκεται σε πιέσεις για επενδύσεις που θα αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλων από αυτών των πολιτών.

Πρέπει να είμαστε όλοι πολύ προσεχτικοί, ιδιαίτερα οι συντεχνίες που αγωνιούν για το μέλλον των μελών τους. Αν θα προχωρήσουμε στη χάραξη μιας νέας επενδυτικής πολιτικής για το ΤΚΑ θα πρέπει να θέσουμε σαφείς κατευθυντήριες γραμμές που να ελαχιστοποιούν την έκθεση των διαχειριστών του ταμείου σε αφόρητες πιέσεις. Ως πρώτο βήμα θα ήταν σοφό να αποκλειστούν οι επενδύσεις στο ΧΑΚ και να μελετηθεί η επένδυση σε κρατικά ομόλογα ξένων χωρών. Έτσι αποφεύγονται οι επενδύσεις υψηλού κινδύνου και επιτυγχάνεται η διασπορά του επενδυτικού κινδύνου, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερους στόχους μιας συνετής επενδυτικής πολιτικής.

Πολίτης, 20/10/2002

6 Οκτωβρίου 2002

Η ανάγκη για δημοσιονομική περισυλλογή

Ένας σημαντικός στόχος του Προενταξιακού Οικονομικού Προγράμματος (ΠΟΠ) που ετοίμασε το Υπουργείο Οικονομικών είναι ο ισοζυγισμός του κρατικού προϋπολογισμού μέχρι το έτος 2005. Η οριοθέτηση του στόχου αυτού είναι μια θετική εξέλιξη και δίνει κάποιες ελπίδες ότι θα γίνει επιτέλους μια σοβαρή προσπάθεια να τεθούν σε τάξη τα δημοσιονομικά μας. Για να αντιληφθεί ο καθένας πόσο χρειάζεται αυτή η τάξη αρκεί να πούμε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία παρουσίασε για τελευταία φορά δημοσιονομικό πλεόνασμα το 1971.

Υπάρχουν όμως αρκετοί λόγοι να βλέπει κανείς με δυσπιστία τους υπολογισμούς του υπουργείου οικονομικών. Κατ' αρχάς, ο στόχος του ισοζυγισμένου προϋπολογισμού προβλέπεται να επιτευχθεί αν η οικονομία παρουσιάσει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4.6% ετησίως για την επόμενη τριετία. Παρόλο που τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης είχαμε και την τετραετία 1998-2001, η πρόβλεψη ότι θα συνεχίσουμε να τους επιτυγχάνουμε σε μια περίοδο που η διεθνής οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση στασιμότητας είναι κάπως αισιόδοξη. Επιπρόσθετα, η πρόβλεψη αυτή παραγνωρίζει τη σοβαρή πιθανότητα ενός πολέμου στο Ιράκ στις αρχές του επόμενου έτους. Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει πολύ δυσμενείς επιπτώσεις στην Κυπριακή οικονομία. Παράλληλα, η εκρηκτική κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη, οι επιπτώσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και ο απόηχος της χρηματιστηριακής κρίσης θα συνεχίσουν να ταλαιπωρούν την Κυπριακή οικονομία.

Ακόμα όμως κι αν το αισιόδοξο σενάριο ανάπτυξης επαληθευτεί, αυτό δεν συνεπάγεται ότι αυτόματα θα ισοσκελιστεί και ο προϋπολογισμός. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι την "χρυσή" περίοδο 1998-2001 το δημοσιονομικό έλλειμμα κυμάνθηκε από το 3.7% μέχρι το 5.5%. Χρειάζονται λοιπόν τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές που θα οδηγήσουν στη μείωση των δαπανών και την αύξηση των εσόδων του κράτους. Το ΠΟΠ αναφέρεται αόριστα σε περιορισμό της αύξησης των θέσεων του δημοσίου και συγκράτηση των δημοσίων δαπανών. Όμως παρόμοιες δεσμεύσεις έχουν γίνει πολλές φορές στο παρελθόν χωρίς τα ανάλογα αποτελέσματα. Πόσο μάλλον τώρα που η ευθύνη για την υλοποίηση του ΠΟΠ θα περάσει σύντομα σε μια καινούρια κυβέρνηση.

Ίσως το Υπουργείο Οικονομικών να γνωρίζει κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούμε. Όμως τα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας δεν μας επιτρέπουν να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι. Δεν είναι σοφό να βασιζόμαστε σε αισιόδοξα σενάρια ανάπτυξης για την μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Η πικρή αλήθεια είναι ότι η δημοσιονομική τάξη δεν πρόκειται να αποκατασταθεί χωρίς τον περιορισμό του κρατικού μισθολογίου που αποτελεί την κύρια δαπάνη του κράτους. Ούτε η κυβέρνηση αλλά ούτε και η αντιπολίτευση μας έχουν δώσει σοβαρές ενδείξεις ότι έχουν την πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο. Η προεκλογική περίοδος στην οποία εισερχόμαστε είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την πολιτική ηγεσία να μας διαψεύσει αποφεύγοντας τις υποσχέσεις για γενναιόδωρες παροχές και αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις με συγκεκριμένες προτάσεις για αντιμετώπιση του χρόνιου δημοσιονομικού μας προβλήματος.

Πολίτης, 6/10/2002

14 Σεπτεμβρίου 2002

Προσοχή με τις τηλεπικοινωνίες

Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν την ιστορική απόφαση της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού για τα υπερκέρδη της ΑΤΗΚ δείχνουν την ύπαρξη τριών σχολών σκέψης αναφορικά με το μέλλον του οργανισμού.

  • Μια σχολή σκέψης κατηγορεί την ΑΤΗΚ για αισχροκέρδεια και καταδολίευση και απαιτεί μειώσεις στα τέλη και επιστροφή χρημάτων χωρίς να δείχνει να ανησυχεί για τις μελλοντικές επιπτώσεις.
  • Η δεύτερη σχολή σκέψης θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής και οι επιθέσεις εναντίον της ΑΤΗΚ αποτελούν μέρος μιας ενορχηστρωμένης εκστρατείας από μεγάλα συμφέροντα που επιδιώκουν να αποδυναμώσουν την Αρχή και να την καταστήσουν ευάλωτη στον επερχόμενο ανταγωνισμό.
  • Τέλος, μια τρίτη σχολή ανησυχεί ότι περαιτέρω μείωση των τελών θα αποθαρρύνει τους επίδοξους ανταγωνιστές.

Η κάθε προσέγγιση έχει βέβαια τη λογική της, όμως υπάρχουν ορισμένες πραγματικότητες που όλοι πρέπει να αναγνωρίσουν. Η εμπειρία των Ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι τα πρώην κρατικά τηλεπικοινωνιακά μονοπώλια δύσκολα χάνουν την ηγεμονία στην αγορά. Αντίθετα, οι εκθέσεις της ΕΕ δηλώνουν ανησυχία για το γεγονός ότι οι νέοι ανταγωνιστές δυσκολεύονται να αποσπάσουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς. Έτσι, δεδομένου ότι η ΑΤΗΚ είναι ένας οργανισμός με αξιόλογη τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό και νοουμένου ότι η βουλή θα εγκρίνει τη προτεινόμενη μετοχοποίησή της, μάλλον δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας για τη βιωσιμότητά της.

Αντίθετα, η ανησυχία για τη σωστή λειτουργία της αγοράς μετά την φιλελευθεροποίηση είναι πλήρως δικαιολογημένη. Για να υπάρξει υγιής ανταγωνισμός θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι θα υπάρχουν τουλάχιστον δύο (καλύτερα περισσότεροι) ισότιμοι παίχτες. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξει σαφής διαχωρισμός μεταξύ των υπηρεσιών στις οποίες η ΑΤΗΚ αντιμετωπίζει ανταγωνισμό και αυτών στις οποίες διατηρεί το μονοπώλιο. Τα τέλη της κινητής και διεθνής τηλεφωνίας στα οποία θα υπάρξει ανταγωνισμός πρέπει να αντικατοπτρίζουν το πραγματικό κόστος παροχής τους και για κανένα λόγο δεν πρέπει να υπάρξει επιδότηση αυτών των υπηρεσιών από άλλους πόρους της Αρχής.

Η εξακρίβωση του κόστους παροχής των διαφόρων υπηρεσιών δεν είναι απλή υπόθεση γιατί πολλές δαπάνες, όπως αυτές για έργα υποδομής, είναι κοινές για όλες τις υπηρεσίες. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι κατανομής του κόστους των έργων αυτών στις διάφορες υπηρεσίες. Αναπόφευκτα η κάθε μέθοδος καταλήγει σε διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς το κόστος που αντιστοιχεί στην κάθε υπηρεσία. Ο Ρυθμιστής Τηλεπικοινωνιών είναι το αρμόδιο όργανο για να καθορίσει τη μέθοδο που θα χρησιμοποιηθεί. Όμως η στελέχωση και οργάνωση της σημαντικής αυτής υπηρεσίας φαίνεται να καθυστερεί με αποτέλεσμα να αδυνατεί να παρέμβει αποτελεσματικά. Στο μεταξύ ο χρόνος κυλά, η ώρα της εισόδου του ανταγωνιστή πλησιάζει και η ΑΤΗΚ μειώνει περαιτέρω τα τέλη. Κάποιοι θα πρέπει να κινηθούν γρήγορα για να μην καταλήξουμε με μια προβληματική αγορά.

Πολίτης, 14/9/2002