17 Φεβρουαρίου 2002

Nα πας δασκάλα, κόρη μου

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες οι τελειόφοιτοι των λυκείων μας δηλώνουν τις προτιμήσεις τους ανάμεσα στα διάφορα πανεπιστήμια και κλάδους σπουδών. Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος οι περισσότεροι από αυτούς θα ακούσουν δεκάδες φορές από γονείς, συγγενείς και φίλους παραινέσεις όπως την πιο πάνω. Και όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος οι περισσότεροι θα ακολουθήσουν αυτές τις συμβουλές.

Και ποιος τους αδικεί, αφού το επάγγελμα του δασκάλου προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα: ψηλές απολαβές, ζηλευτό ωράριο, άμεση και εξασφαλισμένη διά βίου εργοδότηση. Φυσιολογικά η δημοτική εκπαίδευση απορροφά πολλούς από τους πιο αξιόλογους νέους μας. Δύο είναι τα ερωτήματα που τίθενται. Πρώτον, είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος επιλογής εκπαιδευτικών για τα σχολεία μας; Και δεύτερον, είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού της οικονομίας μας;

Η παιδεία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την κοινωνία και την οικονομία και η σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας απαιτεί ικανούς και αφοσιωμένους δασκάλους. Η κοινωνία μας κατέστησε το επάγγελμα του δασκάλου πολύ ελκυστικό προσδοκώντας να προσελκύσει τους καλύτερους νέους στο επάγγελμα. Και χωρίς αμφιβολία τα κατάφερε. Οι δάσκαλοι που παράγει το υφιστάμενο σύστημα είναι χωρίς αμφιβολία ικανότατοι αφού είναι οι καλύτεροι μαθητές των λυκείων μας.

Όμως κάπου μας διέφυγε μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια: ότι οι καλύτεροι μαθητές δεν γίνονται κατ' ανάγκην οι καλύτεροι δάσκαλοι. Οι καλύτεροι δάσκαλοι είναι αυτοί που επιλέγουν το επάγγελμα γιατί έχουν μεράκι και διάθεση να δουλέψουν με τα παιδιά. Αντί αυτού το σύστημα ωθεί στη δημοτική εκπαίδευση πολλούς νέους και, κυρίως, νέες οι οποίοι παρασυρόμενοι από κοινωνικές και οικογενειακές πιέσεις απλά επιζητούν την εξασφάλιση. Πολλοί από αυτούς καταλήγουν να φθίνουν σε ένα χώρο που δεν τους γεμίζει, ενώ θα μπορούσαν να είχαν διαπρέψει σαν επιστήμονες, ερευνητές, ή επιχειρηματίες. Από την άλλη, νέοι που θα μπορούσαν να γίνουν εξαίρετοι παιδαγωγοί αποκλείονται από το επάγγελμα διότι δεν είναι ατσίδες στα μαθηματικά ή διότι δεν μπορούσαν να πληρώνουν φροντιστήριο για να τους προετοιμάσει για τις προεισαγωγικές.

Θεωρώ την κατάσταση αυτή ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τόπος μας σήμερα. Ένα πρόβλημα που περνά ουσιαστικά απαρατήρητο, ίσως γιατί ο αντίκτυπος δεν είναι άμεσος. Όμως οι μακροχρόνιες προεκτάσεις είναι ανυπολόγιστες. Ας αναλογιστούμε μόνο ότι κάθε νέος που επιλέγει σήμερα τη δημοτική εκπαίδευση για να εξασφαλιστεί, αποστερεί τον τόπο από την προσφορά του σε άλλους τομείς για τα επόμενα 30 με 40 χρόνια.

Το θετικό είναι ότι η κατάσταση μπορεί εύκολα να ανατραπεί, εφόσον βέβαια υπάρχει η πολιτική βούληση. Το πρώτο βήμα είναι να τεθεί τέρμα στην εξασφαλισμένη εργοδότηση. Οι θέσεις εργασίας στη δημοτική εκπαίδευση πρέπει να ανοιχτούν στον ανταγωνισμό όπως συμβαίνει με όλους τους άλλους τομείς της οικονομίας. Ταυτόχρονα θα πρέπει να ξεκινήσει μια διαδικασία ευθυγράμμισης των όρων εργασίας στη δημοτική εκπαίδευση με αυτούς που επικρατούν σε άλλους τομείς της οικονομίας. Με τα μέτρα αυτά θα αποκατασταθεί η ισορροπία στα παρεχόμενα κίνητρα και ο κάθε νέος θα επιλέγει την καριέρα της προτίμησής του με κριτήριο την κλίση και τις ικανότητες του και όχι αποκλειστικά την επαγγελματική εξασφάλιση.

Πολίτης, 17/2/2002

20 Ιανουαρίου 2002

Ο εκσυγχρονισμός του λιανικού εμπορίου

Στα παλιά τα χρόνια ο κόσμος είχε λιγοστές ανάγκες και άφθονο χρόνο στη διάθεσή του. Οι γυναίκες δεν εργάζονταν και αφιέρωναν όλο τους το χρόνο στις ανάγκες του σπιτιού. Τα μεταφορικά μέσα ήταν περιορισμένα και οι μακρινές αποστάσεις απαγορευτικές. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ευδοκίμησε ένα σύστημα λιανικού εμπορίου με κύριο χαρακτηριστικό τα πολλά και μικρά συνοικιακά υποστατικά. Το σύστημα αυτό εξυπηρέτησε την κοινωνία για πολλές δεκαετίες.

Σήμερα η κοινωνία είναι πολύ διαφορετική. Οι περισσότερες γυναίκες εργάζονται και ο χρόνος που περισσεύει για οικιακές αγγαρείες είναι λίγος. Η κυκλοφοριακή συμφόρηση και η έλλειψη χώρων στάθμευσης καθιστούν τη διακίνηση από κατάστημα σε κατάστημα χρονοβόρα και κουραστική. Είναι πολύ πιο εύκολο να γίνονται όλα τα ψώνια μαζεμένα και με όσο το δυνατό λιγότερες μετακινήσεις.

Ανταποκρινόμενη στις ανάγκες της κοινωνίας η αγορά έχει αρχίσει να συσπειρώνεται σε μεγάλα καταστήματα, αλυσίδες και εμπορικά κέντρα. Η συσπείρωση αυτή είναι αναπόφευκτη και επιβεβλημένη. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη* στην Κύπρο αναλογούν 12 άτομα ανά υποστατικό, σε σύγκριση με 86 άτομα ανά υποστατικό που είναι ο διεθνής μέσος όρος. Υπάρχουν δηλαδή στην Κύπρο επταπλάσια υποστατικά από ότι δικαιολογεί ο πληθυσμός της. Παρόμοια φαίνεται ότι θα είναι και τα ευρήματα της έρευνας που διεξήχθη πρόσφατα για λογαριασμό του Υπουργείου Εμπορίου, προκαταρκτικά αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν πριν λίγες μέρες στον τύπο. Είναι φανερό ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να κρατήσει επ' άπειρον.

Οι ιδιοκτήτες μικρών υποστατικών διαμαρτύρονται για την ανάπτυξη των μεγάλων επιχειρήσεων γιατί πλήττει τα συμφέροντά τους. Στην προσπάθεια της να μετριάσει τις αντιδράσεις, η πολιτεία λαμβάνει μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία των μικρών καταστημάτων. Τέτοια μέτρα είναι η ρύθμιση των ξεπουλημάτων και του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, ενώ σε αυτό αποσκοπεί και η πρόταση που ακούστηκε πρόσφατα για απαγόρευση της πώλησης προϊόντων σε τιμές κάτω του κόστους.

Τα μέτρα αυτά επιβραδύνουν τον εκσυγχρονισμό της αγοράς και ταλαιπωρούν τους καταναλωτές. Το λιανικό εμπόριο πρέπει να αφεθεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες της κοινωνίας. Είναι γεγονός ότι η αναδιάταξη της αγοράς αποτελεί πρόκληση για τις μικρές επιχειρήσεις. Όμως υπάρχουν περιθώρια αντίδρασης. Στην αγορά υπάρχει χώρος και για μικρά υποστατικά που θα προσφέρουν γρήγορη και προσωπική εξυπηρέτηση και εξειδικευμένα προϊόντα και υπηρεσίες. Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθούν όσοι θέλουν να εξυπηρετήσουν την κοινωνία και τους καταναλωτές. Αυτή άλλωστε είναι και η αποστολή του εμπορικού τομέα.

* "Ανατομία της Κυπριακής Μικροοικονομίας," Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λίμιτεδ, Οκτώβριος 1997.

Πολίτης, 20/1/2002

13 Ιανουαρίου 2002

Πόλεμοι τιμών, ανταγωνισμός, και ο ρόλος του κράτους

Οι αντιδράσεις που προκαλεί ο συνεχιζόμενος πόλεμος τιμών μεταξύ ορισμένων μεγάλων υπεραγορών καταδεικνύουν ότι μεγάλο μέρος της Κυπριακής κοινωνίας δεν έχει ακόμα αποδεχθεί την αγορά και τον ανταγωνισμό ως την κινητήριο δύναμη της οικονομίας. Ενώ η Κύπρος υστερεί αισθητά στην εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού, ακούγονται σήμερα φωνές που ζητούν τον περαιτέρω στραγγαλισμό της αγοράς με καινούρια νομοθετήματα.

Ο πόλεμος τιμών δεν αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο περί προστασίας του ανταγωνισμού. Ο νόμος καθιστά παράνομες δύο ειδών δραστηριότητες: την σύμπραξη των εταιρειών ενός κλάδου με στόχο τον καθορισμό τεχνητά ψηλών τιμών, και την εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά από μία επιχείρηση. Κανένα από τα δύο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Θέμα σύμπραξης δεν τίθεται αφού υπάρχει μείωση και όχι αύξηση των τιμών. Αλλά ούτε και εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης υπάρχει αφού για να μπορεί να θεωρηθεί μια επιχείρηση ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά πρέπει το μερίδιό της να ξεπερνά το 40%, κάτι που πολύ απέχει από την πραγματικότητα.

Ακούστηκε η άποψη ότι πρέπει να απαγορευτεί η πώληση προϊόντων σε τιμές κάτω του κόστους. Πέραν του ότι θα είναι αντίθετη με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, μια τέτοια κίνηση θα ωφελέσει τους εμπόρους - μικρούς και μεγάλους - και θα πλήξει το σύνολο των καταναλωτών. Η πώληση προϊόντων σε τιμές κάτω του κόστους πιθανόν να είναι κακή επιχειρηματική τακτική. Πολλές φορές όμως είναι αναγκαία και χρήσιμη για τους εμπόρους που θέλουν να ξεφορτωθούν αδιάθετο εμπόρευμα αλλά και για νέες εταιρείες που προσπαθούν να καθιερωθούν στην αγορά. Κατά πόσον η τακτική αυτή είναι ορθή στην προκειμένη περίπτωση είναι κάτι που θα το δείξει η αγορά. Η πολιτεία δεν έχει τις δυνατότητες να το κρίνει εκ των προτέρων, και ούτε νομιμοποιείται να παρεμβαίνει στα εσωτερικά των ιδιωτικών επιχειρήσεων επειδή θεωρεί ότι ακολουθούν λανθασμένη στρατηγική.

Εκφράζεται ο φόβος ότι ο πόλεμος τιμών θα οδηγήσει σε χρεωκοπία όλες τις μικρές επιχειρήσεις, κάτι που θα εκμεταλλευτούν αργότερα οι μεγάλες υπεραγορές για να αποκομίσουν κέρδη. Το ενδεχόμενο αυτό θα ήταν όντως ανησυχητικό αν υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να γίνει πραγματικότητα. Όμως ούτε κι αυτό συμβαίνει. Στην Κυπριακή αγορά δραστηριοποιούνται αρκετές μεγάλες υπεραγορές, πολλές υπεραγορές μετρίου μεγέθους, καθώς και πλήθος μικρότερων υποστατικών. Το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε μονοποπωλιακές καταστάσεις είναι απομακρυσμένο. Αντίθετα, ο έντονος ανταγωνισμός μάλλον θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό ακόμα, μέχρι που η αγορά να κατασταλάξει σε μια νέα δομή που θα χαρακτηρίζεται από λιγότερα και μεγαλύτερα υποστατικά. Αυτό θα γίνει με ή χωρίς πολέμους τιμών γιατί οι μεγάλες υπεραγορές και οι αλυσίδες είναι πιο αποτελεσματικές και εξυπηρετούν καλύτερα τον σημερινό καταναλωτή.

Οι μεγάλοι κερδισμένοι από τον πόλεμο τιμών είναι οι καταναλωτές, οι οποίοι έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν τα προϊόντα της προτίμησής τους σε χαμηλές τιμές. Τα μεγαλύτερα δε οφέλη αποκομίζουν οι καταναλωτές που προέρχονται από τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα γιατί τα προϊόντα που είναι σε προσφορά αποτελούν για αυτούς σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού και έτσι θα είναι οι πρώτοι που θα σπεύσουν να εκμεταλλευτούν τις χαμηλές τιμές.

Η πολιτεία έχει την υποχρέωση να αντιστέκεται στις πιέσεις από μεμονωμένες ομάδες και να προστατεύσει τον ανταγωνισμό και κατ' επέκταση το σύνολο του καταναλωτικού κοινού.

Πολίτης, 13/1/2002